17.12.12

Πώς μια απλή χριστουγεννιάτικη γιορτή μπορεί να σου κάνει την Κυριακή μπάχαλο.

Δευτέρα πρωί, στο γραφείο.
- Πώς περάσατε το σαββατοκύριακο;
- Εντάξει.  Το Σάββατο πολύ ωραία.  H Κυριακή γαμήθηκε.
- Γιατί ρε; Δεν είχατε το χριστουγεννιάτικο πάρτυ του σχολείου;
- Γι'αυτό.
- ....
- Σκατά τα κάναμε.
- 'Ελα μωρέ, υπερβολική.  Τί έγινε;
- Να, ο Βάλτερ είχε αρχίσει να μου λέει ότι ή δεν θέλει να πάει στη γιορτή ή δεν θέλει καθόλου, μα καθόλου να συμμετέχει γιατί ντρέπεται.  Και εγώ του είπα ότι ντρεπόμουν όταν ήμουν μικρή, και καμια φορά σκεφτόμουν ότι ήμουν κάποια άλλη, έβρισκα ένα όνομα που μου άρεσε και ήμουν αυτή και δεν ντρεπόμουν πια. Του άρεσε η ιδέα, χαμογελούσε, αλλά όποτε του ξαναανέφερα την γιορτή λίγο μαζευόταν.  Ε μετά πήγαμε εκεί, ο κολλητός του δεν ήταν, η γιορτή δεν γινόταν στο σχολείο και άρα το καινούργιο περιβάλλον ίσως για κάποιους ήθελε λίγο χρόνο και ο δικός μου απλά συμπεριφερόταν με απάθεια.  Δεν πλησίαζε τους άλλους, δεν ήθελε να γράψει κάρτα με ευχές, να διαλέξει όργανο που είχαν φτιάξει όλοι μαζί στο σχολείο από το καλάθι, γενικώς την είχε δει guest.  Και λίγο μπορεί να ήθελα και να είμαι κάπου αλλού φάση.  Ε, όπως ήταν το αναμενόμενο, αν ξέρεις τον Βάλτερ - και εγώ οφείλω να τον ξέρω - με το που μπήκαμε στο θεατράκι του Bios έκατσε πανευτυχής ανάμεσα σε εμάς και έναν φίλο του, ακούμπησε αναπαυτικά στην καρέκλα και στην όποια προτροπή δασκάλας να κατέβει στην σκηνή έκανε απλά τον κουφό.
- Γιατί δεν πήγαινες μαζί του;
- Ρε συ, του είπα να κατέβω και να στέκομαι κοντά του, στον τοίχο.  Καμία άλλη μαμά δεν είχε πάει και γενικώς μου ήταν κάπως να κατέβω τώρα μόνη μου να κάνω τούμπες και σκηνικά με χεράκια, μόνο εγώ.  Εντάξει λάθος, αλλά δεν είχα όρεξη ρε συ.
- Καλά σιγά το λάθος, εμένα μία φίλη μου μού έλεγε ότι ήταν τόσο κουρασμένη από την δουλειά και τα δύο παιδιά που στου ενός τη χριστουγεννιάτικη γιορτή δεν πήγε καν.  Έκατσε σπίτι και κοιμήθηκε. Και;
- Φύγαμε.
- ΓΙΑΤΙ;
(σημ: η φίλη της συνομιλίας δεν έχει παιδιά)
- Ξέρεις γιατί... το σκεφτήκαμε πολύ με τον Dario, αλλά δυστυχώς μετά.  Μάλλον όλη αυτή την ιστορία της Χριστουγεννιάτικης γιορτής οι γονείς την περιμένουν περισσότερο από τα παιδιά.  Είναι συγκινημένοι για κάποιο λόγο, "περήφανοι", ανυπόμονοι να δουν το δικό τους, να το φωτογραφίσουν, να το νιώσουν μέσα σε μια οργανωμένη ομάδα, κάτω από τις φτερούγες της δασκάλες, αγκαλιά με τους συμμαθητές και πάνε με high expectations.  Εγώ δηλαδή έτσι πήγα, και το ότι ο Βάλτερ απλά, μετά από προετοιμασία 15 ημερών στην τάξη σε όλα αυτά γύρισε την πλάτη και απείχε συνειδητά, μου δημιούργησε τεράστιο κενό, απογοήτευση, θυμό, να, θύμωσα και δεν έπρεπε να το έχω κάνει.
- Αχ, έπρεπε να μείνετε.  Σου έχουν πει τόσες φορές ότι έχεις ένα πολύ διαφορετικό παιδί και χωρίς να ξέρω, υποθέτω ότι τα ξεχωριστά παιδιά έχουν ξεχωριστές αντιδράσεις που τις περισσότερες φορές σε κάνουν χαρούμενη, αλλά ναι, μπορεί και να σε στεναχωρήσουν.
- Συμφωνώ, σε όλα αυτά συμφωνώ τώρα αλλά όταν βγήκαμε για λίγο έξω και του μίλησα τόσο ωραία και με κοιτούσε στα μάτια σαν να καταλαβαίνει, εγώ στα γόνατα, πολύ δραματική και πολύ ώριμη συνομιλία ξέρεις τώρα, και του έλεγα πως έχει κάνει μία προετοιμασία για όλο αυτό, για να το δείξει στους γονείς του και τα είχε καταφέρει τόσο καλά, ή πώς είναι μέλος μιας ομάδας και σαν μέρος της έχει φυσικά δικαιώματα και υποχρεώσεις μπλα μπλα μπλα...
- Δεν σου απάντησε;
- Μου απάντησε.  'Οτι αφενός τα είχαν κάνει πολλές φορές στο σχολείο και τα είχε σκυλοβαρεθεί και αφετέρου ότι έλειπε ο Κωστής - όπου Κωστής βάλε κολλητός, blood brother, soul mate ρε παιδί μου.
- Ναι, φαντάσου να ήταν εκεί ο κολλητός του, θα πήγαιναν πιστεύω και οι δύο.
- Ok, αλλά δεν θα είναι πάντα εκεί ο κολλητός του, έτσι δεν είναι;  'Ηταν κι άλλοι φίλοι του, χαιρόταν που τους έβλεπε, τους χαμογελούσε, αλλά... από την καρέκλα του.  Αφ'υψηλού.
- Αχαχαχαχ, φαντάζομαι τα μούτρα σου.  Και του Dario.
- Ρε, για κάποιο λόγο χάσαμε την μπάλα σου λέω.  Και εκεί που λοιπόν έβγαλα αυτόν τον ωραίο λόγο και προχώρησα ξανά προς τα μέσα σίγουρη ότι δεν μπορεί, αυτό το παιδί, το καταπληκτικό, το πανέξυπνο, το ώριμο, θα με ακολουθήσει...  Έκανε τρία βήματα και μου φώναξε "Mαμά! Δεν έρχομαι".  Εκεί εγκατέλειψα την προσπάθεια.  Μπήκα μέσα, μάζεψα όλες τις μαλακίες που κουβαλούσαμε τέσσερις άνθρωποι και βγήκα προς την έξοδο με βηματισμό βέρμαχτ.  Νεύρα.
- Πόσο δεν είστε εσείς αυτό.
- Ναι ωραία τα λέμε αυτά τα κουλαριστά, αλλά τελικά είμαστε και αυτό.  Και να σου πω και κάτι; Έχουμε συζητήσει με την ψυχολόγο του σχολείου για παρόμοιες συμπεριφορές σε πάρτυ συμμαθητών στην περίοδο της προσαρμογής και η θέση της είναι ότι εφόσον δε συμμετέχει και θέλει να κάθεται όλη την ώρα αγκαλιά στη μαμά ή στον μπαμά, απλά σηκώνεστε και φεύγετε.  Χωρίς πολλά λόγια όμως.  Εμάς στέγνωσε η γλώσσα μας στην παπαρολογία και μετά, χειρότερο, στο παράπονο.
- Εντάξει μωρέ το πάρτυ είναι αλλιώς, εδώ ήταν η γιορτή τους, υποθέτω θα αντάλλαζαν δώρα, ευχές, τέτοια ξέρω γω.
- Μαζί σου.  Αλλά έτσι μας βγήκε και όπως μου έλεγε και ο Dario μετά και γελούσα με το πικραμένο ύφος, "έλα χέσε με, πρώτη φορά γονείς είμαστε θα κάνουμε και τίποτα λάθη. 'Ηρθε κανείς να σου πει εκείνη την ώρα που σου τα έχει σκάσει τί να κάνεις; Δεν ήρθε." (το εγχειρίδιο του τέλειου γονιού, NONEXISTENT, γκουχ γκουχ).  E, αυτά.  Γυρίσαμε σπίτι με την ψυχολογία στα τάρταρα - οι μεγάλοι εννοώ.
- Ο Βάλτερ; Πώς ήταν μετά, στο αυτοκίνητο;
- A ναι, αφού του τα ζάλισα λίγο ακόμα, μέχρι και δάκρυ κύλησε στο μάγουλο... έγειρε προς το παράθυρο... και κοιμήθηκε.  'Αντρες σου λέει.

πι.ες: το παιδί έχει stage fright (έεεελα, δεν τα λέω και όλα σοβαρά).  εντάξει, αλλιώς, έχω έναν ντροπαλό γιο. και η ουσία του συζύγου σε αυτά που είπε είναι ότι πρέπει να δουλέψει - εκτός από εμάς φυσικά - και το σχολείο σε σχέση με αυτό. i'll be back.

πι.ες2: και το πρόγραμμα με όλους τους συμμετέχοντες. κιουτερία,ε; αυτός ο δεύτερος από πάνω δεξιά, καλά ήταν φοβερός μη σας τα λέω εγώ τώρα.














12.12.12

2013.

Η Ρο ξύπνησε το μεσημέρι με μάτια μουντζουρωμένα από τη μάσκαρα.
Σε αντίθεση με προηγούμενες παραμονές πρωτοχρονιάς είχε γυρίσει στο σπίτι σχετικά νωρίς - κάπου κοντά στις τέσσερις και σχετικά ξεμέθυστη - δεν κοιμόταν κανείς στο κρεβάτι της, δεν είχε ξεράσει, και θυμόταν ξεκάθαρα το τελευταίο δίωρο του πάρτυ.
Που δεν ήταν ακριβώς πάρτυ.  Δηλαδή έτσι όπως γινόταν τα προηγούμενα χρόνια.
Είχε ξεθάψει κάτι προπέρσινα ψηλοτάκουνα, είχε δανειστεί ένα μικρό πετρόλ τσαντάκι από την μαμά της και ούτε λόγος για κομμωτήριο.  Το προ-προηγούμενο βράδυ είχε κοιμηθεί με τα μαλλιά βρεγμένα κοτσιδάκια και είχε ξυπνήσει κάτι σαν χαλαρή τοστιέρα, θαύμα hair styling δηλαδή.
Εντάξει, είχε λεφτά να πάει κομμωτήριο και είχε και δουλειά ακόμα, αλλά κάπως είχε αλλάξει τον τελευταίο καιρό την κοσμοθεωρία της.  Καλεσμένη πριν ένα τρίμηνο σ'ένα "κοσμικό" πάρτυ κρατήθηκε να μη βάλει τα γέλια ξεδιάντροπα μπροστά στις ψεύτικες βλεφαρίδες και τα απεγνωσμένα duck face με την εμφάνιση του φωτογράφου και από τα γενέθλια μιας συναδέλφου στα μπουζούκια έφυγε μία ώρα αργότερα αδυνατώντας να κατανοήσει γιατί τα βουνά από λουλούδια σκέπαζαν τα γόνατα του τραγουδιστή-φίρμα-πρώην παιδί του λαού και εκείνος έσκυβε ν'ανάψει το πούρο του από κάποιο ανεγκέφαλο βουτυροχλεχλέ που καμάρωνε μπροστά στην ξανθιά skinny συνοδό του, φυσικά στο πρώτο τραπέζι. Κάλτσα.  
Εννοείται ότι η Ρο έβγαινε ακόμα.  Και εννοείται ότι συνέχιζε να είναι μια συμπαθητική, κοινωνική, μοντέρνα τριαντάρα με κάποιους λίγους φίλους, πολύ περισσότερους γνωστούς και ενίοτε και γκόμενο.  Αλλά να, κάποια πράγματα που έβλεπε, που διάβαζε, που άκουγε, έπαιζαν μέσα της βιολοντσέλο.  Και ήταν οι διηγήσεις τόσο συνταρακτικές και οι εικόνες τόσο σοκαριστικές που όλα εκείνα τα άλλα τα έβλεπε μικρά, γελοία και πάνω απ'όλα προσβλητικά.
Της έλεγαν "άλλαξες" και ειλικρινά, δεν μπορούσε να το δει.  
Χαμογελούσε αχνά.  "'Οχι, προτεραιότητες".
Έκοψε πολλούς ανθρώπους από τη ζωή της, με μόνο κριτήριο το ότι δεν νοιάζονται.  Το ότι έκλειναν τα αυτιά τους στα σιωπηλά κλάματα των συνανθρώπων τους και άκουγαν μόνο τα χάχανα της πωλήτριας στη Γλυφάδα.  Χώρισε αυτόματα με τον Κάπα, αυτόματα, την ώρα που εκείνος έριξε ένα χαστούκι στον άμοιρο που επέμενε να του καθαρίσει το τζάμι.  Άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε, σιχάθηκε τον εαυτό της που είχε μοιραστεί μαζί του τις πιο σπουδαίες σκέψεις της και όσο και αν την κυνήγησε δε γύρισε πίσω.
Χαιρόταν που το 2012 που είχε περάσει, την είχε "αλλάξει".  Ή μάλλον, την είχε ξεσκεπάσει από τα πούπουλα χήνας που χάιδευαν τα ανέφελά της όνειρα και είχε κρυώσει.  Είχε πεταχτεί κάθιδρη στον ύπνο της, παγωμένη, αποφασισμένη να κάνει πολλά, αλλά όχι να φτιάξει τον κόσμο.
Να φτιάξει τον κόσμο της, το γύρω της, το δικό της.
Την ημέρα του περιβόητου ρεβεγιόν ήταν πολύ κουρασμένη.
Τον τελευταίο μήνα γκάζωσε, κουβαλούσε σακούλες με γάλατα, σερβίρε σούπες στο συσσίτιο, κρατούσε το μωρό της από κάτω για να πηγαίνει εκείνη να αστραφτοκαθαρίζει μεγάλα χριστουγεννιάτικα σαλόνια, έστηνε τραπέζια σε μπαζάρ, συζητούσε όλο το βράδυ μέσα σε φόρουμ για να οργανώσει τα βαν βοήθειας, κοιμόταν λίγο και σκεφτόταν πολύ.  'Εκανε πολλά. 
Στη λήξη του 2012 πήγε στο σπίτι φίλων για να δει τους άλλους της αγαπημένους, εκείνους που γονάτισε η κρίση και ευτυχώς είχαν τα εφόδια να μεταναστεύσουν για να βρουν δουλειά.  Κάποιοι από αυτους, ζευγάρια παντρεμένα με παιδιά, τα είχαν ξεσηκώσει όλα, έτσι όπως τραβάς απότομα ένα σεντόνι και το κάνεις μπόγο με δυο κινήσεις κι ας ξεχειλίζουν πράγματα από μέσα και έλεγαν ιστορίες για τα πολυπολιτισμικά νηπιαγωγεία που απ'έξω κρέμονται όλες οι σημαίες και τα "καλημέρα" το πρωί είναι σε όλες τις γλώσσες.
Καθόντουσαν όλοι στο πάτωμα, είχαν φέρει φαγητά και ποτά, είχαν δυνατές μουσικές, είχαν φωτογραφίες.  Δεν είχαν γκλαμουριά, η γκλαμουριά το 2012 είχε πεθάνει και είχε βρωμίσει, δεν είχαν  ανθρώπους να σερβίρουν, ούτε καινούργια ρούχα με εξτραβαγκάντσα τέτοια που θα τα καταδίκαζε μετά χωμένα σε μια ντουλάπα, αλλά είχαν ιστορίες.
Οι ιστορίες τους για τη χρονιά που πέρασε μιλούσαν για αλληλεγγύη, για προσπάθεια, για δράσεις, για εμπόδια, για νέους που παλεύουν, μαθαίνουν να ζουν χωρίς περιττά αλλά με αξίες και μέσα στη θολούρα εκπαιδεύονται να μη μιζεριάζουν, αλλά να ονειρεύονται.
Ήταν περήφανη η Ρο για το ρεβεγιόν της. 
'Ηταν χαρούμενη που την πρώτη μέρα του 2013 κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και είδε ένα μικρό Πάντα που είχε γύρω του φτιάξει ένα υπέροχο δάσος με οξιές, ψηλά πεύκα και πυκνά μπαμπού.  
Θα έβαζε κι άλλα ζώα μέσα εκεί.  Πριν τα κατασπαράξουν τα θηρία.

5.12.12

Proud mum alert.

Πάει πέρασε κι αυτό, το γενέθλιο εννοώ και έγινε και η κόρη δύο - ο άλλος πάει για πέντε, unreal - μιλάει πολύ, τραγουδάει, χορεύει, τσιρίζει δυστυχώς, κάνει φάτσες, κάνει κάτι σαν duck face (στα δύο συγχωρείται, εκεί που το βλέπω στα τριάντα δύο με πιάνει κάπως αναγούλα), παίζει πόλεμο, θέλει να κάνει τα πάντα μόνη της και φαίνεται να έχει ωραίες, λεπτές γάμπες.
Είναι κάπως αλλιώς τελικά η κόρη για τη μαμά.
Και μιλάω εγώ, με όνειρο ζωής μικρότερη να κάνω τέσσερα αγόρια (πολύ μικρότερη ε), η οποία επιθυμία συρρικνώθηκε στα δύο στη συνέχεια, αγόρια που υποτίθεται μιλάνε πιο ξεκάθαρα, δεν νιαουρίζουν, δεν κωλοτρίβονται, κάνουν φιλίες δυνατές, δεν λένε "έχω πονοκέφαλο" για να μην κάνουν σεξ και δεν αγοράζουν μαλακίες, όπως κραγιόν, για να αισθανθούν καλύτερα.
Αλλά, είναι αλλιώς η κόρη για τη μαμά.
Είναι αλλιώς το βλέμμα της όταν με κοιτάει να χτενίζομαι, όταν βγαίνουμε στο δρόμο πιασμένες χέρι χέρι, όταν φωτογραφιζόμαστε μόνες μας με τα μάγουλα στουμπωμένα, όταν διαλέγουμε μαζί παπούτσια, όταν μου χαϊδεύει τα μαλλιά και με κοιτάει μες στα μάτια (καφέ, χάθηκε ο κόσμος να πάρει του μπαμπά της).
Είναι αλλιώς γιατί βλέπω μια Γιολινούλα - there you go I said it, βλέπω ρε παιδί μου ξεκάθαρα, πραγματικά, τη συνέχειά μου και αυτό είναι ασύλληπτα συγκινητικό.  Και λυτρωτικό.  Και πανέμορφο.
Σε αυτό το κόνσεπτ, της "συνέχειας", του πόσο και αν μου μοιάζει και όχι μόνο εξωτερικά, σκέφτομαι  ότι το κυριότερο που θέλω για τις δυο μας στο μέλλον, είναι να μου μιλάει.  Να μου τα λέει, να μ'εμπιστεύεται, να έρχεται τρέχοντας στην αγκαλιά μου στα δύσκολα, να μην ντρέπεται να κλάψει μπροστά μου, να λυγίσει, να τσαλακωθεί, να καθόμαστε κάτι απογεύματα του Ιούνη σε μια βεράντα στο κέντρο και να μου περιγράφει όλη την έξαψη, τον παλμό, την τρέλα που έζησε στο πρώτο της live.
Και εγώ να βλέπω μέσα από τα μάτια της εμένα με περηφάνια, όχι με νοσταλγία, χωρίς απωθημένα, αλλά με την ένταση της μνήμης και της εμπειρίας, της σχέσης που θα έχουμε χτίσει με κόπο και θα είναι καλή.  Σίγουρα πολύ καλή, έτσι δεν πιστεύουν όλοι οι γονείς;
Τί ωραία, τελικά βλέποντας και τους κώδικες των άλλων δύο που είναι δύσκολο να σπάσεις, κατέληξα ότι αυτό το σετάρισμα ένα κι ένα είναι για τους γονείς μεγάλη μαγεία.
Οι μικρούληδες εμείς, αν και η μαμά μου όταν ήμουν εγώ μόλις δύο δεν νομίζω να είχε φίλες σαν τη Μαργαρίτα του Wear This Today και τη Χαριτίνη του kid-A να με έκαναν τόσο φίρμα τον μήνα των γενεθλίων μου ;-)
Χρόνια Πολλά ρε ανεπανάληπτο άτομο λοιπόν.  Μόνο μη γίνεις ψώνιο, γιατί αυτό δεν θα το αντέξω.
Καλά, και το άλλο με το νιαούρισμα και άλλο το γυναικουλίστικο.  Τα υπόλοιπα από κοντά, στη βεράντα και εγώ θα πίνω φραγκολίνο.

(Αν έχετε κάποια φαγούρα δείτε εδώ την Κλο στο WTT και στο kid-A αντίστοιχα)


    

19.11.12

W. psychic.

Round 1:
Περπατάμε σ' ένα στενό λίγο πιο πάνω από το σπίτι μας, μία από αυτές τις βόλτες του τετραγώνου, που συνήθως ζητάει η Κλο (το δεύτερο παιδί-το λίγο φτυσμένο-αυτό που δεν πάει κολυμβητήρια-ούτε δημιουργικά εργαστήρια-ούτε play dates αυτό), όπου βασικά γεμίζουν τις τσέπες τους με κλαδάκια, πετρούλες, φυλλαράκια, όλα αυτά τα σκατάκια, χαϊδεύουν γάτες, σκύλους, βγάζω καμια φωτογραφία με το κινητό για να συμπληρωθεί στις ακόμα χίλιες ψιλοάχρηστες που έχω μόνο στο τηλέφωνο εννοείται, και μετά γυρίζουμε.
Ως συνήθως ο γιος μου κοιτάει τα πάντα εκτός από το δρόμο του, τραβάει τη μικρή μαζί και σκουντουφλάνε, εγώ τους παρατηρώ λίγο πιο πίσω - έχω αποφασίσει να επεμβαίνω μόνο στους μέγα κινδύνους - και τους βλέπω να πηγαίνουν καρφωτοί πάνω σε ένα περιστέρι.  Πεθαμένο.  Με το λαιμό μάλλον σπάσμενο.  Στο πεζοδρόμιο.
Πριν προλάβω να σκεφτώ τί να πω για να μην τσιρίξω και τρομάξουν, κάπως να γίνει κατανοητό το "πάρτο λίγο δεξιά Βάάάάλτερ", εννοείται ότι έχει ποδοπατήσει το άμοιρο το περιστέρι.
Τραβάει αμέσως το πόδι του αυτόματα, του ξεφεύγει ένα αμήχανο "ωχ", βλέπει το περιστέρι και μπερδεύεται, κολλάει στον τοίχο και τραβάει την μικρή κοντά του.
- Μαμά...
- Χμ. Ναι;
- Ένα περιστεράκι.
- Ναι αγάπη, το βλέπω.
- Το πάτησα.
- Δεν πρόλαβα να σου το πω, δεν το είδες, έχουμε πει να κοιτάμε και λίγο μπροστά μας όταν περπατάμε.
- Ναι, αλλά... Έχει πεθάνει.
- Έχει.
- Από τί πέθανε;
- 'Ηρθε η ώρα του.  'Ηταν μάλλον πολύ μεγάλο.
- Και ήρθε η ώρα του εδώ; Μακριά από τους φίλους του;
- Δεν το ήξερε.  'Η μπορεί οι φίλοι του να ήταν εδώ, πάνω σε αυτό το δέντρο και τώρα να έφυγαν (τί λέω ρε πούστη μου, απορώ καμια φορά).
- Μάλλον.  Κατάλαβα τί συμβαίνει.  Οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν πηγαίνουν ψηλά στον ουρανό και τα πουλιά όταν πεθαίνουν πέφτουν εδώ κάτω, στη Γη.

Θα μπορούσε.

Round 2:
'Εχουμε ξαπλώσει στο κρεβάτι - το δικό μας, η μέθοδος ύπνου είναι συγκεκριμένη και σίγουρη, ξαπλώνουμε ΜΑΖΙ, η Χλόη βρίσκεται στη μέση, πίνει γάλα και δεν ενοχλεί και ο άλλος έχει τις γνωστές ανησυχίες.
- Μαμά... Η μαμά της γιαγιάς είναι στον ουρανό ε;
- Aχ τα έχουμε πει αυτά, ναι εκεί είναι, ΝΑΙ.
- Είχε μαμά; Δική της εννοώ.
- Φυσικά είχε.
- Την είχε γεννήσει μία μαμά;
- Ναι, όλους μας έχει γεννήσει μία μαμά.
- Δεν γεννήθηκε από τη φύση;
- 'Οχι.
- Καλά.  Η μαμά της; 
- Και η μαμά της.
- Η μαμά της μαμάς της; 
ΚΑΨΙΜΟ.
- Και αυτή.
- Κάνεις λάθος.  Κάποια μαμά απ' όλες αυτές πολύ παλιά, έχει γεννηθεί από τον αέρα.  Σκέψου το καλά και αύριο, όταν θα γυρίσω από το σχολείο, να μου απαντήσεις.

Τρέμε Δαρβίνε.







9.11.12

Και μετά μεγαλώνεις και δεν έχεις τέτοιους φίλους.

Καθίστε λίγο πίσω στην καρέκλα του γραφείου γιατί θα σας πω μια ιστορία.
Υπάρχει ένα σπίτι σ'ένα ορεινό αρκαδικό χωριό, το σπίτι που γεννήθηκε ο μπαμπάς μου και οι πέντε του αδελφές (καταλαβαίνεις), που είναι από αυτά τα ωραία τα χωριάτικα με θέα μόνο το βουνό, τις ράγες του τρένου και μία καταπληκτική, επιβλητική εκκλησία, με σκάλα και μέχρι πρότινος εξωτερική τουαλέτα, με αυλίτσα και σκύλο αλάνι μέχρι να του ρίξουν φόλα οι βλαχόμαγκες που υπάρχουν σε κάθε ελληνικό χωριό που σέβεται τον εαυτό του.
Εγώ δεν έγινα ποτέ τρελή φαν του μέρους, ίσως από αντίδραση επειδή ο μπαμπάς μου για ευνόητους λόγους ήθελε να πηγαίνει μόνο εκεί, παρά μόνο για δύο χρονιές εκεί γύρω στα 13-14 που γνώρισα πολλούς συνομίληκούς μου που περνούσαν εκεί αντίστοιχα λόγω καταγωγής τις διακοπές τους, ξημερωνόμασταν με κιθάρες στον σταθμό, φλερτάραμε, κάναμε πάρτυ στο μεγάλο πέτρινο σχολείο στην πλατεία, πηγαίναμε εκδρομές, μέχρι και λόκαλ ραδιοφωνικό σταθμό είχαμε για όλο νόημα αφιερώσεις.
Μετά το βαρέθηκα κι αυτό, μεγάλωσα, μπορούσα πλέον να πηγαίνω σε πολλά άλλα μέρη μόνη μου και το χωριό το ξέχασα τελείως - μόνο αναγκαστικές παρουσίες έκανα για τη γιαγιά, μέχρι να φύγει και αυτή.
'Οταν κάνεις βέβαια παιδιά, όλα αυτά τα locations ξαφνικά εκτιμώνται ένα τσικ παραπάνω, αρχικά γιατί είναι μια εύκολη ανέξοδη λύση για σαββατοκύριακα και αργίες και μετά γιατί τα μάτια τους πετάνε σπίθες με τα ζώα, τ'αμπέλια, το ηλεκτρικό αυτοκινητάκι του golf (εχμ, μ'ένα τέτοιο μετακινείται ο μπαμπάς μου στα πέριξ), τα σκαψίματα, τα μπουγελώματα, το χυμαδιό, τον ύπνο κάτω από τ'αστέρια στην αγκαλιά της γιαγιάς.
Αγαπημένη περίσταση, Ο ΤΡΥΓΟΣ.
O Walter έχει ήδη πάει τρεις φορές και πάντα το περιμένει με τρομερή έξαψη, πακετάρει γαλότσες, καπέλα, τσουγκράνες και ό,τι μπορείς να φανταστείς, το ανακοινώνει στο σχολείο, στον φαρμακοποιό στη γωνία, γυρίζει με φωτογραφίες, με λάσπες, με σημάδια, με κλαδιά σε όλες τις τσέπες.
Εκεί λοιπόν δύο χρόνια πριν έκανε μια φίλη, την Τατιάνα.  Η Τατιάνα είχε έρθει με τους γονείς της που δούλευαν στον τρύγο και έμενε στο απέναντι σπίτι, ένα καταπληκτικό διώροφο με τεράστια εσωτερική αυλή, μυστικά δωμάτια και δαιδαλώδη διάδρομο, που τώρα πια είναι μισογκρεμισμένο, επικίνδυνο, αφιλόξενο και παγωμένο.  Κοιμόντουσαν στα πατώματα, άλλα τέσσερα παιδιά, με χαρτόκουτα πρόχειρα κολλημένα στις τεράστιες τρύπες και κουβέρτες που έζεχναν.
'Ολα αυτά βέβαια καθόλου δεν επηρέαζαν τον W. να καλεί κάθε μέρα την Τατιάνα στην αυλή, να κυνηγιούνται, να ζωγραφίζουν, να τρώνε μεσημεριανό όταν η μαμά της έλειπε στο αμπέλι, να φωτογραφίζονται ειδικά εκείνη όλο νάζι και να γελάνε ασταμάτητα.  Καμια δυο φορές ήρθε στο σπίτι και η λίγο μεγαλύτερη αδελφή της, μ'ένα εξίσου καλλιτεχνικό όνομα που δεν θυμάμαι, αλλά καθόλου δεν έδεσαν σαν παρέα, εκείνη έπαιρνε τα πράγματα του W. και τα έκρυβε κάτω από την μπλούζα της, έφτυνε φαγητό γελώντας δυνατά και έλεγε συνέχεια "κακές" λέξεις και η Τατιάνα την μάλωνε με υπερβάλλοντα ζήλο - μέχρι και να μη βάζει τους αγκώνες στο τραπέζι όταν τρώει της είπε- για να μη της χαλάσει την παρέα, να μη στεναχωρηθεί ο φίλος της και δεν την ξανακαλέσει στο σπίτι με όλα τα χρώματα πλαστελίνες, τα δύο ποδηλατάκια και το χαλί που κάνει μουσική.  Κάθε χρονιά χαιρετιούνται με την υπόσχεση "του χρόνου, στον τρύγο".  Με τέτοια σιγουριά για κάτι τόσο αβέβαιο και αόριστο, που είναι συγκινητική.
Ένα πρωινό πρόσφατα βρισκόμασταν ως συνήθως τέσσερις στο μεγάλο κρεβάτι.  Η Κλο χουζούρευε -τί μεγάλο πλεονέκτημα αυτό, γιατί να μην έχουν βγει και τα δύο έτσι- και ο Walter ως συνήθως είχε ξεκινήσει την φλυαρία επί παντός επιστητού.
- Μαμά, στο σπίτι στο χωριό απέναντι έχουν έρθει γύφτοι.
- Δεν μου αρέσει που τους λες γύφτους.
- Έτσι τους λένε, το άκουσα από τον κύριο Κ.
- Τους λέμε κάπως αλλιώς...εεε...τσιγγάνους (μαλακίες τούμπανα εγώ. Ρομά πολύ pretentious μου φάνηκε και δεν ξέρω και αν είναι σωστό).
- Γύφτους τους λένε και βρωμάνε.
- Εννοείς μυρίζουν, αλλά ακόμα και αν συμβαίνει δεν μας πειράζει εμάς αυτό.  Έχουν διαλέξει έναν άλλο τρόπο ζωής προφανώς, είναι διαφορετικοί.
- Τί διαφορετικοί, βρωμάνε σου λέω!
(Ο Dario χώνει το μαξιλάρι στη μούρη του. Για να γελάσει μάλλον)
- Παιδί μου, σου εξήγησα.  Εμάς η επιλογή μας είναι να κάνουμε μπάνιο κάθε μέρα και να είμαστε καθαροί.  Δεν ασχολούμαστε με το τί κάνουν οι άλλοι, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που είναι διαφορετικοί από εμάς.  Άλλωστε και η Τατιάνα είναι τσιγγάνα και τόσο αγαπημένη σου φίλη.
- 'Οχι, δεν είναι.
- Είναι αλλά βλέπεις, δεν σε ενόχλησε ποτέ αυτό και ήταν μαζί σου κάθε μέρα.  Και να σου πω και κάτι άλλο; Εκείνη την πείραξε που εσύ είσαι μισός Ιταλός; Διαφορετικός;
Γελάει τόσο πολύ πονηρά.
-'Οχι, αλλά ούτε εμένα με νοιάζει που είναι τσιγγάνα. (ξαφνικά επέλεξε τις "σωστές" λέξεις για να μου απαντήσει).  Και θέλω να την καλέσω να κοιμηθεί ένα βράδυ στο σπίτι μας στην Αθήνα γιατί μου έχει πει ότι κάνει πολύ κρύο όπου κοιμάται, όλα τα βράδια.  Και εμείς εδώ έχουμε παπλώματα και ζέστη.
- Να την καλέσεις, φυσικά.
Είπα εγώ από την άνεση του διπλού κρεβατιού μου, με τα μοσχομυριστά σεντόνια, τόσα χιλιόμετρα μακριά από το ποιος ξέρει που στο διάολο βρίσκεται η Τατιάνα και αν θα την ξαναδούμε ποτέ.

πι.ες: μόλις βρω φωτογραφία τους θα την ποστάρω.

πι.ες2: μπες στο μουντ για παπούδες, χωριά και τέτοια ΕΔΩ κι  ΕΔΩ.





1.11.12

N for November

Σήμερα έγινε ένας χαμός στα social media με τον Νοέμβριο.
Δεν ξέρω, μπορεί να γίνεται και με άλλους μήνες να πλακώνουν όλοι ξαφνικά στο facebook, στο instagram, στο pinterest και να ποστάρουν φωτογραφίες με ευχές, λογοπαίγνια, τραγούδια, λίστες και όλα αυτά μαζί, αλλά την 1η Νοεμβρίου του 2012, μαλάκα μου κάπως κεραυνοβολήθηκα με όλο αυτό.
Οι άνθρωποι είτε αγαπούν τον Νοέμβριο, πράγμα για το οποίο δεν είχα ιδέα ειλικρινά σου μιλάω, ή έχουν την ανάγκη να ξεφορτωθούν τον προηγούμενο, "κακό" μήνα, να ξορκίσουν τις αναποδιές, τις δυσκολίες και τα ζόρια που πέρασαν χαμογελώντας πλατιά σ'αυτό που έρχεται.
Φοβάμαι ότι κάθε μήνα αυτό θα γίνεται.  "Άντε να φύγει και ο σκατο-Οκτώβρης" και στη θέση του Οκτώβρη βάλε όποιον γουστάρεις, anything goes.
Εγώ τον αγαπώ πάντως αυτόν τον μήνα, γιατί δεν έχει κάποιο clear statement.
Θεωρητικά σηματοδοτεί το τέλος του Φθινοπώρου, σε άλλες χώρες μάλλον γιατί εδώ απλά αρχίζουμε να το καταλαβαίνουμε με το προαιρετικό καμπαρντινάκι και το τρελαμένο styling που κυκλοφορεί στους δρόμους - σαγιονάρα ή ugg, κασκόλ και τιραντάκι, καλσόν ή σορτσάκι, τα βλέπω όλα αυτά στην άνοδο της Κηφισίας κάθε πρωί.
Δεν είναι μήνας με τη φήμη του μεγάλου ερωτικού - δεν ξυπνάει άγρια ο κόσμος για φλέρτιν όπως τον Μάιο, του τρελά εορταστικού - δεν πετιούνται φελλοί σαμπάνιας στον αέρα όπως τον Δεκέμβρη, του περιπετειώδη ταξιδιάρη - όχι, δεν βουλιάζουν τα πλοία όπως τον Αύγουστο.
Εγώ γίνομαι λίγο αντικοινωνική, λίγο weird, κάπως σπιτόγατος, κατεβάζω κανα βιβλίο από το ράφι, έχω πάντα να θυμηθώ συζητήσεις με φίλες στο σπίτι που κάθονται στο πάτωμα και φοράμε φόρμες θέτοντας τα μεγάλα διλήμματα "με μούσι ή χωρίς" (λίγο σαν το αντρικό στήθος ή κώλος μου κάνει) και τσιγκουνιές ανεκδίηγητες στα ψώνια, στις εξόδους, με overload μελαγχολίας γιατί μετά δεν θα επιτρέπεται, με φριζέ μαλλί (όχι το δικό μου, των άλλων) και με γούβα στον καναπέ ν'ακούω μουσικές απ'όπου υπάρχει ηχείο.
Θέλω ένα ποτήρι κρασί κατακόκκινο, μεγάλο, μπομπέ, μια μπλούζα σε ξεφτισμένο γκρι, biker boots (γιατί έτσι), τον Johnny Depp και τη φωνή του Tom Waits στο November (που πόσταρε πρώτα ο Dust Road και όχι εγώ, στο facebook).
Επίσης, μπορούμε να φυτέψουμε πανσέδες στον κήπο του γραφείου στην Κηφισιά.
Ok, αγαπώ τον Νοέμβριο κιόλας γιατί λίγο πριν ψοφήσει, γεννήθηκε η κόρη μου.
#poso_mama_eisa_telika #to_mamadoblog_min_ksexname









25.10.12

Λογική και Ευαισθησία.

Είμαι η μαμά ενός πολύ ευαίσθητου αγοριού.
Είμαι, χμ, η πολύ ευαίσθητη μαμά ενός πολύ ευαίσθητου, τρυφερού αγοριού.
Του αρέσει να ζωγραφίζει ασταμάτητα, παντού, ανθρώπους με σαφείς αναφορές στο The Corpse Bride και καπέλα με ολόκληρα λουλούδια στο κεφάλι, σπίτια πολυμορφικά με τεράστιες μπούκλες καπνού, χάρτες θησαυρού με δαιδαλώδη σπιράλ, καράβια με αμπάρια που κρύβουν τζάκια, τούβλα και γάτες, είμαστε ένα σπίτι με χαρτιά πεταμένα παντού, με ζωγραφιές που ξετρυπώνουν από τα ντουλάπια της κουζίνας και τις σακούλες του σούπερ μάρκετ και μια μικρή κόρη που κάθεται μόνιμα δίπλα στον αδελφό της "για να μου κάνει γραμμές βροχής και αέρα μαμά".
Την αγαπάει πολύ την αδελφή του αυτό το αγόρι, την σκεπάζει όταν κοιμάται, την παρηγορεί όταν κλαίει, την αγκαλιάζει, την φιλάει, είναι ο μόνος που καταλαβαίνει αυτόματα τους τρόπους που φτιάχνει τις λέξεις της, τη θέλει πλάι του, την έχει πάντα στο μυαλό του, στην καρδιά του.
Απασχολεί το κεφάλι του όλη μέρα με ιστορίες, απαντάει σε κάτι απλό με ένα πεντάλεπτο κουβάρι που ξετυλίγεται, αρνείται να τον διακόψεις, να τον αποσυντονίσεις, να του μαζέψεις την αχαλίνωτη φαντασία, να τον περιορίσεις.
Ανησυχεί πολύ για τη ζωή στον Ουρανό.  Για εκεί που πάνε όλοι αυτοί που φεύγουν.  Η μαμά της γιαγιάς του, ο μπαμπάς του παππού του, η γάτα μας η Πέρλα, η γιαγιούλα που τον χαιρετούσε κάθε πρωί από το απέναντι μπαλκόνι, η φίλη μας η Λέλια.  Ονειρεύεται να πάρει μια σκάλα και να ανέβει στα σύννεφα, μου είπε πώς θέλει να τους δει όλους και να φάει μαζί τους υποβρύχιο όπως στη Δεξαμενή - γλυκιά σκέψη αλλά δεν ξέρω πώς κρατήθηκα να μη βάλω τα κλάματα - και μετά να ξαναγυρίσει κοντά μας, να μας πει τα νέα, να μην στεναχωριόμαστε, ακόμα και αν στον Ουρανό πηγαίνουν μόνο οι πολύύύύύύ μεγάλοι.  Και εμείς δεν έχουμε κανέναν κοντά μας τόσο πολύ μεγάλο.  Το παραδέχομαι, το έχω κάνει λίγο πιο εύπεπτο, τα τρακαρίσματα οδηγούν μόνο στα νοσοκομεία και τα παιδάκια μόνο αρρωσταίνουν βαριά και για πολλές μέρες.  End of story.
Ανησυχεί και για τις φυλακές.  Αλλιώς, τί γίνεται δηλαδή όταν τα παιδάκια έχουν γονείς κακούς που μπαίνουν φυλακή.  Τί κάνουν αυτά τα παιδιά, ποιος τα βάζει για μπάνιο το βράδυ και στο σχολικό το πρωί.  Δίνει λύσεις για να ξαλαφρώνει.  'Οταν γίνει μεγάλος και δυνατός θα πάει στις φυλακές και θα βγάλει έξω όλες τις μαμάδες και τους μπαμπάδες για να γυρίσουν στα παιδιά τους, αλλά θα υπογράψουν πριν ένα χαρτί ότι "δεν θα είναι πια κακοί. Γιατί; Γιατί έχουν παιδιά, μαμά".
Πριν κοιμηθεί εύχεται πάντα "καληνύχτα και όνειρα καρδιές".
Χθες βράδυ μου περιέγραψε τί όνειρο επρόκειτο να δει, λίγο την άκουσα σα να ήμουν σε προβολή του Μικρού Πρίγκηπα στο Πλανητάριο.  Θα πετάξει πάνω στον ουρανό με μπαλόνια σε όλα τα χρώματα και θα φοράει το αγαπημένο του μπουφάν με τον Τζούλιους για να μην κρυώσει, εκεί θα βρει πολλές, πάρα πολλές καρδιές, θα ανέβει πάνω τους σαν να είναι άλογα, θα κάνουν γύρω γύρω όλοι όπως κάνουμε στο σαλόνι με την Κλο, μετά θα κλέψει από την μάγισσα το ραβδάκι, θα το κουνήσει δυνατά και θα γεμίσει τον ουρανό με αστέρια.  Θα τα φιλήσει όλα τα αστέρια και θα τα φυσήξει πάλι πίσω στη Γη, να πάνε στα μάγουλα όλων των φίλων του και όλων αυτών που αγαπάει.  Ε, μετά θα μπει στον πύραυλο και θα γυρίσει σπίτι.  Ο πύραυλος μεγάλη αδυναμία και ειδικά τώρα με τη live μετάδοση του Felix-πηδάω-από-την-στρατόσφαιρα, φούντωσε.
Τα γράφω και μου φαίνονται υπέροχα, πόσες όμως φορές έχω πιάσει τον εαυτό μου να στεναχωριέται  για ένα πολύ συναισθηματικό αγόρι.  Γιατί στις μέρες μας η ευαισθησία δείχνει αδυναμία, γιατί κοινωνικά υποτίθεται πως ωφελούνται οι σκληροί, γιατί το ζώο δεν θα σ'αφήσει να επιβιώσεις αν καταλάβει ότι μπορεί να σε ροκανίσει, γιατί τα τείχη δεν σπάνε μπροστά σε αυτούς που τα κοιτάνε με ντροπή, γιατί κανείς δεν έφτασε στην ώρα του σταματώντας στον κάθε ζητιάνο που συνάντησε στη διαδρομή.
Έχουμε φτάσει μέσα στην καθημερινότητα της βίας, της ανθρώπινης ζούγκλας και της φασιστοποίησης - ξέρασμα, να προτιμούμε να συμπλέουμε με τους χοντρόπετσους παρά με τους ντελικάτους, να ηρωποιούμε τους ασυγκίνητους, τους παγερούς, εκείνους που τα κατάφεραν ποδοπατώντας λόφους πτωμάτων, παρά τους φιλεύσπλαχνους, τους στοργικούς, εκείνους που λύγισαν μπροστά στα παρακαλητά και στον σπαραγμό της ανθρώπινης φύσης.
Από την άλλη, μου φαίνεται και αδιανόητο προσωπικά, να μεγαλώνω έναν άνθρωπο που δεν αφουγκράζεται, που δεν ακούει, πασχίζοντας μόνο να τον ατσαλώσω συναισθηματικά απέναντι στις δυστυχίες.  Αφού πορεύομαι εγώ, με τα ψυχοπλακώματά μου, τα βραδινά δάκρυα τα κλεφτά και την αδιάκοπη ανησυχία γι'αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο, θα τα καταφέρει κι αυτός.  Θα φορέσει αυτή τη "σκληρή" μάσκα της μαμάς του πανοπλία, για την οποία απορούν όλοι της οι φίλοι, και θα βγει εκεί έξω πολεμιστής.
Οι χοντρόπετσοι θα τα καταφέρνουν.  Θα σκαρφαλώνουν στην ιεραρχία, θα γεμίζουν τις ντουλάπες και τις κοιλιές τους και θα πεθαίνουν συνοδευόμενοι από χλέπες αντί για δάκρυα.  Ναι, τόσο σκληρό και τόσο απόλυτο.
Να δούμε τί θα κάνει ο δικός μου.  Δε σας πολυνοιάζει, αλλά -αυτό είναι καθαρά για την πάρτη μου- ελπίζω από εδώ να μπορώ - να υπάρχω για - να ενημερώνω, ακόμα και αν ο μόνος αναγνώστης που έχει απομείνει είναι ο εαυτός μου.

Για την άλλη, τη μικρή λέω, τα δείγματα είναι διαφορετικά.  Λίγο τρελαμένη σταρχιδίστρια την κόβω.








17.10.12

Πάμε ρε για την Ιωάννα, δυνατά.



Είχα πολλά και διάφορα πράγματα να γράψω, πιο πολύ χαρούμενα, σκέφτηκα να ποστάρω καμια φωτογραφία της Κλο έτσι όπως την ντύνει ο αδελφός της που τώρα, μετά τον εαυτό του, έχει βρει το επόμενο εύκολο θύμα, αλλά γυρνούσα πίσω στο προηγούμενο ποστ και δεν μπορούσα να κάνω τη γέφυρα.

Η ζωή συνεχίζεται για όλους - για εμάς περισσότερο ίδια, για τους γονείς της Ιωάννας, διαφορετική.
Η Βίκυ, η μαμά της, βρήκε τη δύναμη να γράψει, "Εμείς είμαστε καλά, είναι ένα διαφορετικό "καλά" όπως μου είχε πει μια άλλη μαμά παλαιότερα που ήταν στην ίδια κατάσταση, αλλά προσπαθούμε." 
Βρήκα το κουράγιο να διαβάσω όλο το μπλογκ και πήρα εγώ απίστευτη δύναμη από την Βίκυ, από την αξιοπρέπειά της, από την αστείρευτη αγάπη της, από την αντοχή της, από το όνειρό της, από την ψυχή της, από την ελπίδα, τον αλτρουισμό, το όραμα, ό,τι και αν προσπαθώ να γράψω το μεγαλείο αυτών των γονιών δεν περιγράφεται.
Εκείνο το βράδυ που είχα γίνει κομμάτια, μία φίλη τους μου έστειλε ένα email, γράφοντας μεταξύ άλλων ότι επιθυμία των γονιών της Ιωάννας είναι να κάνουμε γνωστή τη νόσο της νωτιαίας μυικής ατροφίας τη νούμερο ένα γενετική αιτία θανάτου σε παιδιά κάτω των δύο ετών (απίστευτο; το γνωρίζατε;) σε όλο τον κόσμο - στην Ελλάδα γεννιούνται κάθε χρόνο 10-14 παιδιά με την νόσο - παραθέτοντας τους τρόπους που μπορούν οι υποψήφιοι γονείς (πριν την εγκυμοσύνη) να κάνουν το τεστ.
Διαβάστε το σχετικό ποστ από το www.giatinioanna.com και ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ!
Αυτό θέλει η Ιωάννα, αυτό θέλει η Βίκυ και ο Σπύρος, όχι άλλα μωρά και γονείς σε τέτοια δοκιμασία, που μπορεί εκτός από τον προγεννητικό έλεγχο να ανιχνευθεί και με την προεμφυτευτική διάγνωση και φυσικά, με την ανίχνευση φορέων.
Θα το λήξω εδώ αυτό το κομμάτι επειδή δεν είμαι γιατρός, από φόβο μη γίνω βαρετή και δεν ασχοληθείτε περαιτέρω με το θέμα ή μην γράψω κάτι λάθος, ακόμα και αν απλά αντιγράφω από links όπως αυτό εδώ http://iatriki-genetiki.med.uoa.gr/parexomenes_ypiresies/Nwtiaia.htm (δείτε τον πίνακα, είναι εξαιρετικά κατατοπιστικός).

Διαβάστε και τα λόγια μιας κοπέλας που βρεθήκαμε από το τουίτερ, και αν και είχαμε κάπως "μιλήσει" νωρίτερα, τις ημέρες που η Ιωάννα έφυγε η επικοινωνία έγινε πολύ πιο έντονη.  Της είπα ότι θα ήθελα με κάποιον τρόπο ένα ίχνος από την εμπειρία της, μόνο που δεν ήξερα το σωστό πώς και ας την έχω κουβαλήσει μέσα μου αυτή την ανάρτηση όσο καμία άλλη, αλλά δεν είμαι δημοσιογράφος, ούτε γιατρός, ούτε καμια σπουδαία και κατέληξα στο να το γράψει εκείνη όπως θέλει, μόνο ό,τι της βγει.  Δηλαδή, αυτό:


"Είμαι φορέας SMA.
Έχω μία κορούλα. Η Ιωάννα θα μπορούσε να είναι η κορούλα μου.
Θα μπορούσε να είναι η κορούλα του καθενός μας.
Εγώ ήμουν "τυχερή", ο αδερφός μου όχι. Είναι ασθενής SMA.
Έχω ζήσει με αυτόν τον "διάολο", ξέρω τι είναι.
Ο γυναικολόγος μου πάλι δεν ήξερε, όπως και οι περισσότεροι γυναικολόγοι.
Ενημερώθηκε όμως. Μου είπε ότι στην Αμερική οι ασφαλιστικές απαίτησαν από το κράτος να προσθέσει τις εξετάσεις για SMA στον υποχρεωτικό προγεννετικό έλεγχο. Τα κρούσματα είναι πάρα πολλά.
Η ασθένεια δεν είναι γνωστή γιατί δεν τη βλέπουμε τριγύρω μας.
Τα περισσότερα μωρά που γεννιούνται με SMA "φεύγουν" πολύ γρήγορα...
Δε θα μιλήσω για την αγωνία μέχρι οι απαντήσεις των εξετάσεων να με καθησυχάσουν
ότι η μικρή μου θα γεννηθεί υγιής. Ούτε για ιατρικές λεπτομέρειες σχετικά με το SMA.
Θα μιλήσω όμως για τις μανάδες των παιδιών αυτών. Που στέκονται δίπλα στα παιδιά τους, με ατελείωτη υπομονή, δύναμη, αγάπη, μέσα στην κούρασή τους, ψυχολογική κ σωματική.
Κάποιο βράδυ που ξύπνησα να ταΐσω τη μικρούλα μου, καταβεβλημένη από την κούραση και την αυπνία σκέφτηκα ότι η μητέρα μου ζει έτσι 36 χρόνια. 36 χρόνια τώρα, ξυπνάει 
3-5 φορές το βράδυ για να "γυρίσει πλευρό" τον αδερφό μου, να μην "πιαστεί". 
Και χαμογελάει. Η μητέρα μου χαμογελάει. Ίσως απλά επειδή το παιδί της ζει, ζει μια καλή ζωή.
Όσες είστε μωρομάνες, θα καταλάβατε. Κι αυτό είναι μόνο ένα πολύ πολύ μικρό παράδειγμα.
Πείτε το σε όσους σκοπεύουν να γίνουν γονείς. Το κόστος της εξέτασης είναι μικρό, απειροελάχιστο μπροστά στην ευτυχία τη δική σας κ των παιδιών σας.
Διαδώστε το. Κάντε το για την Ιωάννα, για τη μαμά της, για σας, για τα παιδιά σας.
Σκεφτείτε ότι ίσως, κάθε φορά που κάποιος προλαμβάνει το SMA, η Ιωάννα σκάει ένα χαμόγελο εκεί που είναι.
Αντίο Ιωάννα"


Αρχικά κλάψτε.  'Οσο σας παίρνει, όσο αντέχετε.
Και μετά μιλήστε σε ανθρώπους που ετοιμάζονται να γίνουν γονείς για να ζήσουν μια ζωή με τα παιδιά τους όπως ακριβώς την ονειρεύονται.
Να ενημερωθούν.  Να κάνουν τις εξετάσεις.

πι.ες: είμαι η πιο χαρούμενη μπλόγκερ του πλανήτη αυτή τη στιγμή που μιλάμε, γιατί το ποστ "Δεν έχω τίτλο" μπήκε στα πιο διαβασμένα του μπλογκ.  Ευχαριστώ, από την καρδιά μου.

πι.ες2: δείτε κι αυτό http://www.fsma.org/Home/






3.10.12

Δεν έχω τίτλο.

'Αλλη μια χαρωπή μέρα ξεκίνησε, που ακολούθησε ένα πολύ αστείο βράδυ, ποτά με κουμπάρα, κολλητή, πρώην συνάδελφο (you name it, το 'χω) με αναπάντεχα εμπλεκόμενο κόσμο, με εμένα στην αρχή της βραδιάς να κάνω χαιρετούρες σε όποιον καθόταν σε καρότσι στο Σπίτι, να ξαναμπαίνω στη διαδικασία της ερώτησης "τί εννοείς δεν μου φαίνεται ότι είμαι μαμά" προς το τέλος, για να καταλήξω στο ότι οι μαμάδες δεν είναι aliens γαμώτηντρέλα.
Η κυρία μαμά τακτοποιημένη.
Η κυρία μαμά βολεμένη.
Άνετη.
Χωρίς πρόβλημα ανεργίας προς το παρόν (έτσι όπως τα κόβω τα πράγματα εδώ στο παρόν κυριολεκτώ), με σύζυγο που ειδικά στην κατηγορία μπαμπάς - θα το ξαναπώ, χέστηκα - δεν έχω συναντήσει όμοιό του τα τελευταία 4,5 χρόνια, με βοήθεια στο σπίτι, με γιαγιάδες παππούδες από πάνω μην τυχόν και κάποιος ταλαιπωρηθεί και ας γίνουν εκείνοι κουλουβάχατα, με μία ευκολία στο γράψιμο και μία διάθεση ειρωνική καμια φορά, χιουμοριστική άλλες, προβληματισμένη συνήθως αλλά να, with a twist, με απόψεις που δεν "σηκώνουν" γλυκούλικα σχόλια, straightforward τρυφεράδα ή  κάποιου τύπου ρομαντζάδα τέλος πάντων.
Κάθομαι στο γραφείο και ξεκινάω την μέρα μου χωρίς ιδιαίτερες έννοιες, με πολλά social media, με εικόνες, ερεθίσματα, λίγο από brainstorming, έναν μέτριο καφέ, σήμερα μ'ένα σωρό μηνύματα από την αστεία χθεσινή βραδιά, τα παιδιά είναι εντάξει, ο χρόνος δε με πιέζει, ο πελάτης μ'αγαπάει, οι φίλες μου είναι και γαμώ και εγώ μπορεί και να σκεφτώ ένα επόμενο, πιασάρικο ποστ.
Αυτά γενικώς συμβαίνουν όταν είμαι μέσα στη φούσκα.
Γιατί έξω από την φούσκα, οι γονείς, οι μαμάδες, τρέχουν και δεν φτάνουν, ψάχνουν με αγωνία την πολυτέλεια του ελεύθερου χρόνου μεταξύ σιδερώματος, επαγγελματικής πίεσης και αλλαγής πάνας για να κάνουν ένα ντους, ούτε λέξη, ούτε όρεξη για τις Νύχτες Πρεμιέρας, στα παπάρια τους, παρά μόνο μια διαρκής αγωνία για το αύριο, ένα ατελείωτο άγχος, στεναχώριες, πίεση, πίεση, πίεση.
Δεν ξέρω πώς φαίνομαι στα μάτια σας, αλλά έχω καιρό τώρα που αισθάνομαι την ανάγκη να πω ένα συγγνώμη για κάποιες μαλακίες που γράφω.  Διαβάζω τόση πολύ δυστυχία που η μόνη μου αντίδραση είναι να μου χώσω κουτουλιά την στιγμή που γκρινιάζω.
Ναι, η καθημερινότητα σε ρουφάει και οφείλεις πάντα να προσπαθείς να την κάνεις καλύτερη, με απόλυτο κριτήριο τον εαυτό σου.  Δεν φταις εσύ γιατί κάποια άλλη γυναίκα με μωρό πέντε μηνών, άνεργη, χωρίζει, γιατί ένα παιδί αρρωσταίνει βαριά και λιώνει μέσα στα νοσοκομεία, γιατί ένα ζευγάρι με τρία παιδιά δεν αντέχει ούτε την υποψία της αύρας του άλλου στα 80τ.μ, γιατί η ξαδέλφη της κυρίας στο ισόγειο δεν έχει καρότσι να βάλει μέσα το νεογέννητο μωρό της, γιατί στο ΠΙΚΠΑ παρατάνε μωρά στα αζήτητα από τριών μηνών, πετάνε ζωές στα σκουπίδια και τις καταδικάζουν σε εισπνοή-εκπνοή για όσα χρόνια αντέξουν, γιατί υπάρχουν παιδιά που η μόνη τους αγωνία είναι να είναι αόρατα για να μην μαστιγωθούν με δερμάτινη ζώνη, και γιατί τα ΓΙΑΤΙ μου δεν μπορούν να τελειώσουν.
Δεν φταις εσύ που πριν λίγο καιρό έγραψες με ειλικρίνεια σε μία ανάρτηση πόσο ωραία πέρασες που τα παιδιά έλειψαν κάποιες μέρες από το σπίτι και μετά κοιτάς αμέριμνη το news feed το facebook και πέφτεις πάνω σε αυτό:

http://www.giatinioanna.com/

Και παγώνεις.

Και τρέχεις στην τουαλέτα του γραφείου και κλαις, κλαις ανελέητα προσπαθώντας να μη σε πάρει κανείς χαμπάρι, γυρίζεις πίσω με τα μαλλιά μες στη μούρη, κάνεις hide το story λες και το μυαλό λοβοτομήθηκε, λες και έχει σημασία, ξανακοιτάς γύρω σου την επιφάνεια στην οποία επιπλέεις, θες να κάψεις τον υπολογιστή, τη διαφημιστική και την παρουσίαση του πελάτη ταυτόχρονα, ξανατρέχεις στην τουαλέτα, ξανακλαις, δεν έχεις επειδή σε όλο αυτό το γιγάντιο ΓΙΑΤΙ, αισθάνεσαι ΜΑΛΑΚΑΣ.
Για όλα αυτά που έχεις σκεφτεί, για όλα αυτά που σ'έχουν κάνει να θυμώσεις, για κάθε μία μπούρδα ξεχωριστά που έχεις ξεστομίσει, για κάθε ξέσπασμα, για κάθε νεύρο τεντωμένο, για κάθε τσακωμό, για κάθε αγκαλιά που τσιγκουνεύτηκες.
ΜΑΛΑΚΑΣ.

Στους γονείς της Ιωάννας, δεν υπάρχει καμία πιθανή κουβέντα να αρθρώσεις.
Σε όλους εμάς, εύχομαι μόνο να καταλάβουμε πόσο μεγάλο είναι το καθήκον σε αυτή τη ζωή να απαλύνουμε τον πόνο αυτών που έχουν ανάγκη.  Πρώτα αυτών, και μετά των δικών μας, των τακτοποιημένων, τόσο μεγάλο καθήκον.




26.9.12

Δεν έχω πρόβλημα με το ροζ αλλά με αυτό που το έχουμε καταντήσει.

Σήμερα φίλες και φίλοι, θα μιλήσουμε για τα κοριτσάκια.
Για κάποιο λόγο έχει επικεντρωθεί η προσοχή μου πάνω τους τελευταία, τις βλέπω στα μπαρ που συχνάζω (ανησυχητικό) με skinny jeans και ανακατωμένα μαλλιά, βρώμικες, υφασμάτινες τσάντες και  φλατ σανδάλια και ψάχνω να βρω την Χλόη, μερικές νομίζω ότι της μοιάζουν, ότι να, κάπως έτσι θα μπορούσε να είναι η δική μου σε κάποια χρόνια, καλύτερα βέβαια να κρατούσε ένα βιβλίο αντί για ένα τσιγάρο, αλλά hey, que sera, sera.
Είναι κάποια κορίτσια, κοπέλες θα έλεγαν εκείνες, με μπουχτισμένο, μποέμ βλέμμα, ακουστικά στα αυτιά, διάθεση στο να συμμετέχουν και να ακούγονται, έναν έρωτα από αυτούς τους ωραίους, τους ανήσυχους, ακουμπισμένο στον ώμο και μάλλον ένα ζευγάρι γονιών που θα τις φιλήσουν για καληνύχτα, και ας είναι στην πραγματικότητα καλημέρα.
Και τονώνεται λίγο η ελπίδα σε σχέση με τα διάφορα που βλέπω/ακούω τελευταία σε μαζικά events, σε χώρους συγκέντρωσης πολλών γονιών, σε μπλογκς, σε σπίτια, σε σχολεία.
Υπάρχει μία εμμονή κατευθυνόμενη στα κοριτσάκια να γίνουν νεράιδες, να γίνουν πριγκήπισσες, να γίνουν όμορφες, γκλαμουράτες, κουνιστές (καλά, υπάρχουν εμμονές και για τ'αγόρια αλλά δεν θα τα γράφω και όλα μονορούφι).
Υπάρχει μια διάθεση, μια φιλοδοξία που σαν όνειρο πλανάται στην ατμόσφαιρα, αν δεν καταφέρουν το πριγκηπικό, να γίνουν πανελίστριες στη Φαίη Σκορδά τουλάχιστον.  Να κάνουν κάτι που να φαίνονται.  Να είναι πρώτη σειρά στο χώρο δράσης της Amita Fun στην Μικρόπολις (μέγα δράμα, κραυγή αγωνίας προς τα πάσης φύσης brands να σταματήσουν να εξαντλούν τη φαντασία τους στη ζωγραφική, έλεος πια) εκεί που τύπος dancer χτυπιέται με κάτι που ζουζουνοφέρνει, δεν μπορώ να θυμηθώ, και καμια δεκαπενταριά κοριτσάκια (μόνο, το τονίζω) χτυπιούνται ανελέητα μαζί του, όχι όμως παιδικά, χαριτωμένα, ξέγνοιαστα, αλλά ξεπατικώνοντας μαλακίες που βλέπουν στην τηλεόραση, με μικρομέγαλη ποζερία, με οριακή σάχλα, περιτυλιγμένες σε γκλίτερ και πούλιες.
Οι μαμάδες απολαμβάνουν καφέ ήσυχες, άρα, χαίρονται.  Χαίρονται που η μικρή έχει ιδρώσει ατσούμπαλα, χαίρονται που ξεχωρίζει από το πλήθος ως μία άλλη Μενεγάκη, προφανέστατα όμως αν είχαν αγόρι θα την είχαν ακούσει και λίγο με τόσο κούνημα.
Δεν ξέρω, κάπως θα έχει τύχει να σκάνε τα περιστατικά στη μούρη μου τελευταία από φυλακισμένα σε μικρομεγαλίαση και ροζ χρώμα κοριτσάκια, ή ίσως τα άλλα, τα όχι-και-τόσο-νάζι δεν μου προκαλούν το ενδιαφέρον καθότι νορμάλ, αλλά με πιάνει μια απελπισία σε κάθε καμάρι, περηφάνια, χειροκρότημα τηλεπαρουσιάστριας-wannabe πόζας, παπουτσιού νούμερο 26 με τακούνι (δεν μιλάμε για τη Suri), κολεξιόν Gap που δεν έχει ΚΑΝΕΝΑ tshirt για το target group της Κλο χωρίς γκλιτεράτη μπουρδολογία επάνω #true_story.
Ρε, και εμείς έτσι είμασταν;  Εγώ έχω φωτογραφίες πάντως που φοράω πορτοκαλί ριγέ, κίτρινο φλοράλ, μπλέ σκούρο πολύ, πράσινο πουά, στήνομαι στο φακό με συντροφιά ένα μεγάλο χαμόγελο και τα παραμύθια ή τις κούκλες μου αγκαλιά, δεν σουφρώνω χειλάκια, δεν υποδύομαι τσιφτετέλι σε πίστα, δεν φοράω λιπ γκλος από τα τέσσερα, και μα την παναγία, δεν φοράω ποτέ ροζ.
Δεν έχω πρόβλημα με το ροζ, αλλά να, έχω με αυτό που το έχουμε καταντήσει, συνώνυμο της μικρομέγαλης ελαφρότητας, της πανελίστριας μέγκα σταρ και του/της/wtf μπεμπέ λιλή.
Μετά βγαίνω για κανα ποτό το βράδυ και ισιώνω λίγο, προφανώς κάποια κοριτσάκια έπεσαν με φόρα από το μικρό μου πόνι και προσγειώθηκαν σε καμια βιβλιοθήκη, ή κανα δισκάδικο.  Α, ναι, σόρρυ, δεν υπάρχουν πολλά από αυτά.

πι.ες: Η Στεφανία προς το παρόν δεν είναι τέτοιο κοριτσάκι και εγώ γι'αυτό την στηρίζω στον αγώνα της να ακουστεί και να τα χώσει. Δες πιο κάτω:




14.9.12

Οι μηχανές, τα πηδήματα και άλλα δεινά.

Δεν είχα πια τί άλλο να γράψω, γιατί το blog έχει μόνο του γυρίσει στο κομμάτι "σκέψεις", η εξιστόρηση της καθημερινότητας δεν μου βγήκε, σούπερ φωτογραφίες κατά τα του εξωτερικού πρότυπα από τί φοράμε, τί τρώμε, με τί παίζουμε και ποιος χέστηκε δηλαδή, τα ζουζουλίνια, πριγκηπάκια τί ωραία που τα λένε (μόνο αυτά στον πλανήτη, εννοείται) θα έπεφτε λιθοβολισμός από αυτούς που με αγαπάνε τουλάχιστον, μέχρι και η σκέψη του να σβήσει μου πέρασε από το μυαλό, το οποίο βέβαια εντάσσεται στην κατηγορία Ποιος Χέστηκε x2.
Αλλά να, εδώ στο μπαλκόνι έμαθα την ιστορία της Μηχανής.
Αγόρασε λοιπόν ο φίλος ένα DT στα 19 (τί μου θύμησε, κάτι γκομενικά λυκείου σε πάω πολύ πίσω, άστο), το είχε στο νησί, το φρόντιζε, το πρόσεχε, το αγαπούσε ρε παιδί μου μέχρι που μια ωραία μέρα όπως ήταν φυσικό, γιατί αποκλείεται να έχετε εσείς φίλο με μηχανή που να μην έχει πέσει (εγώ δεν έχω), έπεσε και το μηχανάκι έγινε σμπαράλια.
Λεφτά να το φτιάξει δεν είχε, το άφησε στο νησί με βαριά καρδιά και μάζευε όλο το χρόνο για να πάει το επόμενο καλοκαίρι να οργώσει με καμια γκόμενα από πίσω τους χωματόδρομους για τις παραλίες.
Εκεί έπαιξε μπάλα ο παππούς.  Που λάτρευε τον εγγονό, που έτρεμε η καρδιά του, που ποτέ δεν συμπάθησε το κωλομηχανάκι κι ας είχε και εκείνος, που έφτασε στο σημείο να του το εξαφανίσει και να του δώσει και τα λεφτά που είχε ξοδέψει για την αγορά του.
Μαχαιριά στην καρδιά.  Τεράστιο απωθημένο.  Γκόμενος ρε παιδί μου, που θες και δεν γίνεται.  Χειρότερο από γκόμενος (έχει; να το σκεφτούμε λίγο).
Και έμεινε ο δικός μου σοκαρισμένος, άλαλος, χωρίς μηχανάκι, αλλά χατίρι στον παππού δεν μπορούσε να χαλάσει, να τον στεναχωρήσει, να τον πληγώσει.
Περίπου έντεκα χρόνια μετά το απωθημένο που τον στοίχειωνε θα το πέταγε μια για πάντα στη λίστα με τα done.  Αγόρασε μία μεταχειρισμένη μηχανή, "καγκούρικη" μου είπε, για να του θυμίζει το DT του νησιού.  Και ακόμα και τώρα, ώριμος, μεγαλύτερος, ανεξάρτητος, θα το κρατήσει μυστικό και από τον παππού και από τον μπαμπά του.  Γιατί θα μείνουν, μου είπε. Δεν θέλω να τους στεναχωρήσω.
Πολύ τρυφερή ιστορία μου φάνηκε, και ο παππούς, και ο εγγονός, γλύκες.  Και σκέφτηκα σε αντιδιαστολή την Αγγλίδα συμφοιτήτριά μου στο μεταπτυχιακό που έμενε 40 χιλιόμετρα μακριά από το πατρικό της και έστελνε στους γονείς της κάρτες τα Χριστούγεννα.
Μετά σκέφτηκα τη δικιά μου που με το πρώτο τατουάζ μπορεί και να την πήγαν στο νοσοκομείο (δεν ξέρω, έλειπα απ'τη χώρα), το επόμενο το έκρυβα, χρειάστηκε νομίζω να γεννήσω για να πάω στον άρτιστ χωρίς να κάνω πρόλογο με λεξοτανίλ.  'Η την κολλητή μου, που ποτέ δεν κάπνισε μπροστά στον μπαμπά της γιατί όταν στα δεκαοκτώ είχε βρει στην τσάντα της ένα πακέτο της είχε πει με αυστηρή φωνή "Και μετά τί? Τα πηδήματα, και ύστερα τα ναρκωτικά". (lol)
Προφανώς και έχω μεγαλώσει σε μία χώρα που οι γονείς στοιχειώνουν τα παιδιά τους μέχρι να φύγουν από τη ζωή, αποτελούν το αδιάσειστο πρότυπο, την πυξίδα, τον πρώτο και αδιαμφισβήτητο Κριτή, και έπειτα κανείς δεν ξεπερνάει το χαμό τους, μόνο μονολογεί αυτό το περιβόητο "ας ήταν εδώ και ας μου απαγόρευαν το bungee jumping στα 32 / το αλκοόλ στα 20 / τη μηχανή στα 28", έφτασα στο σημείο να μην μ'ενοχλεί αυτό, να το αποδέχομαι, να το αντιμετωπίζω με συναισθηματισμό και όχι με θυμό, με απόγνωση, με εγκλωβισμό, έφτασα στο σημείο να δέχομαι την υποκρισία για να είναι εκείνοι ήσυχοι.
Ίσως επειδή και εγώ, όσο άκουγα την ιστορία του DT, δεν την άκουγα πια με τα αυτιά του εγγονού, αλλά με εκείνα του παππού.  Του ανθρώπου που είναι πια υπεύθυνος και για άλλους, που τους νοιάζεται περισσότερο από τη ζωή του την ίδια, που αδυνατεί να σκεφτεί την πιθανότητα της γλάστρας που μπορεί να σου πέσει στο κεφάλι, που είναι φτερούγας.  Για πάντα.  Για όσο ζει και όσο αναπνέει.
Το θέμα είναι μεγάλο και πολύπλευρο και εγώ μεγάλα ποστς δεν γράφω, αλλά αν το δικό μου το αγόρι θελήσει σε 12 χρόνια να καβαλήσει μηχανή, ειλικρινά δεν ξέρω πώς θα το αντιμετωπίσω.  Μπορεί να τον στείλω να χτυπήσει κανένα τατουάζ instead.

30.8.12

'Οχι άλλες βουτιές, θα κουφαθώ.

Είμαι σε μία φάση που κάνω μίνι διακοπές χωρίς το πλαίσιο που τις ορίζει ακριβώς.
Επειδή στο γραφείο συμβαίνουν αδιανόητα πράγματα που με κάνουν να αισθάνομαι πάλι λιγότερη από αυτό που πραγματικά είμαι, και πρακτικά και ουσιαστικά, μένω στο σπίτι.
Γυρίσαμε από τις άλλες, τις "κανονικές" διακοπές την Κυριακή και είδα παντού φωτογραφίες με μπρατσάκια, αναρτήσεις με χαμόγελα, βουτιές και πολύχρωμα φτυαράκια, χωνάκια σοκολάτα και βατραχοπέδιλα.
Σωστά όλα αυτά.  Υπέροχα.  Αν μη τι άλλο, σημαντικά.  Ο γιος που κολυμπάει χωρίς καμία βοήθεια, η κόρη που ξετρελαίνεται να στροβιλίζεται στο νερό και περιμένει όλη η παραλία να χειροκροτήσει το χορευτικό της στο ντους, και οι δύο που χοροπηδάνε στην κοιλιά σου και τα μαλλιά τους ξανθαίνουν, τα ξυπόλητα πόδια τους παντού, τα πλεκτά βραχιολάκια χεροπόδαρα, οι μίνι φίλοι παραλίας, δυο παιδιά που ανθίζουν κάθε καλοκαίρι όλο και περισσότερο.
Αυτό είναι το ένα κομμάτι των διακοπών.  Το άλλο, είναι οι γονείς οι ίδιοι.
Που συνειδητοποιούν ότι δεν έχουν ούτε μία φωτογραφία της προκοπής γιατί οι 582 στο iPhone είναι τα παιδιά, που αντί να φεύγουν απ'το σπίτι με μια πετσέτα και ένα αντηλιακό στο χέρι κάνουν μετακόμιση, που κάποια στιγμή το μπουκάλι νερό και ένα κράκερ δεν αρκεί αλλά θέλουν ψυγειάκι, που το περιοδικό στην τσάντα παραλίας απλά πηγαινοέρχεται για να παίρνει τον αέρα του, που η έξοδος για ποτό το βράδυ γίνεται με χρονομέτρηση, που ο ύπνος... το πρωινό των διακοπών που στην πραγματικότητα είναι χαλαρό early - ή και late - μεσημεριανό απλά δεν υφίσταται σαν έννοια.
Παρότι βρισκόμασταν σε περιβάλλον κάτι παραπάνω από ιδανικό δεδομένων των συνθηκών, παρότι ποτέ δεν τηρήσαμε τα ωράρια ύπνου, ηλιοθεραπείας κουλουπού, παρότι πήγαμε σε παραλίες που είχαμε να επισκεφτούμε σχεδόν από singles και παρότι η παρέα που βρισκόμασταν δεν ήταν πάντα  στην ίδια φάση με εμάς (που σημαίνει ενδιαφέρουσες συζητήσεις, duh), μάλλον βρίσκω πάντα χώρο για λίγη αναπόληση.  Και λίγη γκρίνια.
Ξέρω ότι όλοι εσείς οι γονείς έχετε σκεφτεί και έχετε γράψει τα αυτονόητα.  Τα "μαγικά".  Επέλεξα να μην τα επαναλάβω, όχι γιατί δεν υπάρχουν, αλλά γιατί αν οι διακοπές με παιδιά ήταν μόνο αυτό, θέλω να μου στείλετε contact detail να κανονίσω ντοκυμαντέρ με τη ζωή σας στο Mtv να παίρνει θάρρος η νέα γενιά γι'αυτά που έρχονται.
Θέλω πέντε μέρες να ξυπνάω μετά τις δώδεκα το μεσημέρι.  Να πηγαίνω παραλία τρεις ώρες μετά γιατί θα κάθομαι στη βεράντα, θα ακούω μουσικές και θα κοιτάω τη θάλασσα.  Στην παραλία θέλω να πίνω κάτι σε αλκοόλ, να διαβάζω βιβλίο και να ξανακοιτάω τη θάλασσα. Να επιστρέφω και να μην έχει ήλιο. Να μαγειρεύουμε για φίλους στο σπίτι που να παραμένουν και μετά τις 2 το πρωί γιατί φτιάχνουμε ωραία mojitos.  Να συζητάμε χωρίς παρεμβολές.  Να κάνουμε sex χωρίς παρεμβολές.  Να μην έχουμε να σκεφτούμε κανένα φαγητό, ποτέ.  Να γυρνάμε το ξημέρωμα και να παίρνουμε τηλέφωνο την κολλητή στο δίπλα νησί.  Τα νησιά να γίνονται ένα.  Να πετάγεσαι φραπ φρουπ από εδώ κι από εκεί με ένα tshirt.  Να μην έχεις να κάνεις με πάνες.  Βασικά να μη βλέπεις πάνες ούτε στον ύπνο σου.  Nα καπνίζεις ξεδιάντροπα.  Να βρίζεις ανελέητα.
Γραφείο που γαμιέσαι, σ'ευχαριστώ που με αφήνεις να κάνω και τέτοιες διακοπές τώρα.
Αγαπητοί γονείς, σας ευχαριστώ που έχετε πάρει τα παιδιά στο μαγευτικό Χωριό γιατί η κόρη σας είναι μια αχάριστη, μουλάρα Μάνα.  Να είστε καλά.

25.7.12

Στον Ακάλυπτο.

Μένω στο Κέντρο περίπου οχτώ χρόνια.
Πολύ μικρή, εννοώ μέχρι τα δύο μου δηλαδή, έμενα με τους γονείς μου στην Κυψέλη.  Από εκεί και μετά ανεβήκαμε πιο βόρεια και έτσι έμαθα ν'αγαπώ τις περιοχές που ήταν το σπίτι μου και να μην μπορώ καθόλου να συγχρονιστώ με το αντίπαλο δέος - τα Νου Που, δηλαδή.
Μένω στο Κέντρο λόγω του συζύγου και αν και μ'ενοχλούσε πάντα ο κύριος με τη σωβρακοφανέλλα στο απέναντι μπαλκόνι, home is where the heart is και τέτοια, και επίσης βολευτήκαμε με τα παιδιά με το άλσος στο ένα λεπτό με τα πόδια, τις κάβες και τα καφέ σε άλλο ένα, τα μπαρ και τα εστιατόρια στο δεκάλεπτο μαξ, μια χαρά δηλαδή.
Αλλά δε θα χωνέψω ποτέ τους ακάλυπτους.  Τις κουβέντες στους ακάλυπτους, τις μουσικές, τους τσακωμούς, σεξ δεν ακούω ποτέ παρά μόνο πιο παλιά από τον από πάνω.  Ο οποίος το έκοψε αιφνιδιαστικά, καταλήγω στο ότι απουσίαζε τότε η σχέση και έφερνε γκόμενα.
Το χειρότερό μου βέβαια είναι μία μάνα που λυσσάει κυρίως σε διακοπές - χριστουγέννων, πάσχα, καλοκαιριού, you name it, η μάνα αυτή δεν αντέχει να συγκατοικεί με τα παιδιά της ούτε λεπτό.
Βρίζονται ανελέητα.  Βρίζονται χυδαία, εκατέρωθεν (τα μικρά πρέπει να είναι το πολύ δώδεκα), το αγαπημένο της είναι "μαλακισμένο" και η απάντησή τους "άντε στο διάολο".
Με φρικάρει όλο αυτό.  Με τρελαίνουν τα κλάματα και οι φωνές τους, με τρελαίνει που κλείνω ερμητικά το παράθυρο του μπάνιου για να μην ακούω μια μητέρα να προσβάλλει έτσι μικρά παιδιά, τα δικά της μικρά παιδιά, και το χειρότερο είναι που έχω φτιάξει στο μυαλό μου μια ιστορία κακομεταχείρισης, δράματος, ότι και καλά δεν τα παίρνει ποτέ αγκαλιά, δεν τα φιλάει για καληνύχτα, δεν τους λέει ιστορίες και δεν γελάνε μαζί.  Να, από αυτό το παράθυρο του μπάνιου δεν πρέπει ποτέ να τους έχω ακούσει να γελάνε μαζί.
Σε άλλες φάσεις ξεκατινιάζεται με κάποια άλλη μπαλκονάτη, με τον σύζυγο βρίζονται ή είναι τελείως μουγκοί και ο απόηχος είναι ότι υποφέρει, δεν δουλεύει, δεν την ακούνε, δεν αντέχει.  Και ξεσπάει στα εύκολα.
Αυτό όλο είναι που έχει δημιουργηθεί στο δικό μου κεφάλι, ελπίζω τις πολλές φορές που δεν τους ακούω να έχουν βγει καμια βόλτα σαν οικογένεια, αλλά αυτή η μαμά μου φαίνεται τόσο θυμωμένη, τόσο τέρμα αγανακτισμένη που περιμένει πως και πως ν'ανοίξουν τα σχολεία, να τα φορτώσει σε κανα δάσκαλο και να κάνει ένα τσιγάρο μπροστά από την τηλεόραση νιώθωντας πραγματική ευτυχία.
Έχω και εγώ βρίσει τον W., αλήθεια σας λέω, αλλά από μέσα μου.  Έχω ξεστομίσει μια φορά τη λέξη "κακομαθημένο" και τον είδα να φουντώνει και να πληγώνεται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά. 
Οι λέξεις είναι μαχαίρια και πληγώνουν τα μικρά παιδιά ανεπανόρθωτα.  Είναι φορτία που κουβαλάνε στις πλάτες τους για πάντα και χωρίς να το ξέρουν, αγωνίζονται όσο μεγαλώνουν για να επιβεβαιώσουν τον χαρακτηρισμό.  Ζούνε σε πλαίσια οικογενειακά που μόνος τρόπος για να επιβιώσουν είναι η κόντρα, ποιος θα φωνάξει δυνατότερα, ποιος θα πονέσει περισσότερο, ποιος θα προσβάλλει αποτελεσματικότερα.  Και μετά, που υποτίθεται πως κερδίζει ο "ισχυρότερος", ο γονέας δηλαδή, πέφτει και κανένα χαστούκι και όλοι μαζί περιμένουν με χαρά την επόμενη μέρα.
Αυτή τη μάνα την έχω εικόνα στο μυαλό μου.  Και περιμένω να τη δω στην ουρά του σούπερ μάρκετ με τσακισμένο βλέμμα και ρόμπα, να κουβαλάει μόνη της τα ψώνια της εβδομάδας, να ξέρει πόσα βήματα ακριβώς χρειάζεται για να φτάσει πάλι πίσω σε κάποιο διαμέρισμα στους κάτω ορόφους μιας πολυκατοικίας, που βλέπει στον ακάλυπτο.
Πραγματικά δεν ξέρω τί θα ήθελα να της πω.  Θα ήθελα όμως να της το ψιθυρίσω.

20.7.12

Πόσο μπαμπάς είσαι τελικά.

Ο Νίκος είναι 52 χρονών. 
'Εχει μία κόρη 19 και έναν γιο 14 χρονών, από δύο διαφορετικούς γάμους.
Σε μερικούς μήνες θα αποκτήσει άλλη μία κόρη και θα παντρευτεί μάλλον για τρίτη φορά την 37χρονη σύντροφό του.
Ο Νίκος είναι υπαρκτό πρόσωπο, αλλά δεν τον λένε Νίκο, και δε με γνωρίζει, αλλά είναι φίλος μιας φίλης μου.  Επίσης δεν πρόκειται να διαβάσει ποτέ αυτό το ποστ, δυστυχώς - το δυστυχώς πάει στο ότι αυτό το μπλογκ δεν διασπείρεται και τόσο.
Λίγο με προβλημάτισε ο Νίκος.  Λίγο με έκαναν να σκεφτώ οι διάφοροι γάμοι που σαν κοινό στοιχείο έχουν τον γαμπρό αφενός και από ένα παιδί αφετέρου και πως αυτό συναντάται κυρίως για ευνόητους λόγους στην κοινότητα των αντρών, τουλάχιστον με αυτό τον τρόπο.
Κατανοώ ότι όλα αυτά μπορούν να συμβούν σε μια ζωή - ο έρωτας να τελειώσει, οι όποιες σχέσεις να λήξουν, η καρδιά να σου δείξει άλλο δρόμο, η απόφαση τελικά να αποδειχτεί λανθασμένη.
Αλλά στο θέμα της "τεκνοποίησης" (κάπως αλλιώς ήθελα αν την πω αυτή την λέξη, δε μου βγήκε) από την πλευρά του μπαμπά που λίγο, βαθιά μέσα ίσως και να την αντιμετωπίζει ελαφρύτερα από τη μαμά, εκεί πιστεύω πρέπει να μπει ένα φρένο.
'Οχι γιατί το παιδί δεν θα μεγαλώσει σωστά, άλλωστε την άποψή μου για τα διαζύγια την έχω πει εδώ ξεκάθαρα, αλλά γιατί ο άντρας που αποκτά ένα παιδί, μετά ένα άλλο και στη συνέχεια ένα τρίτο, με διαφορετικές κάθε φορά συντρόφους, χάνει όλη την ουσία της πατρότητας την οποία θέλω να πιστεύω δεν την επέλεξε με το μαχαίρι στο λαιμό.
Δεν είναι και τόσο μπαμπάς, πια.  Μπλέκει τα σαββατοκύριακα, τις υποχρεώσεις, χάνει τις τάξεις στο σχολείο, τον αγώνα στο μπάσκετ, μπαίνει σε μια κατάσταση ανταγωνισμού και διεκδίκησης, φρικάρει με τα οικονομικά, ξεχωρίζει και προτιμάει παιδιά, είναι παρατηρητής του "κατηγορώ", είναι αμέτοχος.
Είναι απ'έξω.
Δεν καταλαβαίνω γιατί να γίνεται κάποιος πατέρας αν είναι να είναι στην απ'έξω.  Εγωιστικά προφανώς.  Για ν'αφήσει σ'αυτή τη Γη ένα βιολογικό διάδοχο.  Ούτως ή άλλως εκείνη το ήθελε σαν τρελή, εκείνος ήταν κουλ και στο κάτω κάτω θα έφευγε ανώδυνα.  Αυτή η φυγή όμως πρέπει να συνοδεύεται απέναντι στο παιδί που έμεινε πίσω με πατρική φροντίδα, με ειλικρινές ενδιαφέρον, με ουσιαστική παρουσία.  'Ολα αυτά δεν μπορούν να σπάσουν σε πολλά κομμάτια, όταν πρακτικά τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα δεν βρίσκονται όλα κάτω από την ίδια στέγη.
Ο Νίκος σε μία πολυγαμική κοινωνία - πόσοι άντρες φίλοι μου έχουν ξεδιπλώσει αυτό το όνειρο μπροστά στα μάτια μου - θα ήταν αρχηγός.  Θα τον έπαιρνε για άλλα είκοσι χρόνια να αραδιάζει παιδιά και να πηδάει νόμιμα άλλη γυναίκα κάθε βδομάδα, αλλά εδώ θα τα βρει λίγο σκούρα.
'Η μήπως όχι;  Δεν τον νοιάζει αν δεν είναι και πολύ μπαμπάς τελικά. 

πι.ες: θα εκτιμούσα σχόλιο από κανέναν μπαμπά ή μαμά που ζει με αυτό το μοντέλο. γιατί διαφορετικά εμείς απλά θα κάνουμε υποθέσεις.
πι.ες 2: μη βγάλουμε χολή.

13.7.12

Μια Μαμά και μία Κόρη και πολλές άλλες ακόμα.

Είμαι στο αυτοκίνητο με το aircon στο φουλ, χωρίς καμία ελπίδα επιβίωσης, καθώς οδηγώ ένα συμπαθητικό κουβαδάκι που μέχρι να καταφέρει να δροσίσει αγκομαχώντας εγώ έχω διανύσεις τις περισσότερες από τις πιθανές διαδρομές που κάνουμε παρέα.
Κατεβαίνω την Κηφισίας, την πιο πολυαγαπημένη λεωφόρο όλων των εποχών και ακούω ένα χαλί στο ραδιόφωνο που μάλλον είναι Bon Jovi γιατί το τελευταίο τρίμηνο έχω την εντύπωση ότι όποτε ανοίγω ραδιόφωνο ακούω Bon Jovi.  Απλά.
Σταματάω στο κόκκινο.  Κοιτάω αριστερά.
Μία μαμά κρατάει από το χέρι την κόρη της, περίπου 12 χρονών.  Κοιτάζονται συνωμοτικά, γελάνε σαν να κάνουν αταξία γιατί το φανάρι των πεζών απέναντι είναι κόκκινο και διασχίζουν το δρόμο τρέχοντας, πιασμένες χέρι με χέρι.
Έχουν και οι δύο σκούρα, ίσια μαλλιά πιασμένα ψηλά, είναι ψηλές με ολόιδιες ίσιες γάμπες και φοράνε αυτά τα φλούο μπλουζάκια που σιχαίνομαι, σε διαφορετικά χρώματα.  Η μικρή είναι προφανώς βελτιωμένο μοντέλο της μαμάς, που κάποτε είναι προφανέστατο ότι ήταν ίδια με την κόρη η οποία όταν την κοιτάει θα πρέπει να βλέπει το μέλλον της, σαν από κρυστάλλινη σφαίρα.
Το φανάρι μου ανάβει πράσινο.  Τους κάνω νόημα να περάσουν.
Μου χαμογελάνε με ίδο τρόπο, απλά το ένα χαμόγελο είναι πλαισιωμένο με ψιλές ρυτίδες, σηκώνουν το χέρι για ευχαριστώ παρόμοια, το ένα δάχτυλο φοράει βέρα.  Διασχίζουν το δρόμο αγκαλιά και χάνονται από τον καθρέφτη μου.
Μια συνηθισμένη εικόνα στο δρόμο της Αθήνας, αναρωτιέμαι γιατί κόλλησα, γιατί μέχρι να φτάσω στο σπίτι σκεφτόμουν τί σπουδαία σχέση είναι αυτή, της Μαμάς με την Κόρη της.
Στεναχωρήθηκα που εγώ δεν κρατάω τη δικιά μου από το χέρι και που με όλες τις αμέτρητες υποχρεώσεις δεν καταφέρνουμε να κάνουμε μια βόλτα στο δρόμο μαζί, οι δυο μας, θαύμασα το πόσο τελικά τους μοιάζουμε και ας μη θέλουμε να το παραδεχτούμε, πόσο η αύρα της μαμάς μάς προσδιορίζει εξαλείφοντας χαρακτηριστικά που μπορεί να μας διαφοροποιούν. 
Μαγεία, ρε.  Αυτά τα ωραία, τα μαμαδίστικα, σε εκείνες τις συχνότητες που κανείς άλλος δεν πιάνει.
Τα λίγο παλ χρώματα, τα τρυφερά, που καμια φορά δεν θες να ομολογήσεις γιατί είσαι ούλτρα κουλ ούτως ή άλλως, αλλά κάθονται πάνω στην καρδιά σου και την παρενοχλούν όταν βρίσκουν έδαφος.
Έκατσαν στην καρδιά μου αυτή η μαμά με αυτή την κόρη. 
Σκέφτηκα τη δικιά μας αλυσίδα και μία φωτογραφία που έχουμε αγκαλιασμένες οι τρείς - γιαγιά, μαμά και κόρη, αναρωτήθηκα γιατί έχουμε μόνο μία, θέλω περισσότερες φωτογραφίες και με τη μαμά μου περισσότερες αγκαλιές.
Τα αυτονόητα δηλαδή.
(το ότι βούρκωνα μέχρι να φτάσω σπίτι επειδή απλά εκείνες οι δύο περνούσαν το δρόμο, δεν το λες και αυτονόητο πάντως).
   

4.7.12

Νύχια στο σπίτι.

Σιχαίνομαι τα κομμωτήρια.
Σιχαίνομαι τα nail studios, τα nail bars, τα all about nails.
Σιχαίνομαι όλα αυτά τα διαδικαστικά με τις ρόμπες, τα αλουμινόχαρτα στο κεφάλι, τον χρόνο, τον ατελείωτο χρόνο που πρέπει να αφιερώσεις εκεί μέσα και περισσότερο από όλα μου τη δίνει η πέτσα που κυκλοφορεί.
Η επίσκεψή μου σε όλα αυτά κατηγοριοποιείται κάτω από την ταμπέλα "Αναγκαίο Κακό / Minimum exposure" και εκείνες τις άλλες τις κακομοίρες που το βιώνουν έτσι τις ανακαλύπτω στο χώρο με την μία, ξεφυσάμε παρέα, είμαστε σιωπηλές και παίζουμε με το κινητό.
Υπάρχουν και οι άλλες περιπτώσεις βέβαια, οι πιο πολλές, που περνάνε την ώρα τους στα κομμωτήρια και την περνάνε "ευχάριστα", είτε κουτσομπολεύοντας τους γύρω τους, είτε μαθαίνοντας gossip για Ελληνίδες ψευτοσελέμπριτιες που βρίσκονται στον πάνω όροφο, βγάζοντας κραυγές ενθουσιασμού με μία μαλακία που είδαν στο Ok, κάνοντας κολλητιλίκια με την κοπέλα πιστολάκι που θα τις βάλει σφήνα σε ραντεβού Σάββατο πρωί, ξεφορτώνοντας τα προβλήματά τους στην άμοιρη που θα τους τρίψει την πατούσα.
To τελευταίο περιστατικό που τράκαρε πάνω μου ήταν μια κοπέλα γύρω στα τριάντα, ψηλή,  στυλιστικά αδιάφορη, φατσικά απαρατήρητη, με μακριά καστανά μαλλιά, μεγάλο στήθος και απαίτηση για τα πιο φλούο πορτοκαλί νύχια της οικουμένης να σετάρουν με μαύρο βραδυνό φόρεμα. (#fail)
Από την ώρα που έκατσε κοντά μου, μέχρι την ώρα που έφυγε από το μισοάδειο νυχάδικο, εξιστόρησε λεπτομερέστατα τα γεγονότα της σχέσης της με έναν 45χρονο χωρισμένο με δύο παιδιά.  Απεγνωσμένη να διηγηθεί, αποφασισμένη να έχει δίκιο, διψασμένη για συμπαράσταση, έβαλε με ευκολία στη συζήτηση δύο υπαλλήλους και μία πελάτισσα γύρω στα εβδομήντα, με τρία εγγόνια απ'ότι είπε η ίδια, και απόψεις του τύπου "ε, φύγε να ξεφαντώσεις διακοπές με τις φίλες σου το καλοκαίρι για να δεις αν θα σου ξαναφορτώσει παιδιά σαββατοκύριακο".
'Ενιωθα πάρα πολύ αμήχανα, πάρα πολύ άβολα, δεν με ενδιέφερε καθόλου η τόσο προσωπική εξιστόρηση μίας άγνωστης, δεν ήθελα να ακούω, να είμαι εκεί, να έχω ξεχάσει τα ακουστικά του κινητού στο αυτοκίνητο.  Κανένα τακτ, μόνο βρίσιμο για την πρώην που τα έχει κακομαθημένα, για τα παιδιά που δεν συμπεριφέρονται σωστά στη νυν, για εκείνον που δεν κάνει καμία προσπάθεια μέσα σε όλο αυτό το μπάχαλο, και όλα με ονόματα, με λεπτομέρειες, με διευθύνσεις, με εταιρείες.
Δεν το παίζω κουλτουριάρα και υπεράνω, αλλά δεν την καταλαβαίνω αυτή την ανάγκη.  Και όχι μόνο αυτό, με κάνει και έξαλλη.
Πολλές φορές στο παρελθόν έχω σκεφτεί ότι ήθελα να είμαι άντρας.  Να σκέφτομαι πιο απλά, όχι απλοϊκά, να εκτιμώ τους φίλους μου όχι επειδή κρατάνε τη σωστή τσάντα, να ξέρω από μπάλα σε βάθος, να κατανοώ το δεν με πήρε τηλέφωνο χωρίς τρίωρη ανάλυση και εφτά κοσμοπόλιταν, να ξεστομίζω δε γουστάρω να πηδήξω αντί του έχω πονοκέφαλο.
Να κουρεύομαι κάπου ρε αδελφέ και να λέω για πολιτική.  'Οχι για τους πρώην της γκόμενάς μου, για την μπλούζα του τύπου στο απέναντι γραφείο, για τον κολλητό μου που είναι φίδι και θα τον εκδικηθώ, για το after shave που κάνει σπυράκια και τί μεγάλο πρόβλημα που είναι αυτό.
Εκείνη την ημέρα, ζαλισμένη από το φλούο που έχει εισβάλλει στα νυχάδικα, από την αυθάδεια στην ακατάπαυστη πολυλογία, από την κατινιά της αυθεντίας, από τις στερεοτυπικές γενικεύσεις των πιο εξατομικευμένων περιστατικών, ήθελα πολύ να είμαι άντρας.
Σ'ένα μικρό μπαρμπέρικο, με μια κούπα καφέ, εφημερίδες να κρέμονται από το ξύλο και στη διπλανή καρέκλα τον Don Draper ;-)

19.6.12

Μαμάδες και διαφημιστικές - Μια εντελώς υποκειμενική προσέγγιση.

Ξέρεις, οι μαμάδες εργαζόμενες σε διαφημιστικές είναι είδος προς εξαφάνιση.
Για τους γνωστούς λόγους, ή μάλλον για τον εξής ένα: To Ωράριο.  They can't follow.  'Η έτσι λέγεται τέλος πάντων.
Εν μέρει, αν το δεις στεγνά, μεμονωμένα, ισχύει.  Οι μαμάδες δυσανασχετούν με τις συναντήσεις που ξεκινάνε στις εξίμιση το απόγευμα, με την πρωινή κωλοβάρα των υπολοίπων γιατί έχουν ξυπνήσει από το χάραμα, με την αδυναμία συμπόνοιας των συναδέλφων για τον αβάσταχτο πόνο της ωτίτιδας, με τον πελάτη που σε καλεί στο κινητό ενώ κοιμίζεις τα μωρά, με το μυαλό που ιδανικά δεν απαιτείται να έχει ζωή εκτός γραφείου, με τις διαδρομές που τις κρατάνε κολλημένες στην κίνηση αντί να είναι στο πάρκο, με τα after office drinks που τείνουν να γίνουν corporate culture.
'Ολο αυτό ή τις απομονώνει, ή τις μπλοκάρει.  Και τελικά, τους δείχνει την έξοδο.  Δεν είναι που απολύονται στερεοτυπικά οι μαμάδες από τις διαφημιστικές, εκείνες επιλέγουν να την κάνουν και με όσες έχω μιλήσει μετά την απόφαση αυτή, στην πλειοψηφία τους είναι ευτυχισμένες και πιο ήρεμες.
Αυτή είναι η μία πλευρά της ιστορίας, η πιο συνηθισμένη.
Η άλλη λέει ότι σε ορισμένους εργασιακούς κλάδους, πιο υποτίθεται ανοιχτόμυαλους, δημιουργικούς και ευέλικτους, η προσέγγιση απέναντι στους εργαζόμενους οφείλει να είναι εξατομικευμένη.  Σε κάποιους συγχωρούνται εν λευκώ οι αφίξεις στο γραφείο κατά τις δώδεκα, για ποιο λόγο να μην μπορεί αυτό να λειτουργήσει και τούμπαλιν?
Η προσωπική μου εμπειρία υπαγορεύει πως όχι, αυτό είναι αδύνατο.  Το βιογραφικό που αναφέρει παιδιά συνήθως απορρίπτεται πριν από τη συνέντευξη και ας έχουν υποπέσει οι υπεύθυνοι των HR σε μνημειώδεις λανθασμένες επιλογές - να, εμείς είχαμε μια τύπισσα ας πούμε που με το που καλοκαίριαζε εξαφανιζόταν για κανένα τρίωρο και όταν γυρνούσε μύριζε λάδι καρύδα.  'Οχι, δεν ήταν μάνα, αλλού ήταν, αλλά την προσλάβανε.
Πριν δυο τρείς μήνες πήγα λοιπόν για interview σε μία πολύ μεγάλη διαφημιστική, όχι επειδή ψάχτηκα, επειδή μου ήρθε ουρανοκατέβατο σε μήνυμα από άνθρωπο που εκτιμώ.  Πιο πολύ ήθελα να ξεμπλοκάρω από την τότε μελαγχολική φάση του υπό πτώχευση γραφείου μας (τώρα το διασκεδάζω, έχουμε προνόμια ανεκδιήγητα) , παρά να διαπραγματευτώ ή να "χτυπήσω" μία καλή θέση.  Αυτές είναι κατά τη γνώμη μου οι ιδανικές συνθήκες για μία συνέντευξη.  Χωρίς άγχος, χωρίς υπερπροσπάθεια, χωρίς συστατικές στα δόντια, χωρίς πρόβες.
Έβαλα ψηλόμεσο Levis' limited και μαύρο γεωμετρικό τοπ my-kind-of-power-suit, έκανα πολύ ευχάριστο τσατ στην είσοδο με φίλη και καπάκι μετά είχα κανονίσει να πάω για ντρινκς με κολλητή, όλα χαλαρά, όλα καλά.
Η συζήτησή με τους εκεί ανθρώπους κύλησε εξαιρετικά ευχάριστα.  Το βιογραφικό ήταν "σωστό" - η προϋπηρεσία εκτιμήθηκε με το παραπάνω, τα τυπικά προσόντα υπήρχαν, οι απαντήσεις τούς ικανοποιούσαν, περάσαμε και σε αστειάκια, και προς τιμή τους ασχολήθηκαν με το τουίτερ μου, με το μπλογκ, με το ότι δηλαδή γράφω, υπάρχω, την ψάχνω, ανακατεύομαι, δημιουργώ.  Δεν με ξεπέταξαν, μου αφιέρωσαν περίπου ένα μισάωρο και μετά από όλα, οικονομικά, τίτλους, ζώδια, έπεσε και η αμήχανη ερώτηση στο τραπέζι: Και από ωράρια? Με δύο παιδιά? 
'Ημουν πολύ ειλικρινής.  Δεν θυμάμαι ακριβώς πώς το διατύπωσα, αλλά το νόημα είναι ότι έχω μπει σε άλλη διαδικασία από ότι συνέβαινε πέντε χρόνια πριν.  'Οτι ξέρω τί γίνεται στις διαφημιστικές, δεν είμαι ποτέ αμελής με τις προθεσμίες μου, αλλά έχω καταφέρει - και αυτό είναι μεγάλο κατόρθωμα για μενα, πιστέψτε με - να μανατζάρω έτσι τον χρόνο μου που να μην μένει κανείς παραπονεμένος.  Αλλά όχι, δεν κωλοβαράω για να φαίνεται.  Για να φαίνομαι.
Εκεί λίγο το εξαιρετικό κλίμα πάγωσε και τα χείλη σφίχτηκαν.  Του τύπου "κρίμα".
Μετά λοιπόν εγώ βγήκα για ποτά - ναι, το κάνουμε και αυτό οι μαμάδες - και απ'ότι θυμάμαι ασχολήθηκα με γκομενικό ζήτημα - ω,ναι, μιλάμε και για αυτά - και συνέχισα την ζωή μου κανονικότατα, σε υπό πτώχευση διαφημιστική, με δύο παιδιά, με μπριφς και παρουσιάσεις - κάνω και τέτοια ο ζογκλέρ - και μαμαδίστικα άγχη που δεν επηρεάζουν κανέναν εφόσον η δουλειά γίνεται και καλά κατά τα φαινόμενα.
'Ακουσα διάφορα σχόλια του τύπου γιατί το έπαιξες έτσι υπεράνω, γιατί είπες τί ώρα θες να γυρίζεις σπίτι, γιατί δεν ξεβρακώθηκες και μετά ας έβρισκαν εκείνοι τον τρόπο και διάφορα άλλα. 
Αρχικά, για να είμαι και απόλυτα ειλικρινής, γιατί δεν είχα απεγνωσμένη ανάγκη για δουλειά.
Και μετά, κάνοντας μια βόλτα με το συννεφάκι του ιδανικού πάνω από τις Αθηναϊκές διαφημιστικές, γιατί δεν βρήκα το λόγο.  Εννιά χρόνια διαδρομής μετά έχω μάθει να πατάω στα πόδια μου.  Να γνωρίζω τις δυνατότητές μου και να πιστεύω στον εαυτό μου.  Να πιστεύω ακράδαντα ότι όποιος με θέλει αγοράζει όλο το πακέτο και όχι το περιτύλιγμα που του πούλησα.  Να υποστηρίζω ότι αυτή η ομαδοποίηση που γίνεται με βάση μόνο αυτό το προσωπικό χαρακτηριστικό είναι άδικη και αν μη τί άλλο, παλιομοδίτικη.  Παλιομοδίτικα κριτήρια σε διαφημιστικές εταιρείες - σχήμα οξύμωρο.
Σκάρτοι υπάλληλοι, αναποτελεσματικοί, κατώτεροι των περιστάσεων, στενόμυαλοι, χωρίς συνέπεια, χωρίς ταλέντο, ναι, υπάρχουν και αυτοί σε διαφημιστικές εταιρείες και ή τους έχουν ανεχτεί ή τους έχουν απολύσει.  Τόσο απλό.
Οι μαμάδες όμως δεν έχουν καν την ευκαιρία να δείξουν αν είναι αποτελεσματικές, ακόμα κι αν χρειαστεί να φεσωθούν δουλειά στο σπίτι, ακόμα και αν πρέπει να ξυπνήσουν με σκοτάδι για να στείλουν ένα περιβόητο email, ακόμα και αν διεκδικούν κάποιες ώρες δουλειάς εκτός γραφείου, ακόμα και αν με τη δύναμη της τεχνολογίας θα μπορούσαν να κάνουν πράγματα deliver από οπουδήποποτε, στον οποιονδήποτε και στην ώρα τους.  Και σωστά.
Θυμώνω λίγο με αυτά όταν σε κάποιους χώρους, μάλλον επειδή τους έχω υψηλά τοποθετημένους στη σκέψη μου, το νούμερο ένα κριτήριο θα έπρεπε να είναι το ταλέντο στο εκάστοτε τμήμα, ή ακόμα καλύτερα, σε πολλά μαζί.  Και αν το ταλέντο μεταφράζεται σε επικοινωνιακό χάρισμα, δημιουργική σκέψη ή στρατηγική τοποθέτηση, θυμώνω που αυτόματα θεωρείται ότι οι μαμάδες (τόσο γενικά και αόριστα) δεν το διαθέτουν.  Μόνο και μόνο γιατί το ωράριο που μεταφράζεται αυστηρά σε ώρα αναχώρησης από το γραφείο, κάποιες φορές τις κάνει να φαίνονται τόσο σχετικές με την εταιρεία όσο ο δρομέας μακρινών αποστάσεων μέσα σε μια ομάδα μπάσκετ.
Ελπίζω να είναι κατανοητό ότι αυτό που με ενοχλεί είναι πως στα πλαίσια ενός πολυσυλλεκτικού εργασιακού χώρου ο κάθε υπάλληλος δεν αντιμετωπίζεται σαν ξεχωριστή προσωπικότητα.  Ναι, έχω υπάρξει και εγώ με μαμάδες που μου τα σπάνε, αλλά πιστέψτε με έχω συνυπάρξει και με γκόμενες που ψάχνονται για όλους τους λάθους λόγους, ή με τύπους που προσβάλλουν την νοημοσύνη μου, ή, πιο απλά, με πανάσχετους που οι παρουσιάσεις τους πήγαιναν κατευθείαν στα σκουπίδια.  Εδώ κολλάει το "κρίμα".
Σε άλλη φάση, ήπια και ένα ευχάριστο καφέ γνωριμίας με σημαντικό άνθρωπο του χώρου που είδε κάτι σε 'μενα εκτός της μαμαδίστικης ιδιότητάς μου.  Και όταν με ρώτησε "πώς γίνεται με δύο παιδιά", του απάντησα απλά "τα καταφέρνω".  Και χαμογελάσαμε χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες.
Το barrier to trial ξεπεράστηκε.  Αυτό, κάποιες φορές, μου αρκεί.  Αν δε ήμουν και προϊόν, θα με απογείωνε.



11.6.12

Αγάπη ρε.

Εγώ πάντως σήμερα ξύπνησα σκατά.
Αρχικά με τρελό φτέρνισμα - γαργαλητό μύτης, και για άλλη μια φορά ψιλοάυπνη, όχι, κάτσε, με λίγες ώρες ύπνου.
Γιατί τα δικά μου τα παιδιά, δεν συντονίζονται ποτέ σε αυτό το θέμα.  'Οταν ο ένας κοιμάται σερί όλο το βράδυ, σίγουρα ξυπνάει η άλλη, και όταν εκείνη αποφασίζει μία στο τόσο να κοιμηθεί γιατί επιτέλους θέσαμε σε λειτουργία τον ανεμιστήρα, ο αδελφός της παθαίνει όλα τα πιθανά ψυχοσωματικά που μπορεί να βγάλει κάποιος μέσα σ'ένα βράδυ.
Εντάξει δεν κλαίγομαι, δηλαδή ναι, σιχτιρίζω ενίοτε, αλλά λίγους γονείς ξέρω που στα πρώτα χρόνια των παιδιών τους απολαμβάνουν αδιάκοπο οκτάωρο ύπνο και ξυπνάνε το πρωί με ροζ μάγουλα, έτοιμοι να πρωταγωνιστήσουν σε καμπάνια δημητριακών.  Δε σε νοιάζει πάντα τί κάνουν οι άλλοι, αλλά σ'αυτό το θέμα το ακούω επειδή με συμφέρει.  Αισθάνομαι ότι δεν κάνω και κανένα τραγικό λάθος δηλαδή, ή αλλιώς, shit happens, θα μάθουμε να ζούμε έτσι, άλλωστε η εκπαίδευση βραδινού ύπνου και η οικογένειά μου έχουμε τσακωθεί οριστικά και αμετάκλητα πριν από τέσσερα χρόνια.
Μ'αυτά και μ'αυτά ήρθα στο γραφείο ψιλομουντρούχα, αλλά σήμερα τα social media έπαιξαν μπάλα και με ανέβασαν λίγο.  Ενώ συνήθως ψιλομπουκώνουν από τραγικές ειδήσεις για την πορεία της χώρας και θέματα που σου δένουν το στομάχι κόμπο, ή εμένα ίσως με τραβάνε αυτά που και πάλι πρόβλημα το λες, έξι μέρες πριν "τις κρισιμότερες εκλογές από την Μεταπολίτευση" (έτσι λένε τα κανάλια, ή βαρέθηκαν να το λένε πια;), βομβαρδίστηκα από ωραίες εικόνες, χαμογελαστά στάτους, αστεία, πολύ αστεία τουίτς και όλα κάπως μέσα μου τούμπαραν.
Πρώτα με την εικόνα της Katherine Hepburn και του Spencer Tracy, μαζί με το στάτους του Βαγγέλη.

"...για τα ζευγάρια που περνάνε τις Κυριακές μαζί. Που κοιμούνται μαζί. Που ξυπνούν μαζί. Που μαλώνουν μαζί. Που χωρίζουν μαζί. Που τα ξαναβρίσκουν μαζί. Που ανακαλύπτουν μαζί. Που χάνονται μαζί. Που βρίσκονται μαζί. Που δεν καταλαβαίνονται μαζί. Που παρεξηγούνται μαζί. Που σιωπούν μαζί. Που ονειρεύονται μαζί. Που υπάρχουν μαζί... για τα ζευγάρια που μεγαλώνουν μαζί."

Τί ωραία που τα έγραψε, ταυτίστηκα κάπως.

Ηρέμησα για αρχή, χαμογέλασα στη συνέχεια.
Αγάπη.

Και μετά, ολοκλήρωσε η Λίνα την ψυχοθεραπεία μου, ανεβάζοντας αυτό το παντελώς γλυκανάλατο κολάζ (via Knowledge is Power που τα υπόλοιπα που ψιλοείδα είναι κάτι ανεβαστικά quotes που μου τη δίνουν στα νεύρα) και με έφτασε να ομολογήσω σε τούτο δω το μπλογκ ότι κάτι τρυφεροασπρομαυροσφιχταγκαλιές, μου αρέσουν.
Ναι ρε, αυτά τα καρέ, τόσο προβλέψιμα, τόσο αλυσιδωτά, τόσο χωρίς σκιά στεναχώριας, τόσο όμορφα και παθιασμένα, τα θέλω έτσι να έρχονται και να φεύγουν, να με ταξιδεύουν και να με παραμυθιάζουν για λίγο ότι η ζωή είναι στα απλά, στα αγαπησιάρικα.  Και αν τα βρεις αυτά να τα κρατάς πολύτιμα, έτσι όπως η πιο όμορφη γιαγιά με τον πιο γόη παππού, εκεί, κατω αριστερά.
Αγάπη.

Και εμείς γουστάραμε αυτό το σουκού.  Δεν είχαμε και τσακωμούς, δεν ξέρω αν σας το είπα.  Ακολουθώντας τη συμβουλή που άκουσα σε ένα σεμινάριο παιδοψυχολόγου στο σχολείο του W, να παρατηρούμε, να ακούμε το δικό μας παιδί και να μην αντιγράφουμε γνώσεις και μεθόδους από τα βιβλία ή το google γιατί θα αποτύχουμε και τελικά, πιθανόν να απογοητευτούμε, αντιμετωπίσαμε τις κάποιες μίνι εξάρσεις χαλαρά.  Η Χλόη ξεπέρασε τη σιχασιά με την άμμο και τη θάλασσα και βούτηξε τα μούτρα της στα κουβαδάκια με ολόσωμο μαγιό με βολάν και χθες σχεδόν ξεχάσαμε να γυρίσουμε από ένα πάρκο στο Π.Ψυχικό για να προλάβουν και οι ενήλικες ένα κοκτεϊλάκι στην πλατεία Καρύτση.
Αυτά. Απλά.
Να φτιάξω και εγώ ένα κολάζ να το κοιτάω όποτε μιζεριάζω.  Δε θέλει πολλά, την αρχή ενός χαμόγελου από τη σχολική γιορτή σ'έναν όμορφο κήπο του κέντρου και μια μεγάλη σακούλα ποπ κορν από το περίπτερο, ναι, αυτά τα ανθυγιεινά.



















AΓΑΠΗ ΡΕ.

Καλή εβδομάδα.



1.6.12

Χορεύουμε;

Το πρώτο σοβαρό μπλουζ που χόρεψα ήταν το "Love Bites" των Def Leppard στο χορό του σχολείου, όταν πήγαινα Α'γυμνασίου.  Ο τύπος δευτέρα λυκείου, καταλαβαίνεις, λόγος ικανός για να τον καψουρευτώ μέχρι να τελειώσω το γυμνάσιο τουλάχιστον, μυρωδιά Cool Water που είχε τότε πρωτολανσαριστεί και φορούσαν όλοι οι γκόμενοι και αγωνία πραγματική, τη θυμάμαι ακόμα, για το αν ακούει την καρδιά μου να βαράει πιο δυνατά και από τα φωνητικά του Joe Elliott στα ηχεία.
Με θυμάμαι ακόμα να χορεύω Πεντοζάλη, τον πιο υπέροχο, ξεσηκωτικό, δυναμικό παραδοσιακό χορό από όλους, και να κάνω πρόβες με συμμαθήτριες στα παρασκήνια για να δούμε ποια ελαφριά απόχρωση κραγιόν ταιριάζει με την μαντήλα με τα φλουριά και το νεαρό της ηλικίας, λίγο πριν τη μεγάλη παράσταση.
'Εχω και άλλα χορευτικά ενσταντανέ βεβαίως - ξημερώματα σε beach bars με λασπωμένο πεντικιούρ, αγκαλιά χοροπηδητή ασυνάρτητη με άγνωστους σε πάρτυ, με γόβα και αξιομνημόνευτη ισορροπία πάνω στα μπράτσα μιας καρέκλας, στην πρίζα και εν εξάλλω στο dressing room του Fabric, στα πατώματα χορευτική φιγούρα πυραμίδα στο γάμο της κολλητής, μετρώντας salsa βήματα με λατίνους συμφοιτητές, με λευκό μακρύ φόρεμα και λουλούδια στα μαλλιά στην αγκαλιά του άντρα μου, στριμωγμένη ξεσηκωτικά και βρεγμένη μέχρι το κόκκαλο στη συναυλία του Moby στο Λυκαβηττό.
Χορευταρού δεν είμαι, με την έννοια ότι δεν πετάγομαι από το κάθισμα μπροστά στον κόσμο με το που θ'ακούσω νότα, ούτε θα είμαι εκείνη που θα σύρει την υπόλοιπη παρέα σε τρελό χορό, αλλά γενικώς, ok, χορεύω.  Δηλαδή κάπως έτσι όπως χορεύουμε όλοι τώρα.  Κουνιέμαι, συνήθως με τη βοήθεια κάποιου αλκοολούχου ποτού.
Το επόμενο αγαπημένο στάδιο αυτής της εξελικτικής διαδικασίας, είναι τα τετράχρονα στα παιδικά πάρτυ.  Χωρίς πλάκα, αυτό το ανελέητο ξεδώσιμο, headbanging, στροφιλίκι, κωλοτούμπα, είναι για εμένα το πιο απολαυστικό θέαμα, μετά τα χειροποίητα χοτντογκάκια με μπριός.
Τα παιδιά χορεύουν εκπληκτικά.  Απαλλαγμένα από καθωσπρεπισμούς και όρια, χωρίς ανάγκη καβαλιέρου, χωρίς ντροπή, με ξαναμμένα μάγουλα, πατικοποιημένα από τον ιδρώτα μαλλιά, με μάτια που λαμπυρίζουν από έξαψη, δίνουν στο χορό το ένα και μοναδικό του νόημα.  Την ανάγκη προσωπικής έκφρασης και ελευθερίας.
Είτε ακούνε το σιχαμένο το gummy bear, την εκάστοτε ψευτογκλαμουρομπουζουκόβια, το Push It από 2 Many Dj's ή τους Oasis (οι αδυναμίες της μαμάς δεν κρύβονται), χτυπιούνται, παραλληρούν και κυλιούνται στα πατώματα σαν την πιο αφοσιωμένη γκρούπι που πρέπει να αποδείξει πόσο ακράδαντα αξίζει την θέση δίπλα από τον μπασίστα στο tour bus.
Τα λατρεύω.  Με παρασέρνουν μαζί τους, χαμογελάω αθώα όταν τα κοιτάω και μέσα από αυτόν τον χορό καταλαβαίνω ακόμα περισσότερο πόσο μαγικός, αδιαπραγμάτευτος, ξεκάθαρος και ιδανικός είναι ο κόσμος τους.  Και πόσο εμείς τον συμπιέζουμε με κανόνες και συμβουλές, καταπατώντας άθελά μας μορφές παιδικής δημιουργικότητας που περιμένουν ή να εξαφανιστούν ή ν'αλλάξουν τον δικό μας κόσμο.
Ραντεβού στο επόμενο παιδικό πάρτυ λοιπόν.  Θα κάνω εγώ την ντάμα του δικού μου για να πετάξω μερικές από πάνω μου ενοχές.

πι.ες: 'Ενα τανγκό ήθελα να ξέρω να χορεύω, αυτό το σωστό, το παθιασμένο, το ορίτζιναλ, όχι το γαμήλιο, το κουλό, που μετράς τα βήματα με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα.



24.5.12

Μοναχο-παιδιά.

Να ξεκαθαρίσουμε κάτι.  Είμαι μοναχοπαίδι.
Αυτό αυτόματα για πολύ κόσμο, σημαίνει ότι είμαι κακομαθημένη.
Μπορεί και να είμαι, αν και το μέτρο σύγκρισης για τον καθένα είναι σχετικό και εξαρτάται απόλυτα από τις συνθήκες και τα πλαίσια της οικογένειας μέσα στην οποία έχει μεγαλώσει.
Παρόλα αυτά δεν απαίτησα ποτέ υλικά πράγματα με κανενός είδους κωλοπαιδισμό, αλλά αισθάνομαι και ότι οι γονείς μου κάποιες φορές μού παρήχαν περισσότερα από εκείνα που πιθανά μπορούσαν.
'Επαιζα μόνη μου με μανία.  Τα πιο απίθανα παιχνίδια, με τους πιο ευφάνταστους τρόπους, με φαντασία αχαλίνωτη, χωρίς περιορισμούς, χωρίς καυγάδες, χωρίς σπρωξίματα, χωρίς κλάματα.
Ήθελα πάντα να έχω κάποιον μαζί μου στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου.  Και γι'αυτό τον δημιουργούσα.  Ξάπλωνα κάτω, σήκωνα τα πόδια μου ψηλά - τότε το θέμα "ζώνη" ήταν μάλλον πιο χαλαρό - και μετά σηκωνόμουν γελώντας, έκανα ότι χτυπάω αυτά τα πόδια, ξαναέπεφτα κάτω και εμφανιζόμουν ξεμαλλιασμένη.  'Ολο αυτό το θέατρο για τους οδηγούς των πίσω αυτοκινήτων, για να νομίζουν ότι σε αυτό το πίσω κάθισμα υπάρχουν δύο παιδιά που απολαμβάνουν τη διαδρομή.  Λες και τους ένοιαζε.
Θέατρικο παιχνίδι, εναλλαγή ρόλων, μονόλογοι, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, ακόμα και τώρα μου έχει μείνει το κουσούρι.
Δε θυμάμαι κάποια άλλη φάση της ζωής μου (εκτός ίσως από την εφηβεία που ήθελα ένα μεγάλο αδερφό για άλλους λόγους, για τους ίδιους που τον ήθελαν και φίλες μου που είχαν μικρότερα αδέλφια ή αδελφές πουχού) να έχω νοσταλγήσει έντονα την παρέα κάποιου άλλου παιδιού στο σπίτι, οι γονείς μου και οι φίλοι τους ήταν τόσο πολύ κοντά μου που ένιωθα ότι αναπληρώνουν το κενό ή τέλος πάντων έτσι είχα μάθει να ζω.  Μόνη μου.
Αυτό έχει και τα καλά και τα κακά του.  Κάποιες φορές συμπεριφέρομαι εγωκεντρικά, είμαι εντελώς ανεξάρτητη, πατάω στα πόδια μου γερά, αλλά φοβάμαι το βάρος γεγονότων που θα έρθουν και θα πρέπει να το σηκώσω.  Μόνη μου.
'Εκανα τσατ τις προάλλες με τη Θάλεια και μου έλεγε ότι με τον ερχομό του δεύτερου παιδιού αισθάνεται ότι η οικογένεια ολοκληρώνεται.  Και ότι τα μοναχοπαίδια της προκαλούν θλίψη.
Εγώ πάλι δεν το βίωσα έτσι ποτέ.  Τα μοναχοπαίδια δεν είναι μελαγχολικά παιδιά, δεν βλέπουν τις "ελλείψεις" - αν υπάρχουν.  Νομίζω ότι διασκεδάζουν αφάνταστα με τις μικρές χαρές της ζωής - το ολόδικό τους δωμάτιο, καινούργια ρούχα και παπούτσια, αδιάκοπες αγκαλιές με τη μαμά και τον μπαμπά, προσωπικός χρόνος με την απόλυτη έννοια του όρου, έτσι όπως τα αδελφάκια χαίρονται που κουτσομπολεύουν στο σκοτάδι, γιατί έτσι έχουν μάθει να ζουν και να υπάρχουν.
Παρόλα αυτά, για εμένα προσωπικά το θέμα "μοναχοπαίδι" was not an option.  Στις εποχές των γονιών μου φοριόταν πολύ, με την αιτιολογία της προσφοράς των πάντων από μία γενιά που είχε στερηθεί τα πάντα.  Στη δικιά μας, βλέπω γύρω μου πολύ λίγες οικογένειες που συνειδητά μένουν με ένα παιδί. Λίγο που τα πράγματα έχουν τοποθετηθεί σε μια πιο σωστή βάση και ο όρος κατοχικό σύνδρομο χρησιμοποιείται χιουμοριστικά για τις μεγάλες μερίδες φαγητού, λίγο που μέχρι τώρα τα οικονομικά δεν ήταν τόσο τρισάθλια, ο κόσμος γεννάει.
Και καλά κάνει.  Τώρα που η κόρη μου μεγαλώνει, που ο γιος μου τη φροντίζει και τη φιλάει πάντα για καληνύχτα, τώρα που ξεκαρδίζονται επειδή μυρίζει ο ένας τις πατούσες του άλλου, που καταβρέχονται στο μπάνιο και κρατιούνται χέρι με χέρι όταν γυρίζουμε από το πάρκο, τώρα που ο ένας χτίζει και η άλλη γκρεμίζει, τώρα που εκείνος της μαθαίνει να ζωγραφίζει και να χοροπηδάει στο κρεβάτι και εκείνη θέλει να τρέξει στην αγκαλιά του όταν εκείνος κλαίει, τώρα βλέπω τί ωραία, αλληλοσυμπληρωματικά και αγαπησιάρικα μεγαλώνουν δύο παιδιά σε μία οικογένεια.
Και ας φοράει η Κλο τα κροκς ένα νούμερο μεγαλύτερα, όταν θα έρθουν τα μεγάλα ζόρια, εύχομαι, ελπίζω, πιστεύω με όλη μου τη δύναμη ότι θα έχει κοντά της τον αδερφό της.
Ευτυχώς, εγώ θα έχω τα παιδιά μου.  

18.5.12

Κυνηγώντας μια Φλόγα.



Μέσα στην τρέλα των τελευταίων εβδομάδων και τη γλυκιά παλαβομάρα του καιρού, με τον κόσμο να σκοτώνεται στο facebook για τον Αλέξη και την τηλεόραση να βουίζει ολη μέρα με μαλακίες, τις οποίες φυσικά και κάποιες φορές παρακολουθώ, σκεφτήκαμε να πάμε με τον σύζυγο, τον W. και μία φίλη ξεκάλτσωτη, στο Παναθηναϊκό στάδιο.
Για την τελετή παράδοσης της Ολυμπιακής Φλόγας που λόγω των παραπάνω ήταν το τέταρτο ή πέμπτο θέμα στις βραδινές ειδήσεις της ΝΕΤ, μετά φυσικά την ανάλυση για το πού, πώς και γιατί ορκίστηκαν οι βουλευτές και την υποβάθμιση των δεκαέξι Ισπανικών τραπεζών από τον οίκο Moody's.
Δεν με νοιάζουν αυτά, ούτε ποτέ μπήκα στον κόπο να ψυχαναλυθώ γιατί με συγκινούν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, το πόσο οι χορηγοί τους έχουν εμπορευματοποιήσει, αν είμαι νοσταλγός του δωδεκάθεου, μήπως λοξοκοιτάω τους εθνικιστές, πατριώτες, φασίστες whatever ή του απλού "εδώ ο κόσμος χάνεται και εμείς κυνηγάμε από πίσω μια φλόγα".
Μετά από καθυστερημένη αναχώρηση από το γραφείο, γύρισα σπίτι, έκανα ένα σύντομο μπρίφινγκ στον W. για το τί περίπου πρόκειται να δούμε και έβγαλα τις ομπρέλες από την ντουλάπα.
Ο γιος μου, συνεπής στις αρχές του δικού του styling έβαλε γαλότσες, μπλε σκούρο καπέλο καβουράκι και κασκόλ του Ολυμπιακού.  'Ακουσε στάδιο, Ολυμπιακοί Αγώνες και έβγαλε αυτό το συμπέρασμα - λογικό μου ακούγεται.
Την τελετή την προλάβαμε μισή, και μόλις περίπου αποφασίσαμε πού θα κάτσουμε σταμάτησε και η βροχή.  Το Καλλιμάρμαρο ήταν μισοάδειο, ο W. στεναχωριόταν γιατί τα μπαλόνια που φεύγουν στον ουρανό χάνονται - τον πείσαμε όμως ότι αυτά θα πάνε μέχρι το Λονδίνο - ο Ντέιβιντ Μπέκαμ πήρε περισσότερο χειροκρότημα από τον Σπύρο Καπράλο και τον Κάρολο Παπούλια μαζί και εμείς χαιρόμασταν που τελικά δεν κάτσαμε σπίτι, παρά τις κραυγές του Κωστάλα "Ελλάδα Μπορείς" που ήταν σε φάσεις λίγο υπερβολικές και φάλτσες.
Εκτός λοιπόν από την προσωπική συγκίνηση του συζύγου, της ξεκάλτσωτης φίλης και εμού, το πώς χορεύαμε όλοι στο ρυθμό των τυμπάνων, του Κακλαμανάκη και των ξετρελαμένων παιδιών από τα Παιδικά Χωριά SOS, χάρηκα βαθιά και γιά έναν ακόμη λόγο.
Χάρηκα που η Ελλάδα, έστω και για λίγο, έγινε θέμα στα παγκόσμια δίκτυα και οι δημοσιογράφοι ξε-ξύνισαν λίγο τα μούτρα τους και αφοσιώθηκαν στο θρόισμα των υπέροχων μπεζ, πλισέ χιτώνων, στην ιστορία μιας υπέροχης ιδέας, μιας -κάποτε- σπουδαίας χώρας που παλεύει τώρα να μη γίνει τριτοκοσμική, ενός λαού που κουβαλάει μια τεράστια βαλίτσα με ιδανικά, κι ας του την παίρνει καμια φορά το κύμα, μιας Φλόγας που γυρίζει τον κόσμο συμβολίζοντας την ευγενή άμιλλα και το αθλητικό ιδεώδες . 
Θα ήθελα ιδανικά το Παναθηναϊκό στάδιο να ήταν γεμάτο κόσμο που έβαλε για λίγο στην άκρη την πολιτική μουρμούρα και βγήκε με τον αέρα του νικητή να γίνει συμμέτοχος στη γιορτή, αλλά η βροχή νομίζω, περισσότερο από όλα, μας τα χάλασε.
Θα φταίει αυτή η γρουσούζα η Μέρκελ ή ο Σύριζα, ό,τι σας βολεύει.

16.5.12

Να ανοίξουμε κανένα παράθυρο. Στον κόσμο.

Α, δεν ξέρω πώς ξεκίνησε αυτή η κουβέντα με μία "διαδικτυακή φίλη" (το βάζω όλο σε εισαγωγικά γιατί αυτή η τσίχλα με τον φίλο στο ίντερνετ έχει παραμασηθεί τελευταία), αλλά κάπως είπαμε ότι τελικά αν ξεφύγεις από το μικρόκοσμό σου με αέρα να φουσκώνει στα πανιά για ν'αλλάξεις τον κόσμο, χάθηκες.
Ζούμε σε ένα μικρόκοσμο που έχει χάσει κάθε επαφή με το τί γίνεται εκεί έξω.  Είναι τόσο χαώδεις οι διαφορές, που μόνο με αυτόν τον τρόπο, αν λίγο κλειστούμε πίσω από τα στοιβαρά τείχη των μελών της οικογένειας, των πέντε-έξι φίλων και της κοντόφθαλμης ασφάλειας του γραφείου μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την καταιγίδα.  Μόνο πίσω από αυτά τα τείχη ανοίγει η ομπρέλα, μόλις ξεμυτίσεις ο άνεμος θα την κάνει σμπαράλια.
Το αποτέλεσμα βέβαια, λέει ο ιδεαλιστής Υδροχόος, αν και κατανοητό, το λες και τρομακτικό.  Γινόμαστε πιο εσωστρεφείς.  Πολύ εσωστρεφείς.  Γυρνάμε γύρω γύρω από τα δικά μας, στοχεύοντας σταθερά στο επίκεντρο και αδιαφορώντας επιδεικτικά για την διάμετρο.
'Οταν τρακάρουμε με τη δυστυχία κοιτάμε αλλού με αποστροφή, τα παιδιά μας να είναι χαρούμενα, ο μισθός να μπαίνει, οι γονείς μας να είναι καλά και έχει ο Θεός.
Πάντως ο Θεός αν υπάρχει, έτσι δεν έχει.
Δεν μπορώ να ακούω άλλο το ρε συ, εδώ δεν έχουμε κυβέρνηση θα ασχοληθούμε π.χ. με τα παιδιά που εγκλωβίζονται στα ιδρύματα, με τις γυναίκες που κακοποιούνται μέχρι θανάτου, με τους υπερήλικες που ξεχνάνε να τους πάρουν από το γηροκομείο ακόμα και με το φέρετρο, με τις πόρνες, με τους τοξικομανείς, με τους άστεγους, με τους δυστυχισμένους, τους μόνους, τους άτυχους, τους καταραμένους.
Βλέπω στα σκουπίδια πεταμένα έπιπλα, παιχνίδια, ρούχα, παπούτσια και από πίσω ξέρω ότι αναβοσβήνει η ταμπέλα "Δεν μπορούσα να ασχοληθώ. Έχω και εγώ τα δικά μου".
Να μην πω για τις ειρωνείες αν τολμήσεις και αναφερθείς σε προβλήματα άλλων ηπείρων και άλλων λαών, ξορκίζουμε το κακό να πάει μακριά και αν μπορεί τόσο μακριά, διαφορετικά έστω μέχρι την εξώπορτά μας.
Βλέπω μαμά με παιδί με σοβαρά νοητικά και κινητικά προβλήματα να παλεύει με δύο σκαλιά και γονείς να γυρίζουν τις πλάτες των παιδιών να μη δούνε, να μη ρωτήσουν, να μην προβληματιστούν, άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά περιγραφή ουρλιαχτών εδώ και δεκαπέντε μέρες από διαμέρισμα πολυκατοικίας και αντίδραση κλείνω τα αυτιά, σε ένα μισάωρο έχει τελειώσει, είδα άνθρωπο τελειωμένο να ψάχνει μανιωδώς στα σκουπίδια και οδηγό πανάκριβου αυτοκινήτου να του κορνάρει με μανία για να κάνει πιο εκεί να παρκάρει, και αναρωτιέμαι.  Πού πάμε; Και γιατί;
Δε θέλω να αλλάξουμε τον κόσμο.  Εγώ πάντως, δεν μπορώ να το κάνω.
Αλλά θέλω να αρχίσω να κοιτάω τη δυστυχία λίγο λίγο στα μάτια.
Θέλω από κάπου να ξεκινήσω για να απαλύνω λίγο, ελάχιστο, απειροελάχιστο πόνο.
Κάπως δεν μου αρκεί το ήταν μια καλή μαμά, μια τρυφερή σύζυγος, μια αφοσιωμένη φίλη.
Μου λείπει το ήταν ένας καλός άνθρωπος και όχι χάρη του λόγου.  Θέλω πλέον να κάνω τη σκέψη μου να κατευθύνεται αυτόματα στη γενική εικόνα, να διαλέξω το καλύτερο σχολείο για το παιδί μου αλλά να μη φάω με βύσμα τη θέση του παιδιού που δεν έχει εναλλακτική, να του πάρω καινούργιο ζευγάρι παπούτσια και να βρω χώρο στην ντουλάπα και την καρδιά μου να φυλάξω τα παλιά, να του διαβάζω κάθε βράδυ ένα παραμύθι με γλύκα και να βρω τον τρόπο μια φορά το μήνα να διαβάσω και σ'ένα παιδί που δεν έχει κανέναν να το φιλήσει για καληνύχτα, να κανονίσω όμορφες διακοπές για την οικογένεια μου και να επισκεφθώ μια φορά έναν τόπο τσακισμένο από την μοίρα και τα παγκόσμια συμφέροντα, χωρίς να μείνω σε χλιδάτο ξενοδοχείο, χωρίς να καμαρώνω που κάποιος μου κάνει υπόκλιση ανοίγοντας την πόρτα.
Ξέρω, τώρα θα γυρίσουμε πίσω στο αδιέξοδο των εκλογών και καλά θα κάνουμε, γιατί αυτό σίγουρα δεν είναι μικρόκοσμος και θα κλείσουμε ερμητικά το βράδυ τα παντζούρια ασφαλείας.
Και εγώ θα χαρακτηριστώ ρομαντική ή άκυρη και θα τρώγομαι με τα παιδάκια που γυρνάνε λιγότερα από τους λασπωμένους δρόμους της Αφρικής στις παράγκες γιατί τα χτυπάνε κεραυνοί, ενώ κάθομαι και χαζεύω την υγρασία του από πάνω που βγήκε στο ταβάνι του σαλονιού.