26.9.12

Δεν έχω πρόβλημα με το ροζ αλλά με αυτό που το έχουμε καταντήσει.

Σήμερα φίλες και φίλοι, θα μιλήσουμε για τα κοριτσάκια.
Για κάποιο λόγο έχει επικεντρωθεί η προσοχή μου πάνω τους τελευταία, τις βλέπω στα μπαρ που συχνάζω (ανησυχητικό) με skinny jeans και ανακατωμένα μαλλιά, βρώμικες, υφασμάτινες τσάντες και  φλατ σανδάλια και ψάχνω να βρω την Χλόη, μερικές νομίζω ότι της μοιάζουν, ότι να, κάπως έτσι θα μπορούσε να είναι η δική μου σε κάποια χρόνια, καλύτερα βέβαια να κρατούσε ένα βιβλίο αντί για ένα τσιγάρο, αλλά hey, que sera, sera.
Είναι κάποια κορίτσια, κοπέλες θα έλεγαν εκείνες, με μπουχτισμένο, μποέμ βλέμμα, ακουστικά στα αυτιά, διάθεση στο να συμμετέχουν και να ακούγονται, έναν έρωτα από αυτούς τους ωραίους, τους ανήσυχους, ακουμπισμένο στον ώμο και μάλλον ένα ζευγάρι γονιών που θα τις φιλήσουν για καληνύχτα, και ας είναι στην πραγματικότητα καλημέρα.
Και τονώνεται λίγο η ελπίδα σε σχέση με τα διάφορα που βλέπω/ακούω τελευταία σε μαζικά events, σε χώρους συγκέντρωσης πολλών γονιών, σε μπλογκς, σε σπίτια, σε σχολεία.
Υπάρχει μία εμμονή κατευθυνόμενη στα κοριτσάκια να γίνουν νεράιδες, να γίνουν πριγκήπισσες, να γίνουν όμορφες, γκλαμουράτες, κουνιστές (καλά, υπάρχουν εμμονές και για τ'αγόρια αλλά δεν θα τα γράφω και όλα μονορούφι).
Υπάρχει μια διάθεση, μια φιλοδοξία που σαν όνειρο πλανάται στην ατμόσφαιρα, αν δεν καταφέρουν το πριγκηπικό, να γίνουν πανελίστριες στη Φαίη Σκορδά τουλάχιστον.  Να κάνουν κάτι που να φαίνονται.  Να είναι πρώτη σειρά στο χώρο δράσης της Amita Fun στην Μικρόπολις (μέγα δράμα, κραυγή αγωνίας προς τα πάσης φύσης brands να σταματήσουν να εξαντλούν τη φαντασία τους στη ζωγραφική, έλεος πια) εκεί που τύπος dancer χτυπιέται με κάτι που ζουζουνοφέρνει, δεν μπορώ να θυμηθώ, και καμια δεκαπενταριά κοριτσάκια (μόνο, το τονίζω) χτυπιούνται ανελέητα μαζί του, όχι όμως παιδικά, χαριτωμένα, ξέγνοιαστα, αλλά ξεπατικώνοντας μαλακίες που βλέπουν στην τηλεόραση, με μικρομέγαλη ποζερία, με οριακή σάχλα, περιτυλιγμένες σε γκλίτερ και πούλιες.
Οι μαμάδες απολαμβάνουν καφέ ήσυχες, άρα, χαίρονται.  Χαίρονται που η μικρή έχει ιδρώσει ατσούμπαλα, χαίρονται που ξεχωρίζει από το πλήθος ως μία άλλη Μενεγάκη, προφανέστατα όμως αν είχαν αγόρι θα την είχαν ακούσει και λίγο με τόσο κούνημα.
Δεν ξέρω, κάπως θα έχει τύχει να σκάνε τα περιστατικά στη μούρη μου τελευταία από φυλακισμένα σε μικρομεγαλίαση και ροζ χρώμα κοριτσάκια, ή ίσως τα άλλα, τα όχι-και-τόσο-νάζι δεν μου προκαλούν το ενδιαφέρον καθότι νορμάλ, αλλά με πιάνει μια απελπισία σε κάθε καμάρι, περηφάνια, χειροκρότημα τηλεπαρουσιάστριας-wannabe πόζας, παπουτσιού νούμερο 26 με τακούνι (δεν μιλάμε για τη Suri), κολεξιόν Gap που δεν έχει ΚΑΝΕΝΑ tshirt για το target group της Κλο χωρίς γκλιτεράτη μπουρδολογία επάνω #true_story.
Ρε, και εμείς έτσι είμασταν;  Εγώ έχω φωτογραφίες πάντως που φοράω πορτοκαλί ριγέ, κίτρινο φλοράλ, μπλέ σκούρο πολύ, πράσινο πουά, στήνομαι στο φακό με συντροφιά ένα μεγάλο χαμόγελο και τα παραμύθια ή τις κούκλες μου αγκαλιά, δεν σουφρώνω χειλάκια, δεν υποδύομαι τσιφτετέλι σε πίστα, δεν φοράω λιπ γκλος από τα τέσσερα, και μα την παναγία, δεν φοράω ποτέ ροζ.
Δεν έχω πρόβλημα με το ροζ, αλλά να, έχω με αυτό που το έχουμε καταντήσει, συνώνυμο της μικρομέγαλης ελαφρότητας, της πανελίστριας μέγκα σταρ και του/της/wtf μπεμπέ λιλή.
Μετά βγαίνω για κανα ποτό το βράδυ και ισιώνω λίγο, προφανώς κάποια κοριτσάκια έπεσαν με φόρα από το μικρό μου πόνι και προσγειώθηκαν σε καμια βιβλιοθήκη, ή κανα δισκάδικο.  Α, ναι, σόρρυ, δεν υπάρχουν πολλά από αυτά.

πι.ες: Η Στεφανία προς το παρόν δεν είναι τέτοιο κοριτσάκι και εγώ γι'αυτό την στηρίζω στον αγώνα της να ακουστεί και να τα χώσει. Δες πιο κάτω:




14.9.12

Οι μηχανές, τα πηδήματα και άλλα δεινά.

Δεν είχα πια τί άλλο να γράψω, γιατί το blog έχει μόνο του γυρίσει στο κομμάτι "σκέψεις", η εξιστόρηση της καθημερινότητας δεν μου βγήκε, σούπερ φωτογραφίες κατά τα του εξωτερικού πρότυπα από τί φοράμε, τί τρώμε, με τί παίζουμε και ποιος χέστηκε δηλαδή, τα ζουζουλίνια, πριγκηπάκια τί ωραία που τα λένε (μόνο αυτά στον πλανήτη, εννοείται) θα έπεφτε λιθοβολισμός από αυτούς που με αγαπάνε τουλάχιστον, μέχρι και η σκέψη του να σβήσει μου πέρασε από το μυαλό, το οποίο βέβαια εντάσσεται στην κατηγορία Ποιος Χέστηκε x2.
Αλλά να, εδώ στο μπαλκόνι έμαθα την ιστορία της Μηχανής.
Αγόρασε λοιπόν ο φίλος ένα DT στα 19 (τί μου θύμησε, κάτι γκομενικά λυκείου σε πάω πολύ πίσω, άστο), το είχε στο νησί, το φρόντιζε, το πρόσεχε, το αγαπούσε ρε παιδί μου μέχρι που μια ωραία μέρα όπως ήταν φυσικό, γιατί αποκλείεται να έχετε εσείς φίλο με μηχανή που να μην έχει πέσει (εγώ δεν έχω), έπεσε και το μηχανάκι έγινε σμπαράλια.
Λεφτά να το φτιάξει δεν είχε, το άφησε στο νησί με βαριά καρδιά και μάζευε όλο το χρόνο για να πάει το επόμενο καλοκαίρι να οργώσει με καμια γκόμενα από πίσω τους χωματόδρομους για τις παραλίες.
Εκεί έπαιξε μπάλα ο παππούς.  Που λάτρευε τον εγγονό, που έτρεμε η καρδιά του, που ποτέ δεν συμπάθησε το κωλομηχανάκι κι ας είχε και εκείνος, που έφτασε στο σημείο να του το εξαφανίσει και να του δώσει και τα λεφτά που είχε ξοδέψει για την αγορά του.
Μαχαιριά στην καρδιά.  Τεράστιο απωθημένο.  Γκόμενος ρε παιδί μου, που θες και δεν γίνεται.  Χειρότερο από γκόμενος (έχει; να το σκεφτούμε λίγο).
Και έμεινε ο δικός μου σοκαρισμένος, άλαλος, χωρίς μηχανάκι, αλλά χατίρι στον παππού δεν μπορούσε να χαλάσει, να τον στεναχωρήσει, να τον πληγώσει.
Περίπου έντεκα χρόνια μετά το απωθημένο που τον στοίχειωνε θα το πέταγε μια για πάντα στη λίστα με τα done.  Αγόρασε μία μεταχειρισμένη μηχανή, "καγκούρικη" μου είπε, για να του θυμίζει το DT του νησιού.  Και ακόμα και τώρα, ώριμος, μεγαλύτερος, ανεξάρτητος, θα το κρατήσει μυστικό και από τον παππού και από τον μπαμπά του.  Γιατί θα μείνουν, μου είπε. Δεν θέλω να τους στεναχωρήσω.
Πολύ τρυφερή ιστορία μου φάνηκε, και ο παππούς, και ο εγγονός, γλύκες.  Και σκέφτηκα σε αντιδιαστολή την Αγγλίδα συμφοιτήτριά μου στο μεταπτυχιακό που έμενε 40 χιλιόμετρα μακριά από το πατρικό της και έστελνε στους γονείς της κάρτες τα Χριστούγεννα.
Μετά σκέφτηκα τη δικιά μου που με το πρώτο τατουάζ μπορεί και να την πήγαν στο νοσοκομείο (δεν ξέρω, έλειπα απ'τη χώρα), το επόμενο το έκρυβα, χρειάστηκε νομίζω να γεννήσω για να πάω στον άρτιστ χωρίς να κάνω πρόλογο με λεξοτανίλ.  'Η την κολλητή μου, που ποτέ δεν κάπνισε μπροστά στον μπαμπά της γιατί όταν στα δεκαοκτώ είχε βρει στην τσάντα της ένα πακέτο της είχε πει με αυστηρή φωνή "Και μετά τί? Τα πηδήματα, και ύστερα τα ναρκωτικά". (lol)
Προφανώς και έχω μεγαλώσει σε μία χώρα που οι γονείς στοιχειώνουν τα παιδιά τους μέχρι να φύγουν από τη ζωή, αποτελούν το αδιάσειστο πρότυπο, την πυξίδα, τον πρώτο και αδιαμφισβήτητο Κριτή, και έπειτα κανείς δεν ξεπερνάει το χαμό τους, μόνο μονολογεί αυτό το περιβόητο "ας ήταν εδώ και ας μου απαγόρευαν το bungee jumping στα 32 / το αλκοόλ στα 20 / τη μηχανή στα 28", έφτασα στο σημείο να μην μ'ενοχλεί αυτό, να το αποδέχομαι, να το αντιμετωπίζω με συναισθηματισμό και όχι με θυμό, με απόγνωση, με εγκλωβισμό, έφτασα στο σημείο να δέχομαι την υποκρισία για να είναι εκείνοι ήσυχοι.
Ίσως επειδή και εγώ, όσο άκουγα την ιστορία του DT, δεν την άκουγα πια με τα αυτιά του εγγονού, αλλά με εκείνα του παππού.  Του ανθρώπου που είναι πια υπεύθυνος και για άλλους, που τους νοιάζεται περισσότερο από τη ζωή του την ίδια, που αδυνατεί να σκεφτεί την πιθανότητα της γλάστρας που μπορεί να σου πέσει στο κεφάλι, που είναι φτερούγας.  Για πάντα.  Για όσο ζει και όσο αναπνέει.
Το θέμα είναι μεγάλο και πολύπλευρο και εγώ μεγάλα ποστς δεν γράφω, αλλά αν το δικό μου το αγόρι θελήσει σε 12 χρόνια να καβαλήσει μηχανή, ειλικρινά δεν ξέρω πώς θα το αντιμετωπίσω.  Μπορεί να τον στείλω να χτυπήσει κανένα τατουάζ instead.

30.8.12

'Οχι άλλες βουτιές, θα κουφαθώ.

Είμαι σε μία φάση που κάνω μίνι διακοπές χωρίς το πλαίσιο που τις ορίζει ακριβώς.
Επειδή στο γραφείο συμβαίνουν αδιανόητα πράγματα που με κάνουν να αισθάνομαι πάλι λιγότερη από αυτό που πραγματικά είμαι, και πρακτικά και ουσιαστικά, μένω στο σπίτι.
Γυρίσαμε από τις άλλες, τις "κανονικές" διακοπές την Κυριακή και είδα παντού φωτογραφίες με μπρατσάκια, αναρτήσεις με χαμόγελα, βουτιές και πολύχρωμα φτυαράκια, χωνάκια σοκολάτα και βατραχοπέδιλα.
Σωστά όλα αυτά.  Υπέροχα.  Αν μη τι άλλο, σημαντικά.  Ο γιος που κολυμπάει χωρίς καμία βοήθεια, η κόρη που ξετρελαίνεται να στροβιλίζεται στο νερό και περιμένει όλη η παραλία να χειροκροτήσει το χορευτικό της στο ντους, και οι δύο που χοροπηδάνε στην κοιλιά σου και τα μαλλιά τους ξανθαίνουν, τα ξυπόλητα πόδια τους παντού, τα πλεκτά βραχιολάκια χεροπόδαρα, οι μίνι φίλοι παραλίας, δυο παιδιά που ανθίζουν κάθε καλοκαίρι όλο και περισσότερο.
Αυτό είναι το ένα κομμάτι των διακοπών.  Το άλλο, είναι οι γονείς οι ίδιοι.
Που συνειδητοποιούν ότι δεν έχουν ούτε μία φωτογραφία της προκοπής γιατί οι 582 στο iPhone είναι τα παιδιά, που αντί να φεύγουν απ'το σπίτι με μια πετσέτα και ένα αντηλιακό στο χέρι κάνουν μετακόμιση, που κάποια στιγμή το μπουκάλι νερό και ένα κράκερ δεν αρκεί αλλά θέλουν ψυγειάκι, που το περιοδικό στην τσάντα παραλίας απλά πηγαινοέρχεται για να παίρνει τον αέρα του, που η έξοδος για ποτό το βράδυ γίνεται με χρονομέτρηση, που ο ύπνος... το πρωινό των διακοπών που στην πραγματικότητα είναι χαλαρό early - ή και late - μεσημεριανό απλά δεν υφίσταται σαν έννοια.
Παρότι βρισκόμασταν σε περιβάλλον κάτι παραπάνω από ιδανικό δεδομένων των συνθηκών, παρότι ποτέ δεν τηρήσαμε τα ωράρια ύπνου, ηλιοθεραπείας κουλουπού, παρότι πήγαμε σε παραλίες που είχαμε να επισκεφτούμε σχεδόν από singles και παρότι η παρέα που βρισκόμασταν δεν ήταν πάντα  στην ίδια φάση με εμάς (που σημαίνει ενδιαφέρουσες συζητήσεις, duh), μάλλον βρίσκω πάντα χώρο για λίγη αναπόληση.  Και λίγη γκρίνια.
Ξέρω ότι όλοι εσείς οι γονείς έχετε σκεφτεί και έχετε γράψει τα αυτονόητα.  Τα "μαγικά".  Επέλεξα να μην τα επαναλάβω, όχι γιατί δεν υπάρχουν, αλλά γιατί αν οι διακοπές με παιδιά ήταν μόνο αυτό, θέλω να μου στείλετε contact detail να κανονίσω ντοκυμαντέρ με τη ζωή σας στο Mtv να παίρνει θάρρος η νέα γενιά γι'αυτά που έρχονται.
Θέλω πέντε μέρες να ξυπνάω μετά τις δώδεκα το μεσημέρι.  Να πηγαίνω παραλία τρεις ώρες μετά γιατί θα κάθομαι στη βεράντα, θα ακούω μουσικές και θα κοιτάω τη θάλασσα.  Στην παραλία θέλω να πίνω κάτι σε αλκοόλ, να διαβάζω βιβλίο και να ξανακοιτάω τη θάλασσα. Να επιστρέφω και να μην έχει ήλιο. Να μαγειρεύουμε για φίλους στο σπίτι που να παραμένουν και μετά τις 2 το πρωί γιατί φτιάχνουμε ωραία mojitos.  Να συζητάμε χωρίς παρεμβολές.  Να κάνουμε sex χωρίς παρεμβολές.  Να μην έχουμε να σκεφτούμε κανένα φαγητό, ποτέ.  Να γυρνάμε το ξημέρωμα και να παίρνουμε τηλέφωνο την κολλητή στο δίπλα νησί.  Τα νησιά να γίνονται ένα.  Να πετάγεσαι φραπ φρουπ από εδώ κι από εκεί με ένα tshirt.  Να μην έχεις να κάνεις με πάνες.  Βασικά να μη βλέπεις πάνες ούτε στον ύπνο σου.  Nα καπνίζεις ξεδιάντροπα.  Να βρίζεις ανελέητα.
Γραφείο που γαμιέσαι, σ'ευχαριστώ που με αφήνεις να κάνω και τέτοιες διακοπές τώρα.
Αγαπητοί γονείς, σας ευχαριστώ που έχετε πάρει τα παιδιά στο μαγευτικό Χωριό γιατί η κόρη σας είναι μια αχάριστη, μουλάρα Μάνα.  Να είστε καλά.

25.7.12

Στον Ακάλυπτο.

Μένω στο Κέντρο περίπου οχτώ χρόνια.
Πολύ μικρή, εννοώ μέχρι τα δύο μου δηλαδή, έμενα με τους γονείς μου στην Κυψέλη.  Από εκεί και μετά ανεβήκαμε πιο βόρεια και έτσι έμαθα ν'αγαπώ τις περιοχές που ήταν το σπίτι μου και να μην μπορώ καθόλου να συγχρονιστώ με το αντίπαλο δέος - τα Νου Που, δηλαδή.
Μένω στο Κέντρο λόγω του συζύγου και αν και μ'ενοχλούσε πάντα ο κύριος με τη σωβρακοφανέλλα στο απέναντι μπαλκόνι, home is where the heart is και τέτοια, και επίσης βολευτήκαμε με τα παιδιά με το άλσος στο ένα λεπτό με τα πόδια, τις κάβες και τα καφέ σε άλλο ένα, τα μπαρ και τα εστιατόρια στο δεκάλεπτο μαξ, μια χαρά δηλαδή.
Αλλά δε θα χωνέψω ποτέ τους ακάλυπτους.  Τις κουβέντες στους ακάλυπτους, τις μουσικές, τους τσακωμούς, σεξ δεν ακούω ποτέ παρά μόνο πιο παλιά από τον από πάνω.  Ο οποίος το έκοψε αιφνιδιαστικά, καταλήγω στο ότι απουσίαζε τότε η σχέση και έφερνε γκόμενα.
Το χειρότερό μου βέβαια είναι μία μάνα που λυσσάει κυρίως σε διακοπές - χριστουγέννων, πάσχα, καλοκαιριού, you name it, η μάνα αυτή δεν αντέχει να συγκατοικεί με τα παιδιά της ούτε λεπτό.
Βρίζονται ανελέητα.  Βρίζονται χυδαία, εκατέρωθεν (τα μικρά πρέπει να είναι το πολύ δώδεκα), το αγαπημένο της είναι "μαλακισμένο" και η απάντησή τους "άντε στο διάολο".
Με φρικάρει όλο αυτό.  Με τρελαίνουν τα κλάματα και οι φωνές τους, με τρελαίνει που κλείνω ερμητικά το παράθυρο του μπάνιου για να μην ακούω μια μητέρα να προσβάλλει έτσι μικρά παιδιά, τα δικά της μικρά παιδιά, και το χειρότερο είναι που έχω φτιάξει στο μυαλό μου μια ιστορία κακομεταχείρισης, δράματος, ότι και καλά δεν τα παίρνει ποτέ αγκαλιά, δεν τα φιλάει για καληνύχτα, δεν τους λέει ιστορίες και δεν γελάνε μαζί.  Να, από αυτό το παράθυρο του μπάνιου δεν πρέπει ποτέ να τους έχω ακούσει να γελάνε μαζί.
Σε άλλες φάσεις ξεκατινιάζεται με κάποια άλλη μπαλκονάτη, με τον σύζυγο βρίζονται ή είναι τελείως μουγκοί και ο απόηχος είναι ότι υποφέρει, δεν δουλεύει, δεν την ακούνε, δεν αντέχει.  Και ξεσπάει στα εύκολα.
Αυτό όλο είναι που έχει δημιουργηθεί στο δικό μου κεφάλι, ελπίζω τις πολλές φορές που δεν τους ακούω να έχουν βγει καμια βόλτα σαν οικογένεια, αλλά αυτή η μαμά μου φαίνεται τόσο θυμωμένη, τόσο τέρμα αγανακτισμένη που περιμένει πως και πως ν'ανοίξουν τα σχολεία, να τα φορτώσει σε κανα δάσκαλο και να κάνει ένα τσιγάρο μπροστά από την τηλεόραση νιώθωντας πραγματική ευτυχία.
Έχω και εγώ βρίσει τον W., αλήθεια σας λέω, αλλά από μέσα μου.  Έχω ξεστομίσει μια φορά τη λέξη "κακομαθημένο" και τον είδα να φουντώνει και να πληγώνεται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά. 
Οι λέξεις είναι μαχαίρια και πληγώνουν τα μικρά παιδιά ανεπανόρθωτα.  Είναι φορτία που κουβαλάνε στις πλάτες τους για πάντα και χωρίς να το ξέρουν, αγωνίζονται όσο μεγαλώνουν για να επιβεβαιώσουν τον χαρακτηρισμό.  Ζούνε σε πλαίσια οικογενειακά που μόνος τρόπος για να επιβιώσουν είναι η κόντρα, ποιος θα φωνάξει δυνατότερα, ποιος θα πονέσει περισσότερο, ποιος θα προσβάλλει αποτελεσματικότερα.  Και μετά, που υποτίθεται πως κερδίζει ο "ισχυρότερος", ο γονέας δηλαδή, πέφτει και κανένα χαστούκι και όλοι μαζί περιμένουν με χαρά την επόμενη μέρα.
Αυτή τη μάνα την έχω εικόνα στο μυαλό μου.  Και περιμένω να τη δω στην ουρά του σούπερ μάρκετ με τσακισμένο βλέμμα και ρόμπα, να κουβαλάει μόνη της τα ψώνια της εβδομάδας, να ξέρει πόσα βήματα ακριβώς χρειάζεται για να φτάσει πάλι πίσω σε κάποιο διαμέρισμα στους κάτω ορόφους μιας πολυκατοικίας, που βλέπει στον ακάλυπτο.
Πραγματικά δεν ξέρω τί θα ήθελα να της πω.  Θα ήθελα όμως να της το ψιθυρίσω.

20.7.12

Πόσο μπαμπάς είσαι τελικά.

Ο Νίκος είναι 52 χρονών. 
'Εχει μία κόρη 19 και έναν γιο 14 χρονών, από δύο διαφορετικούς γάμους.
Σε μερικούς μήνες θα αποκτήσει άλλη μία κόρη και θα παντρευτεί μάλλον για τρίτη φορά την 37χρονη σύντροφό του.
Ο Νίκος είναι υπαρκτό πρόσωπο, αλλά δεν τον λένε Νίκο, και δε με γνωρίζει, αλλά είναι φίλος μιας φίλης μου.  Επίσης δεν πρόκειται να διαβάσει ποτέ αυτό το ποστ, δυστυχώς - το δυστυχώς πάει στο ότι αυτό το μπλογκ δεν διασπείρεται και τόσο.
Λίγο με προβλημάτισε ο Νίκος.  Λίγο με έκαναν να σκεφτώ οι διάφοροι γάμοι που σαν κοινό στοιχείο έχουν τον γαμπρό αφενός και από ένα παιδί αφετέρου και πως αυτό συναντάται κυρίως για ευνόητους λόγους στην κοινότητα των αντρών, τουλάχιστον με αυτό τον τρόπο.
Κατανοώ ότι όλα αυτά μπορούν να συμβούν σε μια ζωή - ο έρωτας να τελειώσει, οι όποιες σχέσεις να λήξουν, η καρδιά να σου δείξει άλλο δρόμο, η απόφαση τελικά να αποδειχτεί λανθασμένη.
Αλλά στο θέμα της "τεκνοποίησης" (κάπως αλλιώς ήθελα αν την πω αυτή την λέξη, δε μου βγήκε) από την πλευρά του μπαμπά που λίγο, βαθιά μέσα ίσως και να την αντιμετωπίζει ελαφρύτερα από τη μαμά, εκεί πιστεύω πρέπει να μπει ένα φρένο.
'Οχι γιατί το παιδί δεν θα μεγαλώσει σωστά, άλλωστε την άποψή μου για τα διαζύγια την έχω πει εδώ ξεκάθαρα, αλλά γιατί ο άντρας που αποκτά ένα παιδί, μετά ένα άλλο και στη συνέχεια ένα τρίτο, με διαφορετικές κάθε φορά συντρόφους, χάνει όλη την ουσία της πατρότητας την οποία θέλω να πιστεύω δεν την επέλεξε με το μαχαίρι στο λαιμό.
Δεν είναι και τόσο μπαμπάς, πια.  Μπλέκει τα σαββατοκύριακα, τις υποχρεώσεις, χάνει τις τάξεις στο σχολείο, τον αγώνα στο μπάσκετ, μπαίνει σε μια κατάσταση ανταγωνισμού και διεκδίκησης, φρικάρει με τα οικονομικά, ξεχωρίζει και προτιμάει παιδιά, είναι παρατηρητής του "κατηγορώ", είναι αμέτοχος.
Είναι απ'έξω.
Δεν καταλαβαίνω γιατί να γίνεται κάποιος πατέρας αν είναι να είναι στην απ'έξω.  Εγωιστικά προφανώς.  Για ν'αφήσει σ'αυτή τη Γη ένα βιολογικό διάδοχο.  Ούτως ή άλλως εκείνη το ήθελε σαν τρελή, εκείνος ήταν κουλ και στο κάτω κάτω θα έφευγε ανώδυνα.  Αυτή η φυγή όμως πρέπει να συνοδεύεται απέναντι στο παιδί που έμεινε πίσω με πατρική φροντίδα, με ειλικρινές ενδιαφέρον, με ουσιαστική παρουσία.  'Ολα αυτά δεν μπορούν να σπάσουν σε πολλά κομμάτια, όταν πρακτικά τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα δεν βρίσκονται όλα κάτω από την ίδια στέγη.
Ο Νίκος σε μία πολυγαμική κοινωνία - πόσοι άντρες φίλοι μου έχουν ξεδιπλώσει αυτό το όνειρο μπροστά στα μάτια μου - θα ήταν αρχηγός.  Θα τον έπαιρνε για άλλα είκοσι χρόνια να αραδιάζει παιδιά και να πηδάει νόμιμα άλλη γυναίκα κάθε βδομάδα, αλλά εδώ θα τα βρει λίγο σκούρα.
'Η μήπως όχι;  Δεν τον νοιάζει αν δεν είναι και πολύ μπαμπάς τελικά. 

πι.ες: θα εκτιμούσα σχόλιο από κανέναν μπαμπά ή μαμά που ζει με αυτό το μοντέλο. γιατί διαφορετικά εμείς απλά θα κάνουμε υποθέσεις.
πι.ες 2: μη βγάλουμε χολή.