Φίλες και φίλοι, γειά σας.
Τις τελευταίες εβδομάδες ζω μέσα σε μία δίνη.
Η κατάσταση στο γραφείο είναι άπαιχτη, σουρεαλιστική και εξοργιστική. Αυτό είναι το ένα.
Το άλλο είναι ότι το σύμπαν όλο κάνει στις ελεύθερες φίλες μου πλάκα και τα προβληματικά γκομενοσκηνικά σκάνε σαν κομήτες στη μαύρη τρύπα.
Και εγώ είμαι απ'έξω, με την έννοια ότι ακούω και συμμετέχω θεωρητικά, για να κάνω και ένα διάλειμμα από το δικό μου το ζόρι, το γιο μου. Ναι, έχει προσωπικότητα, ναι, έχει άποψη, ναι, έχει φωνή, ναι, έχει επιχειρήματα, αλλά μάλλον παραέχει. Αυτά προς το παρών και θα επανέλθω.
Και αναρωτιέμαι... Σχέσεις γίνονται στην εποχή μας, στο target group μας, σε αυτό το μικρόκοσμο που ο καθένας ζει τέλος πάντων?
Ναι ρε, με την απλή, με την ουσιαστική και με τη ρομαντική έννοια του όρου.
Γιατί εγώ βλέπω να κλείνονται deals.
Ναι, να σε παίρνω τηλέφωνο, αλλά όχι κάθε μέρα.
Ναι, να κάνουμε sex, αλλά μόνο όταν δεν έχω kung fu/ ραντεβού για μανικιούρ/ ματσάκι στην τηλεόραση/ τεκίλα στην Καρύτση.
Ναι, να είμαστε μονογαμικοί, αλλά αν δεν κάτσει κανένας καλύτερος/η.
Ναι, να βλεπόμαστε, αλλά όχι και δυο φορές την εβδομάδα.
Ναι, να κανονίζουμε, αλλά και όταν ακυρώνουμε να μην τρέχει τίποτα. Και το λέιζερ χαλάλι σου, μάγκα μου.
Ναι, να σου μαγειρέψω, αλλά μόνο αν τρως φαγητό που μου αρέσει.
Ναι, να αγκαλιαζόμαστε, να φιλιόμαστε, αλλά όχι μπροστά στους κολλητούς. Μη σε περάσουν και για βδέλλα.
Ναι, ν'αγαπιόμαστε, αλλά όχι πολύ. Μη μας περάσουν και για μαλάκες.
Και έτσι τριγυρνάω ανάμεσα σε φίλους ελεύθερους, και φίλες ελεύθερες.
Από αυτούς που φοβούνται να μιλήσουν με ειλικρίνεια και φοβούνται να μείνουν μόνοι. Αντ'αυτού, κλείνουν συμφωνίες.
Λοιπόν, από την μέχρι τώρα μικρή εμπειρία μου, σας ενημερώνω ότι κανένα από αυτά τα deal δεν πρόκειται να προχωρήσει. Είναι για κάτι τόσο αμφίδρομο (αυτή είναι η μοναδική προϋπόθεση), που το πνίγουμε μέσα σε τόσους ατομικούς κανόνες, οδηγώντας το με μαθηματική ακρίβεια στο αδιέξοδο. Και μετά υπάρχει και η εύκολη ατάκα απενοχοποίησης: "Πάλι σε μαλάκα έπεσα" και φτου κι απ'την αρχή να πάμε να κλείσουμε το επόμενο συμβόλαιο.
Ουφ, αν δεν υποστηρίξουμε το κίνημα ας είμαστε μαζί και όπου, και αν μας βγάλει, δε βλέπω ελπίδα.
Και έχω κάτι καλά κομμάτια ρε γαμώτο και θα πάνε άκλαφτα.
το ποστ είναι εντελώς σχετικό, μην ακούω αηδίες. κάντε λίγο το συλλογισμό ανάποδα, βγαίνει σε μαμαδίστικο.
8.11.11
1.11.11
Toddlers gone wild.
Μία ωραία μέρα, γίνεσαι και εσύ Μικρός Θεός και φέρνεις ένα παιδί στον κόσμο.
Ένα παιδί που το ήθελες με τρέλα, με έναν μπαμπά που σου έχει γεννήσει τα ίδια συναισθήματα, σε ένα σπίτι πανέτοιμο να το υποδεχτεί (λέμε τώρα, και ας μην ήταν αυτή η περίπτωση η δική μου), κάτω από ένα πάλλευκο σύννεφο συναισθημάτων, φιλοδοξιών και ονείρων.
Ξεκινάτε μαζί τη ζωή σου, ξανά.
Μέσα σε όλα, πασχίζεις να το κάνεις "καλό" παιδί, με τη γενικότερα αποδεκτή έννοια του όρου.
Και ακολουθείς τη δημοκρατική και πολιτισμένη οδό.
Εξηγείς πάντα το ναι και το όχι, επιβραβεύεις και αναλύεις επιπτώσεις, προωθείς τη διαφορετικότητα και την ανάπτυξη της προσωπικότητας, είσαι politically correct σε παραμύθια, ιστορίες και συναναστροφές.
Το παιδί μεγαλώνει και εσύ μαθαίνεις μαζί του, εκείνο απορροφά και αφουγκράζεται, λίγο κάνει τα δικά του αλλά η δική σου φιγούρα είναι γι'αυτό πυξίδα, καλά τα πάτε προς το παρών, μερικές φορές κοντράρεστε, αλλά τον βλέπεις, το βλέμμα σου τον παρασέρνει και τα λόγια σου τον καθησυχάζουν. Είσαι καλή μαμά και ας αγριεύει λίγο το παιδί μεγαλώνοντας. Έτσι πάθαμε όλοι, καλά καταλήξαμε. Προς το παρών τουλάχιστον.
Το παιδί προσπαθεί να μάθει να ζει στα πλαίσια και ενός άλλου μοντέλου οικογένειας τώρα. Εκεί που στριμώχνεται και διεκδικεί το χώρο του άλλο ένα, εκεί που η μαμά και ο μπαμπάς δουλεύουν πιο εντατικά, εκεί που η έννοια "σχολείο" έρχεται να καταπλακώσει στιγμές ανεμελιάς, τρυφερότητας και επανάστασης (έτσι πιστεύει ο ήρωάς μας).
Και η δική του επανάσταση είναι λίγο πιο ζόρικη από το αναμενόμενο. Λίγο η ηλικία, λίγο όλα τα παραπάνω και το παιδί ξεφεύγει από τις σημάνσεις της πυξίδας.
Τα "όχι" δεν είναι αποδεκτά και ας στεγνώνει το σάλιο στην επεξήγηση και όλη η μέρα στροβιλίζεται γύρω από το κέντρισμα της προσοχής, συνήθως αρνητικά, στρεσογόνα, ασυνήθιστα.
Η μαμά και ο μπαμπάς λίγο απελπίζονται, πολύ αναρωτιούνται αν κάτι έκαναν στραβά και ξανά προς τη δόξα τραβούν - έτσι είναι η μαμά και ο μπαμπάς, περπατάνε γοργά σε ένα δρόμο που δεν έχει γυρισμό. Απλά προσπαθούν έστω να πάρουν το καλό το μονοπάτι.
Και φθάνει το χθεσινό απόγευμα που έχουν κανονίσει στο σπίτι επαγγελματικό ραντεβού - με την πίεση του χρόνου, με τις υποχρεώσεις, με τα σχέδια που δεν μπορούν να περιμένουν, δεν υπάρχει άλλη λύση.
Και ξεκινάει το ντελίριο. Το ώριμο αυτό παιδάκι, που μεγαλώνει σε ένα ισορροπημένο και φιλελεύθερο περιβάλλον, με μοντέρνους και πολιτισμένους γονείς που κρατούν καθημερινά τις ισορροπίες θυσιάζοντας προσωπική ευχαρίστηση, βρίσκει τρόπο να τινάξει την ηρεμία και τη σοβαρότητα της συνάντησης στον αέρα.
Φίλε μου, τα σπάει. Κυριολεκτικά, όμως. 'Οχι με την άλλη, την καλή έννοια.
Διαλύει το δωμάτιο του, πηγαινοέρχεται σα σίφουνας στο σαλόνι, αγριεύει απέναντι στο μωρό, χτυπιέται στο κρεβάτι του σα θηρίο στο κλουβί, δε συζητάμε για στοιχειώδη επικοινωνία με την άμοιρη κυρία που επισκέφτηκε για σοβαρούς λόγους την οικογένεια, μόνο ροχάλα και βρωμερό αέριο που δεν της έριξε στα μούτρα.
Και οι γονείς με επιφανειακή ψυχραιμία, με εναλλάξ συζήτηση για καθησυχασμό, με λίγο παιχνίδι, δεν καταφέρνουν τίποτα... απολύτως τίποτα.
Η κυρία φεύγει τρομαγμένη, η μαμά και ο μπαμπάς μένουν αποσβολωμένοι και το neon sign στο μέτωπο αναβοσβήνει: Τί Κάναμε Λάθος?
Τί να τους πω, δε ξέρω. Δε βλέπω κάτι λάθος. Αν έβλεπα θα το είχα διορθώσει, γιατί προφανώς η ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις δεν είναι καθόλου συμπτωματική.
Τον έχουμε αφήσει να εκτονωθεί, να εκφραστεί, να ειπράξει αγάπη χωρίς όρια, να φουσκώσει από περηφάνια χωρίς προφανή λόγο, να ζήσει σαν παιδί με ανησυχίες χωρίς ψηλούς φράχτες και αναρωτιέμαι μήπως τον παρααφήσαμε.
'Η μήπως, αυτά τα παιδάκια τα καλοαναθρεμμένα, τα καλοΐσκιωτα, τα ευγενικά, τα χαμογελαστά, τα διαπαιδαγωγημένα, δεν είναι δικά μας.
Είναι της Μαρί Σαντάλ.
Ένα παιδί που το ήθελες με τρέλα, με έναν μπαμπά που σου έχει γεννήσει τα ίδια συναισθήματα, σε ένα σπίτι πανέτοιμο να το υποδεχτεί (λέμε τώρα, και ας μην ήταν αυτή η περίπτωση η δική μου), κάτω από ένα πάλλευκο σύννεφο συναισθημάτων, φιλοδοξιών και ονείρων.
Ξεκινάτε μαζί τη ζωή σου, ξανά.
Μέσα σε όλα, πασχίζεις να το κάνεις "καλό" παιδί, με τη γενικότερα αποδεκτή έννοια του όρου.
Και ακολουθείς τη δημοκρατική και πολιτισμένη οδό.
Εξηγείς πάντα το ναι και το όχι, επιβραβεύεις και αναλύεις επιπτώσεις, προωθείς τη διαφορετικότητα και την ανάπτυξη της προσωπικότητας, είσαι politically correct σε παραμύθια, ιστορίες και συναναστροφές.
Το παιδί μεγαλώνει και εσύ μαθαίνεις μαζί του, εκείνο απορροφά και αφουγκράζεται, λίγο κάνει τα δικά του αλλά η δική σου φιγούρα είναι γι'αυτό πυξίδα, καλά τα πάτε προς το παρών, μερικές φορές κοντράρεστε, αλλά τον βλέπεις, το βλέμμα σου τον παρασέρνει και τα λόγια σου τον καθησυχάζουν. Είσαι καλή μαμά και ας αγριεύει λίγο το παιδί μεγαλώνοντας. Έτσι πάθαμε όλοι, καλά καταλήξαμε. Προς το παρών τουλάχιστον.
Το παιδί προσπαθεί να μάθει να ζει στα πλαίσια και ενός άλλου μοντέλου οικογένειας τώρα. Εκεί που στριμώχνεται και διεκδικεί το χώρο του άλλο ένα, εκεί που η μαμά και ο μπαμπάς δουλεύουν πιο εντατικά, εκεί που η έννοια "σχολείο" έρχεται να καταπλακώσει στιγμές ανεμελιάς, τρυφερότητας και επανάστασης (έτσι πιστεύει ο ήρωάς μας).
Και η δική του επανάσταση είναι λίγο πιο ζόρικη από το αναμενόμενο. Λίγο η ηλικία, λίγο όλα τα παραπάνω και το παιδί ξεφεύγει από τις σημάνσεις της πυξίδας.
Τα "όχι" δεν είναι αποδεκτά και ας στεγνώνει το σάλιο στην επεξήγηση και όλη η μέρα στροβιλίζεται γύρω από το κέντρισμα της προσοχής, συνήθως αρνητικά, στρεσογόνα, ασυνήθιστα.
Η μαμά και ο μπαμπάς λίγο απελπίζονται, πολύ αναρωτιούνται αν κάτι έκαναν στραβά και ξανά προς τη δόξα τραβούν - έτσι είναι η μαμά και ο μπαμπάς, περπατάνε γοργά σε ένα δρόμο που δεν έχει γυρισμό. Απλά προσπαθούν έστω να πάρουν το καλό το μονοπάτι.
Και φθάνει το χθεσινό απόγευμα που έχουν κανονίσει στο σπίτι επαγγελματικό ραντεβού - με την πίεση του χρόνου, με τις υποχρεώσεις, με τα σχέδια που δεν μπορούν να περιμένουν, δεν υπάρχει άλλη λύση.
Και ξεκινάει το ντελίριο. Το ώριμο αυτό παιδάκι, που μεγαλώνει σε ένα ισορροπημένο και φιλελεύθερο περιβάλλον, με μοντέρνους και πολιτισμένους γονείς που κρατούν καθημερινά τις ισορροπίες θυσιάζοντας προσωπική ευχαρίστηση, βρίσκει τρόπο να τινάξει την ηρεμία και τη σοβαρότητα της συνάντησης στον αέρα.
Φίλε μου, τα σπάει. Κυριολεκτικά, όμως. 'Οχι με την άλλη, την καλή έννοια.
Διαλύει το δωμάτιο του, πηγαινοέρχεται σα σίφουνας στο σαλόνι, αγριεύει απέναντι στο μωρό, χτυπιέται στο κρεβάτι του σα θηρίο στο κλουβί, δε συζητάμε για στοιχειώδη επικοινωνία με την άμοιρη κυρία που επισκέφτηκε για σοβαρούς λόγους την οικογένεια, μόνο ροχάλα και βρωμερό αέριο που δεν της έριξε στα μούτρα.
Και οι γονείς με επιφανειακή ψυχραιμία, με εναλλάξ συζήτηση για καθησυχασμό, με λίγο παιχνίδι, δεν καταφέρνουν τίποτα... απολύτως τίποτα.
Η κυρία φεύγει τρομαγμένη, η μαμά και ο μπαμπάς μένουν αποσβολωμένοι και το neon sign στο μέτωπο αναβοσβήνει: Τί Κάναμε Λάθος?
Τί να τους πω, δε ξέρω. Δε βλέπω κάτι λάθος. Αν έβλεπα θα το είχα διορθώσει, γιατί προφανώς η ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις δεν είναι καθόλου συμπτωματική.
Τον έχουμε αφήσει να εκτονωθεί, να εκφραστεί, να ειπράξει αγάπη χωρίς όρια, να φουσκώσει από περηφάνια χωρίς προφανή λόγο, να ζήσει σαν παιδί με ανησυχίες χωρίς ψηλούς φράχτες και αναρωτιέμαι μήπως τον παρααφήσαμε.
'Η μήπως, αυτά τα παιδάκια τα καλοαναθρεμμένα, τα καλοΐσκιωτα, τα ευγενικά, τα χαμογελαστά, τα διαπαιδαγωγημένα, δεν είναι δικά μας.
Είναι της Μαρί Σαντάλ.
25.10.11
Εμείς οι Κινέζοι.
Τον τελευταίο καιρό, διαβάζοντας διάφορα άρθρα σε εφημερίδες, μπλογκς και πόρταλς, ανακαλύπτω πόσο πολύ όλοι εμείς έχουμε διαγράψει με μία χοντρή, μαύρη μολυβιά το παρελθόν μας όλο, και αποποιούμαστε με ευκολία την υπηκόοτητά μας.
Με λίγα και απλά λόγια, το παίζουμε Κινέζοι.
Το παίζουμε πολίτες υπεράνω κουλτούρας, αστείρευτης παιδείας και πολιτισμού, που ζούσαμε σε μία σούπερ οργανωμένη χώρα με τέλειους, απαράβατους κανόνες και συνθήκες υψηλού βιωτικού επιπέδου - μας ζήλευαν οι Καναδοί, οι Σουηδοί και όλοι αυτοί οι λαοί με τα φαρδιά πεζοδρόμια, το ρούφηγμα των βιβλίων στο μετρό και τα πλουσιοπάροχα επιδόματα τέλος πάντων.
Ξαφνικά, στην περίοδο της οικονομικής κρίσης, των ατελείωτων απεργιών και της δυσωδίας στους δρόμους, γράφουμε τεράστια Κατηγορώ για την κατάσταση αυτή που... ούπς, έσκασε σαν ωρολογιακή βόμβα στις ζωές μας.
Οι αθώοι. Οι ανυποψίαστοι. Οι τόσο-πολύ-που-θέλω-να-φύγω Θε μου, αλλά όταν με έστελνε η μανούλα μου με τα λεφτάκια της στην Αγγλία να ξεστραβωθώ, αντί να χτίσω καριέρα νοσταλγούσα τον φραπέ και το τζατζίκι και συμμετείχα σε μαραθώνιους μπίρας σε κάποια σκοτεινή pub που μύριζε κατρουλιό, παρέα με ένα σωρό ευγενικούς, πολιτισμένους και μορφωμένους Άγγλους. Έλα, μην τρελαθώ τώρα.
Γκρίνια. Γκρίνια και κριτική. Γκρίνια, κριτική και μετανάστευση. Οι τρείς λέξεις που κυριαρχούν σε ό,τι διαβάζω τον τελευταίο καιρό. Όπου όλοι οι συγγραφείς ψάχνουν εναγωνίως τον στοιχειώδη σεβασμό λες και θα τον έβρισκαν στα γαριδάκια.
Εγώ θα σας τη σπάσω. Θα δηλώσω ότι είμαι από τους "άλλους", αυτούς τους άξεστους, τους κακότροπους, τους κακόγουστους, γιατί κάποιος πρέπει να είναι και με αυτούς ρε φίλε. Είστε τόσοι πολλοί οι ιδανικοί πολίτες που ειλικρινά αναρωτιέμαι γιατί αυτή η χώρα δεν λειτουργούσε στην εντέλεια τόσο καιρό και δε σουλατσάραμε όλοι με χαμόγελο colgate στα σύννεφα.
Έχω διπλοπαρκάρει για να πάρω σοκολάτα από το περίπτερο - και προφανώς την έχω σπάσει στους από πίσω.
Έχω ζήσει σε σπίτι που στο πίσω μπαλκόνι είχε μεταλλική ντουλάπα από το πράκτικερ, γιατί δεν είχα πού να βάλω τα πράγματά μου και έκανε 50 ευρώ.
Έχω παρκάρει σε θέση μόνιμου κατοίκου στο Κολωνάκι γιατί βαρέθηκα να ψάχνω.
Μπαίνω στο δακτύλιο.
Έχω βάλει σκούπα 3 η ώρα το μεσημέρι.
Έχω τινάξει τραπεζομάντηλο με ψίχουλα από το μπαλκόνι.
Έχω κάνει πάρτυ που έχει τινάξει τις ώρες κοινής ησυχίας στον αέρα.
Έχω παρατήσει στο σούπερ μάρκετ σερβιέτες στο ράφι των τυριών.
Κατέβασα σκουπίδια στον κάδο πριν πέντε μέρες.
Έχω κάψει με τσιγάρο το καλσόν σπαστικής γκόμενας στο μπαρ.
Έχω πλασαριστεί σε καλύτερη θέση σε ουρά στο ΙΚΑ γιατί ένας τύπος που το έπαιζε ιστορία, χάζευε.
Τέλος πάντων, μη με μισήσετε που είμαι ένας απλός, καθημερινός, Έλληνας κάφρος.
Και βιβλία πολλά έχω διαβάσει στη ζωή μου και σε πορείες για την παγκόσμια ειρήνη έχω κατέβει, και έχω σπάσει τα νεύρα των μπάτσων της περιοχής μου για τα μηχανάκια που μπαίνουν ασταμάτητα στο πάρκο. Αυτά είναι τα όπλα μου, να παλεύω για τα καθημερινά και τα ουσιαστικά συνάμα και όχι να δηλώνω βαρύγδουπα πώς τίποτα σε αυτή τη χώρα δε λειτουργεί, πώς οι συμπολίτες μου στερούνται ευρωπαϊκού επιπέδου και παιδείας και πως θα την κάνω για να πάω σε μία χώρα που εγώ, με το φτωχό μου το μυαλό την έχω εξιδανικεύσει ως φωτεινό άστρο του παγκόσμιου πολιτισμού.
Δεν αντέχω άλλες κραυγές από παγώνια, από Κινέζους και από όλους αυτούς που απλά συντηρούν με την ύπαρξή τους ό,τι μας ξενερώνει. Μιλάνε οι δημοσιογράφοι για λαμογιές. Και εγώ κλείνω τα αυτιά μου, και σφυρίζω αμέριμνη.
Βαρέθηκα τα Κατηγορώ όλων αυτών, τα επόμενα βήματα ψάχνω με λαιμαργία να διαβάσω από όλα αυτά τα μεγάλα κεφάλια αλλά δεν τα βρίσκω πουθενά.
Τελικά μάλλον αυτό χρειάζεται η Ελλάδα. Να μείνουμε εδώ οι απολίτιστοι και οι απολιτίκ και να τη ξαναχτίσουμε από την αρχή. Δανείζουμε τους επικριτές της καθημερινότητάς μας και τα μεγάλα πνεύματα της διανόησης σε άλλους πολιτισμούς, που μπορούν πραγματικά να τους εκτιμήσουν.
Μη σου πω και σε άλλο γαλαξία, να βάλουν τα γυαλιά στους Μάγια.
Με λίγα και απλά λόγια, το παίζουμε Κινέζοι.
Το παίζουμε πολίτες υπεράνω κουλτούρας, αστείρευτης παιδείας και πολιτισμού, που ζούσαμε σε μία σούπερ οργανωμένη χώρα με τέλειους, απαράβατους κανόνες και συνθήκες υψηλού βιωτικού επιπέδου - μας ζήλευαν οι Καναδοί, οι Σουηδοί και όλοι αυτοί οι λαοί με τα φαρδιά πεζοδρόμια, το ρούφηγμα των βιβλίων στο μετρό και τα πλουσιοπάροχα επιδόματα τέλος πάντων.
Ξαφνικά, στην περίοδο της οικονομικής κρίσης, των ατελείωτων απεργιών και της δυσωδίας στους δρόμους, γράφουμε τεράστια Κατηγορώ για την κατάσταση αυτή που... ούπς, έσκασε σαν ωρολογιακή βόμβα στις ζωές μας.
Οι αθώοι. Οι ανυποψίαστοι. Οι τόσο-πολύ-που-θέλω-να-φύγω Θε μου, αλλά όταν με έστελνε η μανούλα μου με τα λεφτάκια της στην Αγγλία να ξεστραβωθώ, αντί να χτίσω καριέρα νοσταλγούσα τον φραπέ και το τζατζίκι και συμμετείχα σε μαραθώνιους μπίρας σε κάποια σκοτεινή pub που μύριζε κατρουλιό, παρέα με ένα σωρό ευγενικούς, πολιτισμένους και μορφωμένους Άγγλους. Έλα, μην τρελαθώ τώρα.
Γκρίνια. Γκρίνια και κριτική. Γκρίνια, κριτική και μετανάστευση. Οι τρείς λέξεις που κυριαρχούν σε ό,τι διαβάζω τον τελευταίο καιρό. Όπου όλοι οι συγγραφείς ψάχνουν εναγωνίως τον στοιχειώδη σεβασμό λες και θα τον έβρισκαν στα γαριδάκια.
Εγώ θα σας τη σπάσω. Θα δηλώσω ότι είμαι από τους "άλλους", αυτούς τους άξεστους, τους κακότροπους, τους κακόγουστους, γιατί κάποιος πρέπει να είναι και με αυτούς ρε φίλε. Είστε τόσοι πολλοί οι ιδανικοί πολίτες που ειλικρινά αναρωτιέμαι γιατί αυτή η χώρα δεν λειτουργούσε στην εντέλεια τόσο καιρό και δε σουλατσάραμε όλοι με χαμόγελο colgate στα σύννεφα.
Έχω διπλοπαρκάρει για να πάρω σοκολάτα από το περίπτερο - και προφανώς την έχω σπάσει στους από πίσω.
Έχω ζήσει σε σπίτι που στο πίσω μπαλκόνι είχε μεταλλική ντουλάπα από το πράκτικερ, γιατί δεν είχα πού να βάλω τα πράγματά μου και έκανε 50 ευρώ.
Έχω παρκάρει σε θέση μόνιμου κατοίκου στο Κολωνάκι γιατί βαρέθηκα να ψάχνω.
Μπαίνω στο δακτύλιο.
Έχω βάλει σκούπα 3 η ώρα το μεσημέρι.
Έχω τινάξει τραπεζομάντηλο με ψίχουλα από το μπαλκόνι.
Έχω κάνει πάρτυ που έχει τινάξει τις ώρες κοινής ησυχίας στον αέρα.
Έχω παρατήσει στο σούπερ μάρκετ σερβιέτες στο ράφι των τυριών.
Κατέβασα σκουπίδια στον κάδο πριν πέντε μέρες.
Έχω κάψει με τσιγάρο το καλσόν σπαστικής γκόμενας στο μπαρ.
Έχω πλασαριστεί σε καλύτερη θέση σε ουρά στο ΙΚΑ γιατί ένας τύπος που το έπαιζε ιστορία, χάζευε.
Τέλος πάντων, μη με μισήσετε που είμαι ένας απλός, καθημερινός, Έλληνας κάφρος.
Και βιβλία πολλά έχω διαβάσει στη ζωή μου και σε πορείες για την παγκόσμια ειρήνη έχω κατέβει, και έχω σπάσει τα νεύρα των μπάτσων της περιοχής μου για τα μηχανάκια που μπαίνουν ασταμάτητα στο πάρκο. Αυτά είναι τα όπλα μου, να παλεύω για τα καθημερινά και τα ουσιαστικά συνάμα και όχι να δηλώνω βαρύγδουπα πώς τίποτα σε αυτή τη χώρα δε λειτουργεί, πώς οι συμπολίτες μου στερούνται ευρωπαϊκού επιπέδου και παιδείας και πως θα την κάνω για να πάω σε μία χώρα που εγώ, με το φτωχό μου το μυαλό την έχω εξιδανικεύσει ως φωτεινό άστρο του παγκόσμιου πολιτισμού.
Δεν αντέχω άλλες κραυγές από παγώνια, από Κινέζους και από όλους αυτούς που απλά συντηρούν με την ύπαρξή τους ό,τι μας ξενερώνει. Μιλάνε οι δημοσιογράφοι για λαμογιές. Και εγώ κλείνω τα αυτιά μου, και σφυρίζω αμέριμνη.
Βαρέθηκα τα Κατηγορώ όλων αυτών, τα επόμενα βήματα ψάχνω με λαιμαργία να διαβάσω από όλα αυτά τα μεγάλα κεφάλια αλλά δεν τα βρίσκω πουθενά.
Τελικά μάλλον αυτό χρειάζεται η Ελλάδα. Να μείνουμε εδώ οι απολίτιστοι και οι απολιτίκ και να τη ξαναχτίσουμε από την αρχή. Δανείζουμε τους επικριτές της καθημερινότητάς μας και τα μεγάλα πνεύματα της διανόησης σε άλλους πολιτισμούς, που μπορούν πραγματικά να τους εκτιμήσουν.
Μη σου πω και σε άλλο γαλαξία, να βάλουν τα γυαλιά στους Μάγια.
17.10.11
Οι διαβολοβδομάδες είναι πολλές.
Τον τελευταίο μήνα περιμένω τα σαββατοκύριακα σαν τον ισοβίτη το επισκεπτήριο.
Προφανώς ζω και εγώ με ανεπάρκεια χρόνου ή αλλιώς συμμετοχή σε διαγωνισμό πόσο-ακόμα-μπορείτε-να-πήξετε-ένα-24ωρο.
Ξυπνάω το πρωί και ετοιμάζω το γιο μου για το σχολείο. Αυτό είναι μία διαδικασία που μόλις σήμερα σταμάτησε να γίνεται εντελώς ψυχοφθόρα, δραματική και καταστροφική για όλη την υπόλοιπη ημέρα μου. Επίσης, μη με ρωτήσετε γιατί είμαστε έτοιμοι 9 και 10, ενώ ξυπνάμε μία ώρα πριν. Νομίζω ότι είναι η ώρα του twilight zone στο σπίτι μας, ή της μαύρης τρύπας που μας καταπίνει ή κάτι τόσο εξωφρενικού τέλος πάντων.
Μετά, ασχολούμαι με τη μικρή, που την ψιλοαγνοώ είναι αλήθεια μέχρι να επιβιβαστεί ο mini αλ Ζαουάχρι στο κίτρινο όχημα με σήμα την κάμπια, και λίγο ξεχνιέμαι, λίγο χαμογελάω.
Μέχρι να μπω στο αυτοκίνητο και να μπήξω τα κλάματα στη διαδρομή. Εκεί που συνήθως θα έπρεπε να χαλαρώνω, να βάζω τις μουσικές μου (αυτά που έγραφα, ξέρετε) και να χαμογελάω στον εαυτό μου στον καθρέφτη βάζοντας lip gloss στο φανάρι.
Και έτσι χαρωπή και πάνω απ'όλα ανέμελη, πάω στη δουλειά. Η οποία δουλειά, σε μία φυσιολογική εταιρεία, με κάποιες πιο φυσιολογικές συνθήκες από το ένα βήμα πριν το φούντο, μερικά χρόνια πριν, τη λες και fun. Τώρα, τη λες και ισορροπία σε σκοινί πάνω από το λάκο με τα φίδια.
Και ενώ όλα τα events που έγιναν την εβδομάδα που πέρασε στέφθησαν με απόλυτη επιτυχία και υπό νορμάλ συνθήκες εγώ θα έπρεπε να τουιτάρω spicy detail from backstage, εμένα ο νους μου έτρεχε αλλού. Στο συντονισμό του baby sitting, στους φυσιολογικούς ορούς και τα aerolin, στα κλάματα και στα τηλέφωνα πού είσαι και τί ώρα θα γυρίσεις, στο αν μπήκε το πάπλωμα και βγήκε η πιπίλα, στο ότι ειδικά τα βράδια ήθελα να είμαι εκεί και όχι αλλού.
Έτσι είναι οι εργαζόμενες μαμάδες. Έχουμε τα πάνω κάτω μας. Τη μία εξυμνούμε την ισορροπία και την άλλη αναρωτιόμαστε αν μπορεί ποτέ αυτή να υπάρξει. Το συζητούσα με τη mama 35+ διαδικτυακά, και με ρώτησε αν η γνώμη μου για τη full time εργασία ισχύει.
Γενικότερα, τη γνώμη μου δεν την αλλάζω πολύ εύκολα. 'Οχι για να μη γίνω ρόμπα στο blog, αλλά γιατί έτσι είμαι. Αργώ να σε συμπαθήσω, να το ξέρεις, και το όλοι φίλοι, πιαρίστικα, δεν ισχύει στην περίπτωσή μου, αλλά μόλις συμβεί αυτό πολύ δύσκολα θα σε ξεράσω. Εκτός αν το προσπαθήσεις, το επιδιώξεις, άθελά σου ή και όχι, το σπρώξεις να πάει προς τα εκεί, ξεχνώντας αυτά τα σημαντικά, τα ουσιαστικά, τα όχι φλύαρα που εχω κάνει εγώ για 'σενα (μερικοί το έχουν κάνει σε αυτή τη ζωή και στην άλλη, τότε που θα είμαστε κάμπιες και σκουλήκια και θα θέλουμε όλοι να κάνουμε παρέα φαγοπότια με άλλα μαμούνια σε ένα παρθένο δάσος, θα το μετανιώσουν. είμαι σίγουρη.)
Μ'αυτά και μ'αυτά, εγώ κάποτε, είχα γράψει ένα ποστ. Αυτό. Επίσης, κάποτε, είχα μιλήσει για τους ίδιους λόγους στο event του Deconstructing Mummy και είχα απαντήσει σε ερωτήσεις, λέγοντας ότι όταν είμαι γραφείο προτεραιότητα είναι η δουλειά μου και όταν είμαι σπίτι τα παιδιά μου. Ούτε κινητό δε σηκώνω μετά τις 7 το απόγευμα, τόσο ξεκάθαρα.
Ισχύει. Και τώρα που η διαβολοβδομάδα πέρασε (και θα 'ρθουν κι άλλες, το ξέρω) και λίγο όλοι χαλαρώσαμε και ο γιος μου πάει σχολείο με λίγο λιγότερο κλάμα, αν ξανακάναμε events, θα ανέβαζα τουίτς σαν τρελή. Το έκανα, το είδα, με στεναχώρησε που αλλού ήμουν και αλλού θα ήθελα να είμαι, με ζόρισαν οι καυγάδες και οι γκρίνιες στο σπίτι, αλλά έτσι είναι η ζωή της εργαζόμενης μαμάς.
Με 24ωρα που έπρεπε να είναι 48ωρα, με διαδρομές που δε φαντάζεται ούτε ο πρόεδρος του ΣΑΤΑ όταν δεν απεργεί, με ψυχολογική πίεση αδιανόητη για να είναι όλοι χαρούμενοι - το οποίο προφανώς δεν πετυχαίνει. Και ναι, θα το παραδεχτώ, και ας σας γκρεμοτσακίσω από το ροζ συννεφάκι της γλυκιάς μητρότητας, κάποιες φορές είναι το σπίτι αυτό που χάνει και τα παιδιά που παραπονιούνται.
Αλλά, ρεφάρω, αγαπώντας σαν τρελή, με όλο μου το είναι. Και το ξέρουν αυτό, το νιώθουν, μου το ανταποδίδουν.
'Ολα καλά λοιπόν. Μόλις δε θα 'μαι, θα το καταλάβετε. Ή που δε θα γράφω ή που θα αρχίσω τα γαμωσταυρίδια εδώ μέσα για να εκτονωθούμε λίγο.
Καλή εβδομάδα πίπολ. Και να μην είναι του διαβόλου.
Προφανώς ζω και εγώ με ανεπάρκεια χρόνου ή αλλιώς συμμετοχή σε διαγωνισμό πόσο-ακόμα-μπορείτε-να-πήξετε-ένα-24ωρο.
Ξυπνάω το πρωί και ετοιμάζω το γιο μου για το σχολείο. Αυτό είναι μία διαδικασία που μόλις σήμερα σταμάτησε να γίνεται εντελώς ψυχοφθόρα, δραματική και καταστροφική για όλη την υπόλοιπη ημέρα μου. Επίσης, μη με ρωτήσετε γιατί είμαστε έτοιμοι 9 και 10, ενώ ξυπνάμε μία ώρα πριν. Νομίζω ότι είναι η ώρα του twilight zone στο σπίτι μας, ή της μαύρης τρύπας που μας καταπίνει ή κάτι τόσο εξωφρενικού τέλος πάντων.
Μετά, ασχολούμαι με τη μικρή, που την ψιλοαγνοώ είναι αλήθεια μέχρι να επιβιβαστεί ο mini αλ Ζαουάχρι στο κίτρινο όχημα με σήμα την κάμπια, και λίγο ξεχνιέμαι, λίγο χαμογελάω.
Μέχρι να μπω στο αυτοκίνητο και να μπήξω τα κλάματα στη διαδρομή. Εκεί που συνήθως θα έπρεπε να χαλαρώνω, να βάζω τις μουσικές μου (αυτά που έγραφα, ξέρετε) και να χαμογελάω στον εαυτό μου στον καθρέφτη βάζοντας lip gloss στο φανάρι.
Και έτσι χαρωπή και πάνω απ'όλα ανέμελη, πάω στη δουλειά. Η οποία δουλειά, σε μία φυσιολογική εταιρεία, με κάποιες πιο φυσιολογικές συνθήκες από το ένα βήμα πριν το φούντο, μερικά χρόνια πριν, τη λες και fun. Τώρα, τη λες και ισορροπία σε σκοινί πάνω από το λάκο με τα φίδια.
Και ενώ όλα τα events που έγιναν την εβδομάδα που πέρασε στέφθησαν με απόλυτη επιτυχία και υπό νορμάλ συνθήκες εγώ θα έπρεπε να τουιτάρω spicy detail from backstage, εμένα ο νους μου έτρεχε αλλού. Στο συντονισμό του baby sitting, στους φυσιολογικούς ορούς και τα aerolin, στα κλάματα και στα τηλέφωνα πού είσαι και τί ώρα θα γυρίσεις, στο αν μπήκε το πάπλωμα και βγήκε η πιπίλα, στο ότι ειδικά τα βράδια ήθελα να είμαι εκεί και όχι αλλού.
Έτσι είναι οι εργαζόμενες μαμάδες. Έχουμε τα πάνω κάτω μας. Τη μία εξυμνούμε την ισορροπία και την άλλη αναρωτιόμαστε αν μπορεί ποτέ αυτή να υπάρξει. Το συζητούσα με τη mama 35+ διαδικτυακά, και με ρώτησε αν η γνώμη μου για τη full time εργασία ισχύει.
Γενικότερα, τη γνώμη μου δεν την αλλάζω πολύ εύκολα. 'Οχι για να μη γίνω ρόμπα στο blog, αλλά γιατί έτσι είμαι. Αργώ να σε συμπαθήσω, να το ξέρεις, και το όλοι φίλοι, πιαρίστικα, δεν ισχύει στην περίπτωσή μου, αλλά μόλις συμβεί αυτό πολύ δύσκολα θα σε ξεράσω. Εκτός αν το προσπαθήσεις, το επιδιώξεις, άθελά σου ή και όχι, το σπρώξεις να πάει προς τα εκεί, ξεχνώντας αυτά τα σημαντικά, τα ουσιαστικά, τα όχι φλύαρα που εχω κάνει εγώ για 'σενα (μερικοί το έχουν κάνει σε αυτή τη ζωή και στην άλλη, τότε που θα είμαστε κάμπιες και σκουλήκια και θα θέλουμε όλοι να κάνουμε παρέα φαγοπότια με άλλα μαμούνια σε ένα παρθένο δάσος, θα το μετανιώσουν. είμαι σίγουρη.)
Μ'αυτά και μ'αυτά, εγώ κάποτε, είχα γράψει ένα ποστ. Αυτό. Επίσης, κάποτε, είχα μιλήσει για τους ίδιους λόγους στο event του Deconstructing Mummy και είχα απαντήσει σε ερωτήσεις, λέγοντας ότι όταν είμαι γραφείο προτεραιότητα είναι η δουλειά μου και όταν είμαι σπίτι τα παιδιά μου. Ούτε κινητό δε σηκώνω μετά τις 7 το απόγευμα, τόσο ξεκάθαρα.
Ισχύει. Και τώρα που η διαβολοβδομάδα πέρασε (και θα 'ρθουν κι άλλες, το ξέρω) και λίγο όλοι χαλαρώσαμε και ο γιος μου πάει σχολείο με λίγο λιγότερο κλάμα, αν ξανακάναμε events, θα ανέβαζα τουίτς σαν τρελή. Το έκανα, το είδα, με στεναχώρησε που αλλού ήμουν και αλλού θα ήθελα να είμαι, με ζόρισαν οι καυγάδες και οι γκρίνιες στο σπίτι, αλλά έτσι είναι η ζωή της εργαζόμενης μαμάς.
Με 24ωρα που έπρεπε να είναι 48ωρα, με διαδρομές που δε φαντάζεται ούτε ο πρόεδρος του ΣΑΤΑ όταν δεν απεργεί, με ψυχολογική πίεση αδιανόητη για να είναι όλοι χαρούμενοι - το οποίο προφανώς δεν πετυχαίνει. Και ναι, θα το παραδεχτώ, και ας σας γκρεμοτσακίσω από το ροζ συννεφάκι της γλυκιάς μητρότητας, κάποιες φορές είναι το σπίτι αυτό που χάνει και τα παιδιά που παραπονιούνται.
Αλλά, ρεφάρω, αγαπώντας σαν τρελή, με όλο μου το είναι. Και το ξέρουν αυτό, το νιώθουν, μου το ανταποδίδουν.
'Ολα καλά λοιπόν. Μόλις δε θα 'μαι, θα το καταλάβετε. Ή που δε θα γράφω ή που θα αρχίσω τα γαμωσταυρίδια εδώ μέσα για να εκτονωθούμε λίγο.
Καλή εβδομάδα πίπολ. Και να μην είναι του διαβόλου.
7.10.11
Life in dots. Polka dots.
Ζω τη ζωή των πουά.
Γενικότερα, μου αρέσουν τα πουά, είναι λιγότερο αυστηρά από τις ρίγες, πιο παιχνιδιάρικα από τα καρώ, πιο girly από τους ρόμβους και είναι τα μόνα που συνδιάζονται εύκολα με ένα μεγάλο γλειφιτζούρι και ένα ζευγάρι σοσόνια - αν ποτέ δηλαδή θες να κυκλοφορήσεις στον έξω κόσμο με ένα μεγάλο γλειφιτζούρι στο χέρι και ένα ζευγάρι σοσόνια στα πόδια, πράγμα δύσκολο.
Παρόλα αυτά, δεν είναι ένα πάτερν που τρελαίνομαι να φοράω. Θα έλεγα ότι έχω και λίγα.
Είναι ίσως αυτή η λίγο ρετρό, λίγο τολμηρή διάθεση που έχουν, που μάλλον με φρενάρει. Εκτός από το ότι πολλές φορές παχαίνουν. Ειδικά αυτά τα μεγάλα, τα αξέχαστα πουά, είναι επικίνδυνο να τα πετάξεις πάνω σε ένα εντυπωσιακό στήθος, ή σε ένα ζουμπουρλούδικο πωπό.
Τώρα λοιπόν, με την έλευση της μικρής Χλόης στη ζωή και στο σπίτι μας, πρέπει να έχω ξετινάξει την μπάνκα των πουά στον αέρα. Σαλβάρια, ζακετάκια, φορέματα, κολάν, κορμάκια, τισερτάκια,έχουν κατακλύσει την ντουλάπα της και την κάνουν θέαμα για παρακολούθηση, κάνοντας με ακόμα να πιστεύω ακράδαντα ότι το να ντύνεις τα κορίτσια είναι more fun, αλλά το να ντύνεις με άποψη ένα αγόρι, είναι μεγαλύτερη μαγκιά. Πόσο μάλλον όταν το αγόρι είναι το δικό μου, που έχει άποψη για το τί να βάλει εδώ και ενάμιση χρόνο και η άποψη του τις περισσότερες φορές μεταφράζεται σε γαλότσες με μαγιό ή φόρμα με slim fit (λόγω ξεπερασμένου νούμερου, μην τρελαίνεστε) πουκάμισο και havaianas. Picture that.
Μέσα σε όλη αυτή την παραζάλη της μάχης του καθημερινού ντυσίματος, ξεφύτρωσε και η βάφτιση της φίλης-κολλητής-αδελφής Τζούλιας, για την οποία και οι τέσσερις σουλουπωθήκαμε στην ώρα μας και ξεκινήσαμε με μεγάλες προσδοκίες λόγω της μαγικής λέξης Candy Bar στην πρόσκληση.
Εκεί, με ζάλισε το πουά της Τζούλιας. Και ήθελα να σας το πω. Και να σας το δείξω. Και να μοιραστώ πόσο εύκολα, όμορφα και απλά, μία κουλ μαμά βαφτίζει την κόρη της φορώντας κάτι που φέρνει τούμπα όλους τους προηγούμενους κανόνες που αράδιασα και μας γεμίζει χαμόγελα.
Γιατί οι βαφτίσεις πάνω απ'όλα πρέπει να έχουν με κάποιο τρόπο, πλάκα. Αρκετό είναι το δράμα που περνάει το μωρό, αν το βαρύνουμε όλο αυτό με βραδινές ώρες, κεριά, δαντέλες, βελούδα και 5 course dinner, όλη η ανεμελιά της ιστορίας πάει, χάθηκε. Ενώ με ένα τολμηρό πουά φόρεμα και ένα θεσπέσιο ζευγάρι ροζ ray ban, είσαι έτοιμη φίλη μου να φέρεις τους καλεσμένους με το μέρος σου. 'Ο,τι και αν έχει πάει στραβά, πίστεψέ με, είσαι τόσο happy φιγούρα, που θα στο συγχωρήσουν.
Α! Και ένα ζευγάρι με plexiglass τακούνι αν παίζει χαλίκι βοηθούν στο κούλνες της υπόθεσης και μία μεγάλη κόρη με bob γαλλιδούλας οριτζινάλε και αξιομνημόνευτα, ασημένια oxfords.

Σε άλλα νέα, ο μικρός μου, αυτό το πιο υπέροχο αγόρι του κόσμου, που όμως έχουμε ξαναπεί γιατί, επειδή είναι το δικό μου, έχασε όλη αυτή την υπερχείλιση ζαχαρωτών και λουκουμάδων στη βάφτιση της φίλης Τζούλιας γιατί αρρώστησε (άσχημα είναι η αλήθεια) στη διαδρομή πηγαίνοντας.
Έτσι έκανε μία καμέο εμφάνιση μες στη ζοχάδα, τη δυστυχία και την απελπισία, γιατί ήρθαν αναγκαστικά με τον μπαμπά του να μας μαζέψουν.
Γενικότερα, μου αρέσουν τα πουά, είναι λιγότερο αυστηρά από τις ρίγες, πιο παιχνιδιάρικα από τα καρώ, πιο girly από τους ρόμβους και είναι τα μόνα που συνδιάζονται εύκολα με ένα μεγάλο γλειφιτζούρι και ένα ζευγάρι σοσόνια - αν ποτέ δηλαδή θες να κυκλοφορήσεις στον έξω κόσμο με ένα μεγάλο γλειφιτζούρι στο χέρι και ένα ζευγάρι σοσόνια στα πόδια, πράγμα δύσκολο.
Παρόλα αυτά, δεν είναι ένα πάτερν που τρελαίνομαι να φοράω. Θα έλεγα ότι έχω και λίγα.
Είναι ίσως αυτή η λίγο ρετρό, λίγο τολμηρή διάθεση που έχουν, που μάλλον με φρενάρει. Εκτός από το ότι πολλές φορές παχαίνουν. Ειδικά αυτά τα μεγάλα, τα αξέχαστα πουά, είναι επικίνδυνο να τα πετάξεις πάνω σε ένα εντυπωσιακό στήθος, ή σε ένα ζουμπουρλούδικο πωπό.
Τώρα λοιπόν, με την έλευση της μικρής Χλόης στη ζωή και στο σπίτι μας, πρέπει να έχω ξετινάξει την μπάνκα των πουά στον αέρα. Σαλβάρια, ζακετάκια, φορέματα, κολάν, κορμάκια, τισερτάκια,έχουν κατακλύσει την ντουλάπα της και την κάνουν θέαμα για παρακολούθηση, κάνοντας με ακόμα να πιστεύω ακράδαντα ότι το να ντύνεις τα κορίτσια είναι more fun, αλλά το να ντύνεις Μέσα σε όλη αυτή την παραζάλη της μάχης του καθημερινού ντυσίματος, ξεφύτρωσε και η βάφτιση της φίλης-κολλητής-αδελφής Τζούλιας, για την οποία και οι τέσσερις σουλουπωθήκαμε στην ώρα μας και ξεκινήσαμε με μεγάλες προσδοκίες λόγω της μαγικής λέξης Candy Bar στην πρόσκληση.
Εκεί, με ζάλισε το πουά της Τζούλιας. Και ήθελα να σας το πω. Και να σας το δείξω. Και να μοιραστώ πόσο εύκολα, όμορφα και απλά, μία κουλ μαμά βαφτίζει την κόρη της φορώντας κάτι που φέρνει τούμπα όλους τους προηγούμενους κανόνες που αράδιασα και μας γεμίζει χαμόγελα.
Γιατί οι βαφτίσεις πάνω απ'όλα πρέπει να έχουν με κάποιο τρόπο, πλάκα. Αρκετό είναι το δράμα που περνάει το μωρό, αν το βαρύνουμε όλο αυτό με βραδινές ώρες, κεριά, δαντέλες, βελούδα και 5 course dinner, όλη η ανεμελιά της ιστορίας πάει, χάθηκε. Ενώ με ένα τολμηρό πουά φόρεμα και ένα θεσπέσιο ζευγάρι ροζ ray ban, είσαι έτοιμη φίλη μου να φέρεις τους καλεσμένους με το μέρος σου. 'Ο,τι και αν έχει πάει στραβά, πίστεψέ με, είσαι τόσο happy φιγούρα, που θα στο συγχωρήσουν.
Α! Και ένα ζευγάρι με plexiglass τακούνι αν παίζει χαλίκι βοηθούν στο κούλνες της υπόθεσης και μία μεγάλη κόρη με bob γαλλιδούλας οριτζινάλε και αξιομνημόνευτα, ασημένια oxfords.
![]() |

Σε άλλα νέα, ο μικρός μου, αυτό το πιο υπέροχο αγόρι του κόσμου, που όμως έχουμε ξαναπεί γιατί, επειδή είναι το δικό μου, έχασε όλη αυτή την υπερχείλιση ζαχαρωτών και λουκουμάδων στη βάφτιση της φίλης Τζούλιας γιατί αρρώστησε (άσχημα είναι η αλήθεια) στη διαδρομή πηγαίνοντας.
Έτσι έκανε μία καμέο εμφάνιση μες στη ζοχάδα, τη δυστυχία και την απελπισία, γιατί ήρθαν αναγκαστικά με τον μπαμπά του να μας μαζέψουν. Και στη συνέχεια βέβαια, μας κόλλησε όλους στη σειρά, αυτόν τον σιχαμένο τον αναγουλοvirus που φοριέται πολύ τελευταία και σε παρατάει κουρέλι, διαλυμένο ρετάλι, να ψάχνεις να βρεις που πήγε το κιλό που έχασες από όλη αυτή την αηδία.
Και έτσι κλεισμένος μες στο σπίτι, με την πλαστική λεκάνη στο πλάι του κρεβατιού, κάθεσαι και γράφεις χαριτωμένες χαζομάρες για τα πουά.
Στην επόμενη ίωση θα σας μιλήσω για την κάθετη, λεπτή ρίγα.
Άντε, καλή συνέχεια, περαστικά και βοήθειά μας.
![]() |
| Να σας ζήσει Τζουλς! |
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


