15.4.14

Βάρυνα (update)

Ο θείος μου έχει κάποιο είδος πνευμονοπάθειας, δεν ξέρω ακριβώς, που τον έχει καθηλώσει αιχμάλωτο μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
Μπορεί να βγει από την πίσω εσωτερική αυλή μέχρι την μπροστά μικρή βεράντα στο ισόγειο των εργατικών κατοικιών, σε μια μεγάλη επαρχιακή πόλη μπαρουτιασμένη από ναρκωτικά και ανεργία.
Και αυτό γιατί κουβαλάει μαζί του μία συσκευή οξυγόνου με καλώδιο.  Γυρίζει από δωμάτιο σε δωμάτιο με τα πόδια πρησμένα από αγγειακά προβλήματα, έτσι όπως μάλλον γυρίζουν οι ελέφαντες στα κλουβιά του ζωολογικού κήπου του Βελιγραδίου - και λέω Βελιγραδίου γιατί εκεί μου έχει πει η φίλη μου ότι έχει έναν τρισάθλιο και μίζερο ζωολογικό κήπο που τον επισκέπτεσαι μόνο για να ψάξεις να βρεις τρόπο εφάμιλλο του σχεδίου στο Prison Break και να ανοίξεις τα κλουβιά.
Ο θείος μου σκέφτεται το ορεινό χωριό του και βάζει τα κλάματα.
Πήγαινε καμια δυο φορές το χρόνο, ξάπλωνε κάτω από τα πλατάνια και βύθιζε τα χέρια του στο παγωμένο νερό.  Δεν του έχει μείνει τίποτα εκτός από ερείπια και σε κάθε του επίσκεψη τα τελευταία χρόνια κουβαλούσε μαζί του μία πέτρα από το σπίτι που έμενε μικρός και την έστηνε έξω από το δωματιάκι του στην εσωτερική αυλή της εργατικής κατοικίας στη μεγάλη επαρχιακή πόλη - το υπόλοιπο σπίτι το είχε παραχωρήσει στην κόρη, τον άνδρα της και τον εγγονό τους.
Βάζει τα κλάματα γιατί μάλλον δεν μπορεί να το επισκεφθεί ξανά, με τους πνεύμονες διαλυμένους και τα πόδια που δεν υπακούουν, αυτή η εκδρομή ήταν όλη του η αναπνοή, και τώρα του τη φυλάκισε αυτή η σιχαμένη συσκευή οξυγόνου μέσα της για πάντα και ξυπνάει τα βράδια κάθιδρος για να σιγουρευτεί ότι δεν έχει χάσει και την κανονική του ανάσα.
Έχει απομείνει μόνος του με το κωλόκουτο.
'Οταν γνώρισε τη θεία μου σ'εκείνο το χωριό με τα πλατάνια και τα ποτάμια, και μία ομορφιά μυρωδιών που προσπάθησα να νιώσω πριν από 25 χρόνια για μια φορά που το επισκέφθηκα αλλά δεν - γιατί ξέρεις, δεν είναι μόνο οι μυρωδιές και οι εικόνες, αλλά οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους και εγώ τότε περίπου έφηβη μόνο ως χάσιμο χρόνου μπορούσα να τα μεταφράσω όλα αυτά - ήταν κοντά στα 15 και ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα.  Η θεία μου ένα χρόνο μικρότερη, τον καψουρεύτηκε από τότε - ξεπεταγμένη η θεία - και κάπως "κλέφτηκαν" λίγο αργότερα.  Λέω "κάπως" γιατί οι οικογένειες δεν φρίκαραν εντελώς, οπότε όλα καλά για τους δυο τους.  Η περιγραφή που γινόταν πάντα για την θεία μου ήταν ότι είχε μάγουλα κατακόκκινα σαν κεράσια και μια μακριά, σφιχτή, ξανθιά πλεξούδα ως τα οπίσθια.  Για κάποιο λόγο μέχρι να πεθάνει, επειδή ήταν και κοντογλυκούλα, τη φανταζόμουν στα νιάτα της σαν τη Στρουμφίτα.
Α ναι, πέθανε.
Πριν από δεκαπέντε περίπου μέρες περίπου.
Ταλαιπωρημένη όσο δεν έπαιρνε άλλο, με μη αναστρέψιμη "διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια" (καλά, τύφλωση είναι αυτό μην το ψάχνετε) και καρκίνο σε όλο της το σώμα.  Ναι εντάξει κοπελιά, τίποτα άλλο είχαν πάθει ή πλάκα μας κάνεις; Είχαν πάθει και άλλα που δεν τα αναφέρω για να μη γίνω μελό και όχι, κανένα αστείο δεν είχε η φάση τους.  Μα κανένα.
Μέσα σε όλο αυτό, με μια ζωή γεμάτη αρρώστιες, μεγάλη οικονομική δυσχέρεια και προβλήματα, να πως η ουσία της ύπαρξής σου μένει να ορίζεται από τις αναμνήσεις των άλλων. 
Στο μυαλό μου θα έχω για πάντα το πιο γελαστό και αστείο ζευγάρι θείου θείας που γνώρισα (και πίστεψέ με έχω παραδείγματα, έχουν αρκετά αδέλφια οι γονείς μου στο σύνολο), εκείνους που με το που μάθαιναν ότι θα τους επισκεφθούμε τα ανίψια και θα κοιμόμασταν και κανα δυο βράδια, γέμιζαν το πάνω ντουλάπι της κουζίνας με όλα τα απαγορευμένα, μας έστρωναν τα πιο μοσχομυριστά σεντόνια στους καναπέδες, και άφηναν την αγαπημένη γάτα του καθενός από την αυλή να γουργουρίσει πάνω τους με την δικαιολογία "ε αφού τα παιδιά τις αγαπάνε" και ένα πονηρό κλείσιμο του ματιού σε εμάς που τρέχαμε να παίξουμε ελεύθεροι στην πλατεία και να μην γυρίσουμε αν δεν πάει τουλάχιστον μεσάνυχτα.
Ωραίο όλο αυτό ε, ωραίο και ότι τα τελευταία χρόνια, εκεί που οι αρρώστιες τους έκλειναν, τους καθήλωναν και τους διέλυαν, δεν τους είχα δει σχεδόν καθόλου, παρά μόνο για να τους πηγαινοφέρνω με τη μαμά μου σε κάτι ιατρικά ραντεβού στην Αθήνα.  Το γνωστό, πείθεις τον εαυτό σου ότι θέλει αλλά δεν μπορεί, γιατί κάνεις δική σου οικογένεια και ξεχνάς, σαν το χάμστερ που στροβιλίζεται αδιάκοπα στον τροχό του.  Και έτσι όπως στροβιλίζεσαι όλα γύρω σου περνούν με ρυθμούς ξέφρενους και - λανθασμένα νομίζεις -  άφθαρτους.
Ο θείος μου και η θεία μου χώρισαν με μη αναστρέψιμο τρόπο, πριν από δεκαπέντε μέρες περίπου, μετά από εξήντα χρόνια.
Και ενώ το τέλος της κάπως όλοι, η μαμά μου, η οικογένειά της, τα άλλα αδέλφια, τα ανίψια που τους έκανε όλα τα χατίρια στις διακοπές, το είχαμε χωνέψει, αυτόν εδώ τον αποχαιρετισμό δεν θα τον χωνέψει ποτέ κανείς.
Αυτή τη στάση της νεκροφόρας έξω από την πόρτα του σπιτιού των εργατικών κατοικιών με την μικρή βεραντούλα και την εσωτερική αυλή με το ένα δωματιάκι, τις πέτρες από το χωριό, την μία γάτα που απέμεινε και το κουτί με το οξυγόνο, δεν θα τη ξεχάσει ποτέ κανείς.
Εκεί έγειρε ο θείος μου για να την χαιρετήσει, με το καλώδιο να κρέμεται από τα ρούχα του, τα πόδια πρησμένα χωμένα σε παντόφλες, παπούτσια δεν του χωράνε, ένα πουλόβερ και μία φόρμα γιατί μόνος του δεν μπορεί να αλλάξει και ποιος να πρωτοτρέξει πού μια τέτοια μέρα σκοτεινή, εκεί, έτσι, σταμάτησε το βλέμμα του πάνω στη νεκροφόρα και σκέπασε το όμορφο πρόσωπο με τα χέρια του.  Ανίκανος, ανήμπορος για οτιδήποτε άλλο, μόνος πραγματικά για πρώτη φορά στη ζωή του.
Δεν είδαμε κηδεία και δεν νιώσαμε θλίψη γιατί πριν από όλα αυτά προλάβαμε στη διάρκεια μιας στάσης λίγων λεπτών να καταλάβουμε τι σημαίνει συντριβή.
Αναρωτιέμαι αν είναι άδικο μια ζωή γεμάτη αγάπη να ολοκληρώνει τον κύκλο της με τόσο πόνο, από την άλλη στον θάνατο δε γίνεται να μη ζήσεις πόνο, το στοίχημα μάλλον είναι να καταφέρεις να τον βιώσεις αφοσιωμένος, όρθιος, με μία αμυδρή ελπίδα για ζωή.  Δεν ξέρω πόσο θα αντέξει να ξαπλώνει ο θείος μόνος του τα βράδια με αμετάκλητη συντροφιά το κουτί, το καλώδιο και μία γάτα.
Δεν ξέρω αν θα μπορέσει ποτέ να ξεπεράσει τη στάση του φέρετρου έξω από την πόρτα του σπιτιού του, εκεί μέσα που σφραγίστηκαν εξήντα χρόνια αληθινής αγάπης, ελπίζω μόνο σε κάποιο διάστημα η ανάμνηση από την γυναίκα του να μην είναι αυτή, αλλά τα κατακόκκινα μάγουλα και η μακριά κοτσίδα.  Και η αγάπη.



Αυτή είναι η κλασική ανάρτηση θα την γράψω / δε θα την γράψω / θα την γράψω / δεν θα τη γράψω / θα γράψω κάτι άλλο / ποιον αφορούν αυτά / ας πούμε για τούρτες γενεθλίων / ή και για παιδικές ζωγραφιές.
Την έγραψα μόνο γιατί μου παιδεύει το μυαλό.
Και γιατί με παρότρυνε με τον τρόπο του ο Βαγγέλης Προβιάς στο σεμινάριο δημιουργικής γραφής, το μόνο session που παρακολούθησα στις Ψηφιακές Γειτονιές.



22 Μαΐου:
Η συνέχεια αυτής εδώ της ανάρτησης ήταν για πολλούς από εμάς της οικογένειας, η αναμενόμενη.
O θείος μου πέθανε σαράντα μέρες μετά.
Πριν από αυτό παραιτήθηκε από τα καθημερινά του και πρόλαβε να πει ότι αν είχε την δύναμη, θα αυτοκτονούσε. Μας χαιρέτησε όλους με τον τρόπο του, όλοι το καταλάβαμε λίγο μετά γιατί μας έσφιγγε τόσο πολύ στην αγκαλιά του, γιατί ζητούσε να δει φωτογραφίες από τα παιδιά μας τόσο επίμονα, γιατί όταν του λέγαμε πως θα επιστρέψουμε σύντομα σκούπιζε τα μάτια του κρυφά με την άκρη της μπλούζας.
Κανένας λόγος να σέρνει το καλώδιο από δωμάτιο σε δωμάτιο, αφού δεν είχε κανέναν να φροντίσει.
Εκείνη την μέρα έψαχνα να βρω να παρκάρω στα στενά των Ιλισίων και ξεπήδησε δυνατή και περίλαμπρη η πανσέληνος του Μαΐου μέσα από τα κακάσχημα κτίρια. Σταμάτησα το αυτοκίνητο για να μην τη χάσω, ήμουν σίγουρη ότι κάπου εκεί πάνω στο τεράστιο φεγγάρι οι δυο τους θα χόρευαν κλακέτες.

28 σχόλια:

  1. Εξαιρετικό κείμενο. ταύτιση, ειλικρίνια, ρυθμός, θέμα. ήθελα περισσότερο, έστω και λίγο. μπράβο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Γιολίνα πόσο κρίμα που είναι αληθινή αυτή η ιστορία!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. κρίμα που ήταν τόσο δύσκολα, όχι κρίμα που ήταν τόσο "μαζί" :)

      Διαγραφή
  3. Ευτυχώς που την έγραψες, γιατί - εμένα τουλάχιστον - με κλόνισε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. άφωνη....με ένα κόμπο να στέκεται στο λαιμό.. οκ.. κύλησε και το δάκρυ.. Λυπάμαι πολύ..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Τι κρίμα, λυπάμαι... Αν και εγώ δεν νομίζω πως μια ζωή με αγάπη ολοκληρώνεται κάπως και τελειώνει. Μάλλον πιο ρομαντικά πιστεύω πως η αγάπη δεν τελειώνει ποτέ, ούτε με το θάνατο..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ή αλλιώς,όπως μου έγραψε μια φίλη στο fb, "Πενθείς για τη ζωή που σου χάρισε ζωή. Για εξήντα χρόνια χωρίς αγάπη, πως να πενθήσεις;"

      Διαγραφή
  6. Τι απώλεια και πίκρα. Είναι πάντως όμορφο να σε θυμούνται για την ξανθή πλεξούδα σου και τη μυρωδάτη φροντίδα σου. Κι ο θείος με όλη τη σκληρότητα της ζωής του σήμερα, έχει μια ζωή γεμάτη να θυμάται και τη μακαριότητα να τον μνημονεύει κάποιος έτσι. Να ζήσετε να τη θυμόσαστε τη θεία σας Γιολίνα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Αυτήν η " συντριβή πριν την κηδεία"... γνώριμη...
    Όμορφο κείμενο , καλά κάνατε και το γράψετε. Και για σας και για μας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Πολυ δυνατό κέιμενο ... Μπράβο σου

    Χριστίνα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Γιολίνα μου έκανες πολύ καλά-αν θες τη γνώμη μου- που έγραψες αυτό το κείμενο. Χρειάζονται τέτοιες καταθέσεις για πολλούς λόγους.
    Λυπάμαι πολύ που δυο άνθρωποι γεμάτοι ζωή και αγάπη, έχουν ταλαιπωρηθεί τόσο από άλλα προβλήματα. Λυπάμαι για το θείο σου που έχει εγκλωβιστεί σε αυτό το κουτί και λίγα τετραγωνικά μέτρα με αναμνήσεις και μια γάτα μόνο πια. Από την άλλη, 60 χρόνια αγάπης, συντροφικότητας και ζωής με χιούμορ και ό,τι άλλο ξέρεις εσύ ότι έζησαν παρέα, είναι μεγάλη κληρονομιά και σπουδαίο, υπέροχο φορτίο. Οι ψυχές δεν χάνονται, ούτε οι αγάπες. Αυτό είναι το σημείο κλειδί για τη συνέχειά τους, νομίζω. Με έναν νέο τρόπο εξακολουθούν να αγαπιούνται.
    Να έχει καλό Παράδεισο η θεία και να είστε όλοι καλά, για να θυμάστε τα κατακόκκινα μάγουλα, την ξανθή μακριά πλεξούδα και όποια συναισθήματα σας γέννησε η παρουσία της.
    Πολλά φιλιά (και με συγχωρείς για το μεγάλο σχόλιο)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. μου αρέσουν τα μεγάλα σχόλια. ειδικά όταν είναι ουσιαστικά και συγκινητικά ;)

      Διαγραφή
  10. Το περίμενα, περίμενα την ανάρτησή σου για τις Ψηφιακές Γειτονιές. Κάπως ήξερα ότι θα ήταν ''κάτι άλλο'' - αυτό ακριβώς ! Μου αρέσει ο τρόπος σου, νομίζω σου το έχω πει ξανά, δεν μου αρέσει που δεν ήρθα να σου το πω από κοντά εκείνη την Παρασκευή βράδυ - αφού σε είδα! Ευχαριστώ. Για την αλήθεια σου, που εκφράζεις. Βενετία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Οι μεγάλες αγάπες πάνε στον Παράδεισο. Εκεί θα συναντηθούν ξανά και θα συνεχίσουν οι ψυχές τους τον έρωτα τους εκει, ψηλά.
    Πραγματικά μας συγκίνησες απίστευτα. Φαντάζομαι το δικό σας πόνο γιατί του θείου δεν μπορω να τον νιώσω..... θα είναι αβάσταχτος γιατί εμεινε μονος χωρίς την αγαπη του. Η προσμονη ομως της ανανταμωσης με την μακρια κοτσίδα και τα κοκκινα μαγουλα του ερωτα του, θα του δίνει ελπίδα και εστω ενα φως μεσα στο μικρο δωματιο. Καλή τους αντάμωση και δυναμη σε σας, να τη θυμάστε πάντα και να χαμογελατε. Αυτο θα ηθελε και εκεινη ειμαι σιγουρη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Ελένη Λυγεράκη22 Μαΐου 2014 - 2:52 μ.μ.

    Γιολίνα, μας τσάκισες πάλι ...

    Ζω τον τελευταίο καιρό κάτι αντίστοιχο, όχι με συγγενικό πρόσωπο, με φίλο και πραγματικά χτύπησες φλέβα ...

    Συνέχισε να γράφεις όπως εσύ ξέρεις ...

    Σ' ευχαριστούμε !!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή