27.8.13

Κλικ.

Το τηλέφωνο έχει λίγες περισσότερες από τρισήμιση χιλιάδες φωτογραφίες, το γράφω και γουρλώνω τα μάτια μου ενώ σκέφτομαι "μαλάκα είσαι τρελή, φωτογραφίες που αποθηκεύεις δυο φορές το χρόνο, που δεν τις κάνεις τίποτα, που δεν εκτυπώνεις, δεν φτιάχνεις όμορφα άλμπουμ, είσαι μουρλή."
Φωτογραφίες που βγάζουν τα παιδιά τα πόδια τους, ένα πόμολο, κάτι κλαδιά, τον ήλιο πορτοκαλί. Εγώ τη μούρη μου για να καταλήξω στα 37 μου ποιο είναι το καλό προφίλ.  Δεν έχω καταλήξει.
Οι γνωστές σε όλους ινσταγκραμιές, μια πόρτα σκουριασμένη, μια σφουγγαρίστρα πεταμένη, κάτι αξιοπερίεργα για το τουίτερ, μαθήματα χορού κοιλιάς για προνήπια π.χ, και βασικά τα παιδιά μου.
Τα παιδιά μου, παντού.  Σε σχεδόν τρισήμιση γαμημένες χιλιάδες φωτογραφίες, στα πάρκα, στα μολς, όταν κοιμούνται, όταν τρώνε σοκολάτα, όταν αγκαλιάζονται, κάνουν φάτσες, φοράνε αστεία ρούχα, μεγάλα παπούτσια, ζωγραφίζουν, κλαίνε, χέζουν - λες να έχω και από όταν χέζουν; Μπορεί κιόλας.
Επιστρέφοντας ίσως από το ωραιότερο καλοκαίρι της μαμαδίστικης ζωής μου, μάλλον δεν έχει να κάνει μόνο με τα locations αυτό αλλά και με το ότι τώρα είναι τα παιδιά μου στην ηλικία τη σωστή, και χαριτωμένα, και ανεξάρτητα, εστιάζω σε αυτές του φετινού καλοκαιριού.  Έχουν πάρει χρώμα, έχουν ξανθύνει, το καλοκαίρι δίνει ωραίο φόντο στα παιδιά να λάμψουν, θέλουν λίγο από την ανεμελιά των σκληρών από το αλάτι μαλλιών και ξυπόλητα πόδια, and there you go, έχεις θέμα μάνα ψώνιο-θύμα-κούκου, έχεις να κοιτάς και να χαμογελάς για όλο τον χειμώνα που έρχεται.
Εγώ βέβαια λείπω από τις φωτογραφίες.  Θυμάμαι εκείνες τις διακοπές που στο γυρισμό το πρώτο που κάναμε ήταν να εμφανίζουμε τα φιλμ.  Να τις βάζουμε κάτω και να τις ξετινάζουμε.  Να κοιτάμε αν βγήκε ο γκόμενος από πίσω, αν φαίνεται καλά το υπεργαμάτο παπούτσι που συνδιάσαμε με το τόσο τέλειο νησιώτικο ντύσιμο, αν η κοιλιά πετάει, αν το γυαλί μας πάει, αν φαίνεται πάνω σε αυτά τα κομμάτια χαρτί πόσα πραγματικά ξεχωριστά και ανεπανάληπτα περάσαμε σε εκείνες τις ξέφρενες διακοπές στα 22 μας.  
Πριν κάποια χρόνια είχε καεί ολοκληρωτικά το σπίτι της θείας μου και ακόμα με ακούω να ρωτάω την μαμά μου βουρκωμένη, και οι φωτογραφίες τους; κάηκαν όλες;
Eίχαν καεί.  Όπως και οι πρώτες φωτογραφίες του γιου μου, από το λεπτό που γεννήθηκε μέχρι που έγινε δύο μηνών, καταστράφηκαν μαζί με τον σκληρό δίσκο του υπολογιστή.  Όπως ξεθωριάζουν αυτές που κρατούσα μέσα σε ένα κουτί σαν πολύτιμο θησαυρό από τα χρόνια μου στην Αγγλία, τα θεωρώ από τα πιο σημαντικά γιατί φαντάσου, με έκαναν τον άνθρωπο που είμαι σήμερα, και το κουτί δεν ξέρω καν πού βρίσκεται.
Το τηλέφωνο είναι εύκολο, το ανοίγω όπου και όποτε βαριέμαι και τις κοιτάω.  Βασικά βλέπω τους δυο τους, εκείνη έχει αβίαστη φωτογένεια, εκείνος όχι και τόσο, τους τα έχω μάλλον πρήξει γιατί ποζάρουν εύκολα, εκείνος πάντα σοβαρός και εκείνη θεατρική.  Πόσο καλοκαίρι μυρίζει το τηλέφωνό μου, πόσες άγραφες ατάκες, φαγητά που δεν φάγαμε, βουτιές που μας έπνιξαν, φωνές που βούηξαν στα αυτιά μας, ποτά που μας χύθηκαν, χέρια που μας έσφιξαν, δάκρυα που μας ξέφυγαν.
Mε resolution το επόμενο καλοκαίρι να είμαι περισσότερο παρούσα στις φωτογραφίες, έλα τώρα χωρίς πλάκα, μερικά χρόνια μετά δεν θα τους ενδιαφέρει να βλέπουν τις φάτσες τους, αλλά το "πώς ήταν η μαμά νέα" - OMG TΡΟΜΟΣ - με σιγουριά ότι έχω μετατοπίσει πια από την πιο μικρή μέχρι την πιο μεγάλη μου προτεραιότητα, με ανασφάλεια για την καλή πόζα, με υπόσχεση να αλλάξει λίγο αυτό εδώ το blog γιατί φίλε μου κάπως, χμ, σαν να έχουμε κολλήσει, πατάω το κεντρικό κουμπί.
Μέχρι το επόμενο επιτυχημένο - κλικ, καλοκαίρι, κοκτέιλ με βότκα μανταρίνι, φιλί - καλή συνέχεια to all.



































πι.ες: Η φώτο είναι του Βασίλη Ιωσήφ (κουμπαρούλης), οι πλάτες δικές μας και τα νερά του Μύρτου, εκεί που κοιτάς από ψηλά με δέος και για λίγο πείθεσαι ότι ζεις στην ωραιότερη χώρα του κόσμου.

19.7.13

The holiday combo.

Γυρίσαμε την Τρίτη από ένα μακρύ σαββατοκύριακο με φίλους και παιδιά.
Τέσσερα ζευγάρια, τέσσερα παιδιά λάιβ, ένα σε κοιλιά και η φάση από μακριά λίγο ανομοιογενές μείγμα αν δεν μας ξέρεις, ας είναι καλά οι σινγκλ που ξεπατώθηκαν στο σκάψιμο, στη βαρκούλα πάνω κάτω και στις αγκαλιές.
Η συνταγή για τέτοιες μίνι ή μάξι διακοπές είναι όλοι μαζί γαμώ και λίγο χωριστά, δε χαλιόμαστε πάλι.
Θυμάμαι παλιά, πολύ παλιά, που είχαμε πάει στη Μήλο καμια δεκαριά άτομα και έπεφτε φουλ γκρίνια - άλλος ήθελε να πάει να φάει μετά τη θάλασσα, άλλος να κάτσει στην παραλία με μπίρες μέχρι να σκοτεινιάσει, άλλος να ξυπνήσει το μεσημέρι (εχμ) και άλλος να πάει να εξερευνήσει την πιο δυσπρόσιτη παραλία από το χάραμα.  Εντάξει, πιο νέοι, πιο ωραίοι, χωρίς μεταφορικά μέσα και με υψηλές προσδοκίες από το δεκαπενθήμερο των διακοπών - να βγούμε, να πιούμε, να πηδηχτούμε, να περάσουμε σούπερ όπως θα έλεγαν κάποιοι τώρα με το ε τραβηγμένο και έξι θαυμαστικά ουρά.
Τώρα πια δεν την παλεύω τέτοιου τύπου γκρίνια.  Και γι'αυτό δεν πάω διακοπές με ανθρώπους κου κου ρου κου, γνωριμίες καινούργιες - κι ας έχουν παιδιά - γιατί το μόνο που με ενδιαφέρει εκτός από το να περνάμε καλά μαζί με τα κουβαδάκια, τα κοκτέιλ, τα τάντρουμ και το καλαμαράκι γόνο, είναι να μη ζορίζομαι.
Ξέρω ακούγεται απλό, αλλά είναι πάρα πολύ δύσκολο παιδιά, χωρίς πλάκα τώρα.
Ξαναέκανα τσατ με τη Θάλεια (κάπου την έχω αναφέρει πάλι, σιγά μη θυμάστε) και μου έλεγε πως τώρα λίγο παλεύει στο συντονισμό των φίλων με το δικό της πρόγραμμα - έχει ένα μωρό και πρέπει να ψάχνει σκιές, χώρο για καρότσια, τσαντάρες που χωράνε μέσα όλο το σπίτι compressed, κάποιον να την σηκώνει από το κρεβάτι πολύ πρωί και κάποιον να την στέλνει για ύπνο το βράδυ όταν τα υπόλοιπα παρτάλια είναι στο πικ των φιλοσοφικών συζητήσεων (αυτά τα τελευταία είναι δικά μου ε, μην τη σχολιάζετε την κοπέλα).  Δεν συντονίζεται απόλυτα γιατί πιστεύω, επειδή το έχω περάσει και εγώ, ότι εκείνη ζορίζεται πιο πολύ να μη γίνει βάρος από ότι το βιώνουν οι άλλοι γύρω της.
Ούτε που θυμάμαι όταν γέννησα τον Βάλτερ πόσο καιρό έκανα να καλέσω άνθρωπο σπίτι από αυτά τα καλέσματα τα κανονικά εννοώ, που ανάβεις κεριά στη βεράντα και πίνεις κρασί μασουλώντας πατατάκια με θαλασσινό αλάτι (έχει και ποταμίσιο, δεν ξέρω) και μαύρο πιπέρι και κουτσομπολεύεις με χάχανα το ανθρώπινο είδος.  Δηλαδή παρακαλούσαν οι άνθρωποι να έρθουν να αράξουμε και ας θήλαζα, και ας σηκωνόμουν κάθε δεκάλεπτο και ας εξαφανιζόμουν για να ξαπλώσω δίπλα στο μωρό μέχρι να ξανακοιμηθεί, να το αλλάξω, να ελέγξω αν ζεσταίνεται, αν κρυώνει, αν αναπνέει.
Το έκανα σιγά σιγά με πολύ πολύ δικούς μου ανθρώπους που δεν έδιναν απολύτως καμία σημασία ούτε στις υστερίες ούτε στις ενοχές μου, που με πίεσαν να είναι εκεί, που απαίτησαν να βγουν με τα παιδιά μου βόλτα, να τα πάω στο σπίτι τους, να φύγουμε όλοι μαζί ένα σαββατοκύριακο, να είναι στη ζωή μας.
Σκέφτομαι ότι με κάποιους ανθρώπους μας ενώνουν τα παιδιά.  Με κάποιους άλλους τα φεστιβάλ, με άλλους τα σόσιαλ μίντια και με άλλους η δουλειά.  Δεν είναι κακό.  Το δυσκίνητο είναι όταν θες να τους κάνεις όλους να τους αφορούν όλα. Πήγα πέρυσι σε μία συναυλία με μία μαμά και νομίζω ότι ήταν η χειρότερή μου έβερ.  Καλά υπερβάλλω αλλά μου τα πρηξε, καλοπροαίρετα πάντα, γιατί νόμιζε ότι βγήκαμε για σμολ μαμαδίστικο τοκ.  Αντίστοιχα έχω φίλη που δεν πολυτρελαίνεται με τα παιδιά και προτιμώ να τη δω λιγότερο, αντί να ζοριστούμε και να φορέσουμε και οι δύο το προσωπείο της γλυκούλας αγαπημένης.  Επίπεδα φιλίας, γνωριμιών, ανοχής.
Και μια ειδική θέση στην καρδιά μου για τους μαγικούς εκείνους ανθρώπους μετρημένους στα δάχτυλα, που παίρνουν όλο το combo χωρίς να διαμαρτύρονται κι ας μην τους αρέσει πολύ η σως με τσένταρ και μπέικον.  Αυτούς θα τους κουβαλάω μαζί μου όλο το φετεινό καλοκαίρι και για πολλά χρόνια ακόμα.


1.7.13

O κύκλος των φωνών.

Δεν θυμάμαι πώς ξεκινάει πάντα, οι αφορμές καμια φορά μπορεί να είναι ότι το σχολικό μάς έχει ήδη χτυπήσει κουδούνι και ο Βάλτερ εκείνη την ώρα θυμάται να ολοκληρώσει τη ζωγραφιά του ή να ψάξει να πάρει μαζί του τα κορδελάκια που έχει μαζέψει από το προχθεσινό πάρτυ, ή ότι έχει κατεβάσει για δέκατη φορά όλα τα μαξιλάρια του καναπέ στο πάτωμα για να φτιάξει σπιτάκια συνήθως μπροστά από την πόρτα του μπάνιου ή της κουζίνας, ή ότι πειράζει τη Χλόη λόγω αυξημένου επίπεδου βαρεμάρας και της τραβάει όλη την ώρα το τσιμπιδάκι, δε ξέρω, άπειρα τέτοια θα συμβαίνουν σε όλα τα σπίτια, σε όλες τις οικογένειες με παιδιά.
Είναι τέλος πάντων εκείνο το κομβικό σημείο που η διαφορά στο πώς αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα γίνεται μέσα στο κεφάλι μου ωρολογιακή βόμβα έτοιμη για έκρηξη.
Τικ Τοκ Τικ Τοκ.
Και αν η βόμβα θα εκραγεί δεν εξαρτάται από έναν μόνο παράγοντα, να πεις θα τον απομονώσω, ή θα παλέψω να τον εξαφανίσω, αλλά από τόσους διαφορετικούς και σίγουρα ανεξάρτητους από εκείνον γαμώτο.
Και φωνάζω. ΦΩΝΑΖΩ και σιχαίνομαι να φωνάζω.
Φωνάζω και ξέρω εκείνη την ώρα ότι δεν πρέπει να το κάνω, ότι το μόνο που μαθαίνει από εμένα είναι να φωνάζει και εκείνος, να αφήνει τον θυμό του να τον κυριεύει, το νεύρο του να τον τυλίγει από την κορυφή μέχρι τα νύχια, μαθαίνει να μεταμορφώνεται σε έναν άνθρωπο που αν τον συναντούσα έξω θα του γύριζα την πλάτη περιφρονητικά, θα απορούσα με τον τρόπο και τον κόσμο που μεγάλωσε, θα πατούσα γκάζι με χειρονομία είσαι τρόμπας και εκείνος μάταια θα με κυνηγούσε για να ουρλιάξει στο αυτί μου κάτι χαριτωμένο του τύπου "γαμώ τη μάνα σου μωρή" και άλλα τέτοια οδηγικά και πολιτισμένα.
Μιλούσα πριν κάποιες μέρες με τον Θοδωρή και την Κατερίνα και μου έλεγαν ότι όταν ο μικρός τους φωνάζει, εκείνοι ψιθυρίζουν, χαμογέλασα, μου φάνηκε υπέροχη ιδέα και μετά σκέφτηκα όλα αυτά τα φανταστικά που έκανα και εγώ με το πρώτο παιδί.  Που είχα διαβάσει πολλά βιβλία και είχα ακούσει πολλούς ειδικούς, που ήθελα να τα κάνω όλα πάρα πολύ σωστά όχι για εμένα, αλλά για εκείνον, που ήμουν ψαρωμένη, πρωτάρα, με πολλές ανησυχίες για πιθανά λάθη που θα δημιουργούσαν μελλοντικά προβλήματα, τότε που συμβιβαζόμουν, υποχωρούσα, συντονιζόμουν ίσως περισσότερο.
Με το δεύτερο παιδί, έτσι όπως ξεψάρωσα με τα θετικά, με την έννοια ότι δεν ήμουν συνέχεια πάνω από το κεφάλι της, η μικρή έγινε πιο γρήγορα ανεξάρτητη και αυτάρκης, και άλλα τόσα πολλά, τα ξέρετε, ξεψάρωσα δυστυχώς και με τα άλλα.  Κάποια θέματα που είχα στο μυαλό μου στην κατηγορία dont's πέρασαν στην κατηγορία έλα μωρέ και τί έγινε, γίνονται και αυτά καμια φορά και εκεί μέσα ρουφήχτηκαν και ξεβράστηκαν μερικές δικές μου συμπεριφορές που 4-5 χρόνια πριν θα ήταν λόγος για κάψιμο στην πυρά της σύγχρονης, συνειδητοποιημένης, διαβασμένης μητρότητας. 
Ξέρω πολύ καλά ότι σε αυτή την ιστορία δεν μπορούν να κερδηθούν όλες οι μάχες. Το θεωρώ σοφό, το έχω χωνέψει και το έχω διαπιστώσει, προφυλάσσοντας τον εαυτό μου από το να αναλώνεται σε μια αέναη προσπάθεια "σωστής" διαπαιδαγώγησης.  Επίσης, για να κόψω και λίγο την κλάψα ή τις εικόνες της μάνας τέρατος που πιθανόν ξεπετάγονται μπροστά στα μάτια σας διαβάζοντας αυτή την ανάρτηση, είμαι πολύ περήφανη για μερικά από αυτά που έχω καταφέρει - έχουμε, σαν γονείς, γιατί αλλιώς δεν γίνεται, στο δικό μας το μοντέλο μοιραζόμαστε και τις επιτυχίες και τα fails.
Αλλά, όταν τον βλέπω σκυμμένο πάνω από τα Lego - σ.σ. το αγαπημενότερο και τελειότερο παιχνίδι όλων των εποχών - να προσπαθεί απεγνωσμένα να φτιάξει συρόμενη (μη με ρωτάς, άστο) πόρτα για το σπίτι με τα 17 επίπεδα και τα 31 παράθυρα και σοφίτες και δεν τα καταφέρνει και θυμώνει και εκείνη την ώρα περνάει πάνω από την κατασκευή η δεν-με-νοιάζει-τίποτα-θέλω-μόνο-να-τραγουδάω αδεφή του και τα σαρρώνει όλα, ξέρω ότι η δική του ωρολογιακή βόμβα θα σκάσει.
Τικ Τοκ Τικ Τοκ.
Θα πεταχτεί επάνω τρελαμένος, με μάτια κόκκινα, με φλέβες πρησμένες και θα της φωνάξει, θα θολώσει, θα εκνευριστεί έτσι όπως δεν περιμένεις να πάθει ένα πεντάχρονο αγόρι που αγαπάει πολύ τα Lego, τη ζωγραφική και τα αστερόπλοια.
Τον κοιτάω και αναρωτιέμαι τί βλέπει εκείνος όταν του φωνάζω εγώ.
Άραγε θα βλέπει μια μαμά ευαίσθητη, γλυκιά, αστεία, ανίκανη να φτιάξει έστω και μία ομελέτα αλλά ταλαντούχα στο να σκαρώσει μία απίθανη ιστορία μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα;  Θα βλέπει μία μαμά συμπονετική, τρυφερή, που θέλει να χορεύει και να τραγουδάει, αγνοεί την ακαταστασία και τα άπλυτα πιάτα, αλλά όχι τις μυρμηγκοφωλιές και τα αραχνόσπιτα ή θα βλέπει μια μαμά σκληρή, απαιτητική, φοβιστική, με ηλεκτρόδια να ταρακουνάνε το κεφάλι της και στόμα που βγάζει ήχο αποκρουστικό;
'Ο,τι κι αν βλέπει, θα το μιμηθεί.  Και ο κύκλος των φωνών θα συνεχίζεται.  Έτσι όπως εγώ όταν κλείνω τα μάτια μου και ανασύρω εικόνες από τότε που ήμουν παιδί, θυμάμαι πιο εύκολα τους τσακωμούς.  Το λέω στη μαμά μου και λυπάται γι'αυτό.  Μου λέει με ειλικρινή στεναχώρια πόσο κρίμα να θυμάμαι δυο τρία άσχημα περιστατικά vs. τόσων άλλων καθημερινών ευτυχισμένων στιγμών, κάθεται και μου διηγείται ό,τι πιο χαρούμενο της προσγειωθεί στο κεφάλι, τρίβοντας ταυτόχρονα με ένα σφουγγάρι με λευκαντικό οξύ το δικό μου, αλλά, να, αυτά τα άσχημα, τα νευριασμένα, τα βροντοφωναχτά κάνουν μεγάλη ζημιά στις αναμνήσεις.
'Οπως και η καρμπονάρα σφήνα μέσα στη δεκαήμερη αυστηρή δίαιτα της πείνας για να βγεις στην παραλία.
Είναι ένα απόλυτο DON'T.

πι.ες: οποιαδήποτε ομοιότητα με τη σημερινή ανάρτηση που ανέβασαν οι Μικροί Μεγάλοι, είναι συμπτωματική, ήθελα να το γράψω χθες το βράδυ και βαρέθηκα γιατί έκατσα και είδα ένα επεισόδιο The Killing. δηλαδή τόσο που συγχύστηκα που δεν τη διάβασα καν όλη, μόνο μερικές γραμμές μην τυχόν επηρεαστώ και ξεπατικώσω τίποτα.

πι.ες2: Bonus Track, η κόρη μου κι εγώ σε αυτό το σποτάκι, για 3,5 δευτερόλεπτα :-)

17.6.13

'Ελα σταμάτα, καλός είσαι.

'Εχω μαζέψει τα πόδια μου πάνω στον καναπέ και κοιτάω με μάτια ένα στάδιο πριν το βουρκωμένα το φάκελο, που δεν είναι ακριβώς φάκελος, κάτι σαν θήκη χειροποίητη με χοντρά εξώραφα και ένα ωραίο αυτοσχέδιο τσόχινο κουμπί, με τις ζωγραφιές του Walter που μας έδωσαν από το σχολείο.  Αυτά τα σχέδια που κάνει τώρα, σχεδόν καθόλου πια πρόσωπα, σπίτια ανοιχτά και το εσωτερικό τους, σκάλες, σωλήνες, καπνούς, παντού τα γράμματά του, ατελείωτη καθημερινή προσπάθεια να γράφει χωρίς να ρωτάει, όλες οι λέξεις χωρίς φωνήεντα παρά μόνο αν είναι στην αρχή και διαστημόπλοια, αστροναύτες, δρόμοι στα σύννεφα.
Μόλις βλέπει τί κάνω τρέχει δίπλα μου, πήραμε τις ζωγραφιές του την Παρασκευή το βράδυ μετά τη γιορτή στην αυλή του σχολείου και από τότε τις κοιτάει δυο τρεις φορές την ημέρα, παραμιλώντας.
Αρχίζει να μου εξηγεί την κάθε μία ξεχωριστά με εκνευριστικές λεπτομέρειες, θέλω να πάω παρακάτω, του λέω εκατό φορές "κατάλαβα Βάλτερ, πω πω κόλλημα που έχεις φάει", γελάμε.
Μετά με κοιτάει σοβαρός, πολύ σοβαρός.
- Μαμά.  Δεν μου αρέσει το πρόσωπό μου.
Ντιν Ντον Ντιν Ντον, γουατ δε φακ, τί λένε τώρα, πρέπει να μιλήσω σε ψυχολόγο, δεν πάει καλά το παιδί, τα κορίτσια με νευρική ανορεξία ίσως κάπως έτσι ξεκίνησαν, αν ανακαλύψω ποιο κωλόπαιδο του είπε καμια μαλακία το 'φαγα, σιγά τα δέντρα.
- Ο μπαμπάς σου σού αρέσει;
- Ναι.
- Ε άρα μην ανησυχείς, είστε ίδιοι.
Ξαναγελάει.  
- Ναι, αλλά εμένα το δικό μου δεν μου αρέσει.  Και δεν είμαστε και ολόιδιοι! Να, δεν έχουμε ίδια μάτια.
Ξεκινάει μια συζήτηση περί ομορφιάς.
Με ζωγραφιές σκόρπιες στο πάτωμα και ησυχία, γιατί η μικρή έχει βγει με τον μπαμπά της και δύο ποτήρια με χυμό απ'το σούπερ μάρκετ γιατί βαριέμαι να στίψω.
Καταλαβαίνω ότι αρχικά βρίσκει όμορφους τους περισσότερους που συμπαθεί πολύ, ότι του αρέσουν τα μακριά, ίσια μαλλιά στα κορίτσια και τα μεγάλα χαμόγελα στα αγόρια.  'Οτι μου μιλάει για αστείες φάτσες, για φίλους του που κάνουν γκριμάτσες, για τη σημασία που δίνει αφενός στη φωνή, προσποιείται διάφορες φωνές συμμαθητών του καταλήγοντας στο ότι "εκείνος δεν μου αρέσει γιατί μιλάει βραχνά και τσιριχτά" και αφετέρου στη μυρωδιά - α, ναι, μόλις προχθες με έκανε ρόμπα μέσα σε ένα ασανσέρ γιατί μου είπε υποτίθεται φιθυριστά ότι θέλει να κατέβει επειδή ο κύριος δίπλα μας μύριζε όπως η αποθήκη στο χωριό πριν τη φτιάξει ο παππούς.
Μου φαίνεται φανταστική η συζήτηση αυτή, κρύβει για εμένα τόσα πολλά συμπεράσματα και ανησυχίες.  Τον κοιτάω έτσι όπως μιλάει κουνώντας με ένταση τα χέρια και τον βλέπω πανέμορφο.  Πάρα πολλές φορές βέβαια μου έχει φανεί και χάλια, ότι έχει πεταχτά αυτιά, ότι δεν του πάει καθόλου αυτό το κούρεμα, ότι έχει μαύρους κύκλους, ότι από όλα που μπορούσε να κληρονομήσει από εμένα πήρε το απαίσιο χρώμα μου το εκρού, ότι είναι ένα μέτριο αγοράκι, ότι είναι ένα πολύ όμορφο αγοράκι, ότι ρε γαμώτο το αγοράκι μου θα μπορούσε να είναι και πιο ωραίο. Ξέρω γω, εμένα λογικά πράγματα μου φαίνονται όλα αυτά.
Και τα έχω σκεφτεί έτσι ακριβώς όπως τα σκέφτομαι και για τον εαυτό μου κάθε πρωί που ξυπνάω, κοιτάζομαι στον μεγάλο καθρέφτη του μπάνιου και με πιάνει συνήθως όλη η γκάμα του αρνητικού ανθρώπινου συναισθήματος μέχρι έστω, να βάλω κονσίλερ.  'Η να κοιταχτώ στον καθρέφτη του ασανσέρ με τον φωτισμό που κρύβει τις πολλές λεπτομέρειες και σε λίγο λοξή πόζα που δεν προδίδει ότι το ένα μάτι μου είναι μεγαλύτερο από το άλλο - μετά από δέκα λεπτά ανυποχώρητης πίεσης το παραδέχτηκε και ο μπαμπάς μου.
Αυτά, τα χαζά ή και όχι και τόσο.  
Αδιαμφισβήτητα με τo politically wrong επιφανειακό, ό,τι βλέπουμε σε αυτό τον αμείλικτο καθρέφτη του μπάνιου κάθε πρωί είναι κινητήριος δύναμη για τον τρόπο που βιώνουμε απολύτως όλες τις σχέσεις που δημιουργούμε ή εξελίσσουμε - καμία δεν είναι ολοκληρωμένη αν της λείπει η εικόνα, και άρα όσο και αν θες ή υποχρεούσαι να τη σνομπάρεις δεν γίνεται να μη σε αφορά, και μάλιστα αρκετά.
Δεν ξέρω αν είναι τυχαίο που μιλάμε για όλα αυτά με το γιο μου πάνω από τόσες πολλές δικές του ζωγραφιές, σαν να μου δείχνει τον τρόπο που παρατηρεί τον κόσμο όλο, τη σημασία που δίνει στη λεπτομέρεια, την αχαλίνωτη φαντασία, τα φαινομενικά αταίριαστα.  Δεν ξέρω κατά πόσο η δήλωση του περί ομορφιάς ήταν συνειδητή ή απλώς βαρύγδουπη, αν το χειρίστηκα σωστά που δεν ασχολήθηκα και τόσο, αν όλο αυτό ακούγεται υπερφίαλο ή πολύ ουσιαστικό.
Ξέρω πάντως ότι σε μια ματιά που του έριξα είδα πάθος, είδα εκφραστικότητα, είδα περιέργεια για  τους ανθρώπους, είδα μια διάθεση διερευνητική.  Σταμάτησα εκεί.
Για την ώρα θα προσπαθήσω να του βρω μέρες να ζωγραφίσει σκληρά από την αλμύρα βραχιολάκια, σανίδες που βαράνε στα κύματα και ολοκαίνουργια σημάδια από πατούσες στην άμμο.  Μένει να πετύχει το κούρεμα και ω, θα έχουμε ένα υπέροχο καλοκαίρι ;-)
Η Κόκκινη Πλατεία, ή να ρωτήσω τον καλλιτέχνη όταν γυρίσει.

Εγώ, ένα τεκνικολόρ ρομπότ.






7.6.13

School time και πόσα χρόνια ακόμα.

Τις τελευταίες μέρες έλαβα διάφορα email που αφορούσαν σε ένα θέμα που έχει σκάσει σε γονεϊκά φόρουμς και μπλογκς σχετικά με μία "διαμάχη" μεταξύ ενός ζευγαριού γονιών και ενός σχολείου προσχολικής εκπαίδευσης, χωρίς να δω κάπου αν το σχολείο έχει πάρει επίσημη θέση - περισσότερο γράφουν οι γονείς που στέλνουν εκεί τα παιδιά τους και προφανώς έχουν μείνει ευχαριστημένοι.
Δεν θα βάλω κανένα link γιατί όλη αυτή η "συζήτηση" (περισσότερο κατάθεση απόλυτων, παθιασμένων απόψεων χωρίς διάθεση διαπραγμάτευσης) είναι απλά για μενα η αφορμή να γράψω δυο τρεις σκέψεις για τα σχολεία των μικρών, μιας και η κόρη μου ξεκίνησε πριν από κανένα μήνα, παρότι έχω προσωπική γνώμη και για τους συγκεκριμένους γονείς και, τυχαία, και για το συγκεκριμένο σχολείο.
Επειδή είναι η περίοδος που πολλοί γονείς εμπλεκόμαστε σε σχολειοσυζήτηση - μέγκα άγχος, τί να λέμε, ένα δημοτικό αν μπορεί να ετοιμάσει το Dorothy Snot μέσα στον επόμενο χρόνο και εμείς θα γίνουμε μία πολύ χαρούμενη οικογένεια, σκέφτηκα λίγο πόσο πιο απλή μπορούμε να κάνουμε τη ζωή μας αν απομονώσουμε τα σημαντικά που ζητάμε από τις περικοκλάδες και κοιτάξουμε γύρω μας - με μάτια γουρλωμένα στις τάξεις, στην αυλή, στο γραφείο του ανθρώπου που μας υποδέχεται.
Τα σχολεία μιλάνε.  Οι ζωγραφιές στους τοίχους διηγούνται ιστορίες.  Τα κουρελάκια, τα κρυσταλλάκια που κρέμονται από τα ταβάνια, τα πολύχρωμα χαρτόνια που γίνονται θαυματουργές κατασκευές, τα παιχνίδια που τσιμπάνε την παιδική φαντασία κουβαριασμένη μέσα σε τόσα μυαλά, τα χέρια που ανοίγουν διάπλατα οι δασκάλες, οι φωτογραφίες με τις υπογραφές στους τοίχους, τα δεκάδες παιδικά βλέμματα που ακολουθούν τον επισκέπτη, ακόμα και τα χαμόγελα των γονιών που φέρνουν τους συμμαθητές το πρωί, είναι οι αδιαφιλονίκητοι μάρτυρες του αν το σχολείο αυτό είναι κατάλληλο για το συγκεκριμένο παιδί και την οικογένεια που το περιμένει να συνεχίσει την ημέρα του στο σπίτι.
Γιατί στην τελική, αυτή είναι μια μεγάλη ουσία.  Το παιδί να ζει με συνέπεια και συνέχεια τη ζωή του, μέσα σε ένα περιβάλλον που οι διαφορές δεν είναι απροσπέλαστες και δεν διαταράσσουν την ισορροπία του.
Εγώ έχω τρομάξει γιατί έχω επισκεφθεί σχολεία που βροντοφώναζαν σοκαριστική καθαριότητα και τάξη.  'Εχω πει όχι ευχαριστώ σε άλλα που μου ζητούσαν ο γιος μου να φοράει κάθε μέρα φόρμα για να αποφεύγει τα ατυχήματα στην τουαλέτα.  Έχω φύγει τρέχοντας από αλλού που χρησιμοποιήθηκε η έκφραση από εκπαιδευτικό "έλα μωρέ μικρά παιδιά είναι, τί να κάνουν εδώ, θα παίζουν".  Αντίστοιχα έχω φρικάρει με ανθυγιεινά (για τα δικά μου κριτήρια) προγράμματα διατροφής, με περιγραφές κανόνων πειθαρχίας, με συνέντευξη στον γονέα που δεν είναι και τόσο celeb, έχω γελάσει ειρωνικά όταν μου περιγράφηκε ότι τα παιδιά κατεβαίνουν τις σκάλες με τον κώλο για να μη χτυπήσουν.
ΕΓΩ όμως.  Εγώ, γιατί επισκέφθηκα πριν καταλήξω εφτά διαφορετικά σχολεία και σε δυο τρία επανήλθα με απειλητική, επαναληπτική επίσκεψη - με καινούργιες απορίες, με διάθεση για μεγαλύτερη παρατήρηση, με ερωτήσεις-παγίδες που σκεφτόμουν το προηγούμενο βράδυ η τρελή, ελπίζοντας για την κατάλληλη απάντηση.
Και αν με θεωρείτε υπερβολική είναι ίσως επειδή ναι, σε αυτές τις εύθραστες ηλικίες εκεί που πάμε σύμμαχοι να ατσαλώσουμε μυαλά και συμπεριφορές, για μενα που από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου αντιμετώπιζα πρόβλημα με όλους τους δασκαλοκαθηγητές που πέρασαν από τη ζωή μου, έψαξα με ζήλο να βρω αυτό που μας ταιριάζει.
Έψαξα να βρω ένα σχολείο που δεν φυλάει μόνο παιδιά με ασφάλεια, για μένα αυτό είναι προαπαιτούμενο, ούτε εκείνο που είναι δίπλα από το σπίτι μου.  Έψαξα να βρω ένα σχολείο που με έκανε μέλος του σε μικρές ή μεγάλες αποφάσεις, που αναγνώριζε τα λάθη του και που προχωρούσε τη χρονιά με ευελιξία, ακούγοντας πίσω από τα τραγούδια των παιδιών τις ζωές των οικογενειών τους.
Και αν δυο τρεις φορές ο γιος μου γυρίσει σπίτι με σημάδι από χτύπημα δεν θα αναρωτηθώ, αν γυρίσει όμως δυο τρεις φορές και μου πει "βαρέθηκα", θα σηκώσω το τηλέφωνο.