12.12.12

2013.

Η Ρο ξύπνησε το μεσημέρι με μάτια μουντζουρωμένα από τη μάσκαρα.
Σε αντίθεση με προηγούμενες παραμονές πρωτοχρονιάς είχε γυρίσει στο σπίτι σχετικά νωρίς - κάπου κοντά στις τέσσερις και σχετικά ξεμέθυστη - δεν κοιμόταν κανείς στο κρεβάτι της, δεν είχε ξεράσει, και θυμόταν ξεκάθαρα το τελευταίο δίωρο του πάρτυ.
Που δεν ήταν ακριβώς πάρτυ.  Δηλαδή έτσι όπως γινόταν τα προηγούμενα χρόνια.
Είχε ξεθάψει κάτι προπέρσινα ψηλοτάκουνα, είχε δανειστεί ένα μικρό πετρόλ τσαντάκι από την μαμά της και ούτε λόγος για κομμωτήριο.  Το προ-προηγούμενο βράδυ είχε κοιμηθεί με τα μαλλιά βρεγμένα κοτσιδάκια και είχε ξυπνήσει κάτι σαν χαλαρή τοστιέρα, θαύμα hair styling δηλαδή.
Εντάξει, είχε λεφτά να πάει κομμωτήριο και είχε και δουλειά ακόμα, αλλά κάπως είχε αλλάξει τον τελευταίο καιρό την κοσμοθεωρία της.  Καλεσμένη πριν ένα τρίμηνο σ'ένα "κοσμικό" πάρτυ κρατήθηκε να μη βάλει τα γέλια ξεδιάντροπα μπροστά στις ψεύτικες βλεφαρίδες και τα απεγνωσμένα duck face με την εμφάνιση του φωτογράφου και από τα γενέθλια μιας συναδέλφου στα μπουζούκια έφυγε μία ώρα αργότερα αδυνατώντας να κατανοήσει γιατί τα βουνά από λουλούδια σκέπαζαν τα γόνατα του τραγουδιστή-φίρμα-πρώην παιδί του λαού και εκείνος έσκυβε ν'ανάψει το πούρο του από κάποιο ανεγκέφαλο βουτυροχλεχλέ που καμάρωνε μπροστά στην ξανθιά skinny συνοδό του, φυσικά στο πρώτο τραπέζι. Κάλτσα.  
Εννοείται ότι η Ρο έβγαινε ακόμα.  Και εννοείται ότι συνέχιζε να είναι μια συμπαθητική, κοινωνική, μοντέρνα τριαντάρα με κάποιους λίγους φίλους, πολύ περισσότερους γνωστούς και ενίοτε και γκόμενο.  Αλλά να, κάποια πράγματα που έβλεπε, που διάβαζε, που άκουγε, έπαιζαν μέσα της βιολοντσέλο.  Και ήταν οι διηγήσεις τόσο συνταρακτικές και οι εικόνες τόσο σοκαριστικές που όλα εκείνα τα άλλα τα έβλεπε μικρά, γελοία και πάνω απ'όλα προσβλητικά.
Της έλεγαν "άλλαξες" και ειλικρινά, δεν μπορούσε να το δει.  
Χαμογελούσε αχνά.  "'Οχι, προτεραιότητες".
Έκοψε πολλούς ανθρώπους από τη ζωή της, με μόνο κριτήριο το ότι δεν νοιάζονται.  Το ότι έκλειναν τα αυτιά τους στα σιωπηλά κλάματα των συνανθρώπων τους και άκουγαν μόνο τα χάχανα της πωλήτριας στη Γλυφάδα.  Χώρισε αυτόματα με τον Κάπα, αυτόματα, την ώρα που εκείνος έριξε ένα χαστούκι στον άμοιρο που επέμενε να του καθαρίσει το τζάμι.  Άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε, σιχάθηκε τον εαυτό της που είχε μοιραστεί μαζί του τις πιο σπουδαίες σκέψεις της και όσο και αν την κυνήγησε δε γύρισε πίσω.
Χαιρόταν που το 2012 που είχε περάσει, την είχε "αλλάξει".  Ή μάλλον, την είχε ξεσκεπάσει από τα πούπουλα χήνας που χάιδευαν τα ανέφελά της όνειρα και είχε κρυώσει.  Είχε πεταχτεί κάθιδρη στον ύπνο της, παγωμένη, αποφασισμένη να κάνει πολλά, αλλά όχι να φτιάξει τον κόσμο.
Να φτιάξει τον κόσμο της, το γύρω της, το δικό της.
Την ημέρα του περιβόητου ρεβεγιόν ήταν πολύ κουρασμένη.
Τον τελευταίο μήνα γκάζωσε, κουβαλούσε σακούλες με γάλατα, σερβίρε σούπες στο συσσίτιο, κρατούσε το μωρό της από κάτω για να πηγαίνει εκείνη να αστραφτοκαθαρίζει μεγάλα χριστουγεννιάτικα σαλόνια, έστηνε τραπέζια σε μπαζάρ, συζητούσε όλο το βράδυ μέσα σε φόρουμ για να οργανώσει τα βαν βοήθειας, κοιμόταν λίγο και σκεφτόταν πολύ.  'Εκανε πολλά. 
Στη λήξη του 2012 πήγε στο σπίτι φίλων για να δει τους άλλους της αγαπημένους, εκείνους που γονάτισε η κρίση και ευτυχώς είχαν τα εφόδια να μεταναστεύσουν για να βρουν δουλειά.  Κάποιοι από αυτους, ζευγάρια παντρεμένα με παιδιά, τα είχαν ξεσηκώσει όλα, έτσι όπως τραβάς απότομα ένα σεντόνι και το κάνεις μπόγο με δυο κινήσεις κι ας ξεχειλίζουν πράγματα από μέσα και έλεγαν ιστορίες για τα πολυπολιτισμικά νηπιαγωγεία που απ'έξω κρέμονται όλες οι σημαίες και τα "καλημέρα" το πρωί είναι σε όλες τις γλώσσες.
Καθόντουσαν όλοι στο πάτωμα, είχαν φέρει φαγητά και ποτά, είχαν δυνατές μουσικές, είχαν φωτογραφίες.  Δεν είχαν γκλαμουριά, η γκλαμουριά το 2012 είχε πεθάνει και είχε βρωμίσει, δεν είχαν  ανθρώπους να σερβίρουν, ούτε καινούργια ρούχα με εξτραβαγκάντσα τέτοια που θα τα καταδίκαζε μετά χωμένα σε μια ντουλάπα, αλλά είχαν ιστορίες.
Οι ιστορίες τους για τη χρονιά που πέρασε μιλούσαν για αλληλεγγύη, για προσπάθεια, για δράσεις, για εμπόδια, για νέους που παλεύουν, μαθαίνουν να ζουν χωρίς περιττά αλλά με αξίες και μέσα στη θολούρα εκπαιδεύονται να μη μιζεριάζουν, αλλά να ονειρεύονται.
Ήταν περήφανη η Ρο για το ρεβεγιόν της. 
'Ηταν χαρούμενη που την πρώτη μέρα του 2013 κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και είδε ένα μικρό Πάντα που είχε γύρω του φτιάξει ένα υπέροχο δάσος με οξιές, ψηλά πεύκα και πυκνά μπαμπού.  
Θα έβαζε κι άλλα ζώα μέσα εκεί.  Πριν τα κατασπαράξουν τα θηρία.

2 σχόλια:

  1. Εξαιρετικό και τόσο αισιόδοξο μέσα στη μαυρίλα που μας έχει περιβάλλει!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Απίστευτο κείμενο!
    Ε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή