15.4.14

Βάρυνα (update)

Ο θείος μου έχει κάποιο είδος πνευμονοπάθειας, δεν ξέρω ακριβώς, που τον έχει καθηλώσει αιχμάλωτο μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
Μπορεί να βγει από την πίσω εσωτερική αυλή μέχρι την μπροστά μικρή βεράντα στο ισόγειο των εργατικών κατοικιών, σε μια μεγάλη επαρχιακή πόλη μπαρουτιασμένη από ναρκωτικά και ανεργία.
Και αυτό γιατί κουβαλάει μαζί του μία συσκευή οξυγόνου με καλώδιο.  Γυρίζει από δωμάτιο σε δωμάτιο με τα πόδια πρησμένα από αγγειακά προβλήματα, έτσι όπως μάλλον γυρίζουν οι ελέφαντες στα κλουβιά του ζωολογικού κήπου του Βελιγραδίου - και λέω Βελιγραδίου γιατί εκεί μου έχει πει η φίλη μου ότι έχει έναν τρισάθλιο και μίζερο ζωολογικό κήπο που τον επισκέπτεσαι μόνο για να ψάξεις να βρεις τρόπο εφάμιλλο του σχεδίου στο Prison Break και να ανοίξεις τα κλουβιά.
Ο θείος μου σκέφτεται το ορεινό χωριό του και βάζει τα κλάματα.
Πήγαινε καμια δυο φορές το χρόνο, ξάπλωνε κάτω από τα πλατάνια και βύθιζε τα χέρια του στο παγωμένο νερό.  Δεν του έχει μείνει τίποτα εκτός από ερείπια και σε κάθε του επίσκεψη τα τελευταία χρόνια κουβαλούσε μαζί του μία πέτρα από το σπίτι που έμενε μικρός και την έστηνε έξω από το δωματιάκι του στην εσωτερική αυλή της εργατικής κατοικίας στη μεγάλη επαρχιακή πόλη - το υπόλοιπο σπίτι το είχε παραχωρήσει στην κόρη, τον άνδρα της και τον εγγονό τους.
Βάζει τα κλάματα γιατί μάλλον δεν μπορεί να το επισκεφθεί ξανά, με τους πνεύμονες διαλυμένους και τα πόδια που δεν υπακούουν, αυτή η εκδρομή ήταν όλη του η αναπνοή, και τώρα του τη φυλάκισε αυτή η σιχαμένη συσκευή οξυγόνου μέσα της για πάντα και ξυπνάει τα βράδια κάθιδρος για να σιγουρευτεί ότι δεν έχει χάσει και την κανονική του ανάσα.
Έχει απομείνει μόνος του με το κωλόκουτο.
'Οταν γνώρισε τη θεία μου σ'εκείνο το χωριό με τα πλατάνια και τα ποτάμια, και μία ομορφιά μυρωδιών που προσπάθησα να νιώσω πριν από 25 χρόνια για μια φορά που το επισκέφθηκα αλλά δεν - γιατί ξέρεις, δεν είναι μόνο οι μυρωδιές και οι εικόνες, αλλά οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους και εγώ τότε περίπου έφηβη μόνο ως χάσιμο χρόνου μπορούσα να τα μεταφράσω όλα αυτά - ήταν κοντά στα 15 και ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα.  Η θεία μου ένα χρόνο μικρότερη, τον καψουρεύτηκε από τότε - ξεπεταγμένη η θεία - και κάπως "κλέφτηκαν" λίγο αργότερα.  Λέω "κάπως" γιατί οι οικογένειες δεν φρίκαραν εντελώς, οπότε όλα καλά για τους δυο τους.  Η περιγραφή που γινόταν πάντα για την θεία μου ήταν ότι είχε μάγουλα κατακόκκινα σαν κεράσια και μια μακριά, σφιχτή, ξανθιά πλεξούδα ως τα οπίσθια.  Για κάποιο λόγο μέχρι να πεθάνει, επειδή ήταν και κοντογλυκούλα, τη φανταζόμουν στα νιάτα της σαν τη Στρουμφίτα.
Α ναι, πέθανε.
Πριν από δεκαπέντε περίπου μέρες περίπου.
Ταλαιπωρημένη όσο δεν έπαιρνε άλλο, με μη αναστρέψιμη "διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια" (καλά, τύφλωση είναι αυτό μην το ψάχνετε) και καρκίνο σε όλο της το σώμα.  Ναι εντάξει κοπελιά, τίποτα άλλο είχαν πάθει ή πλάκα μας κάνεις; Είχαν πάθει και άλλα που δεν τα αναφέρω για να μη γίνω μελό και όχι, κανένα αστείο δεν είχε η φάση τους.  Μα κανένα.
Μέσα σε όλο αυτό, με μια ζωή γεμάτη αρρώστιες, μεγάλη οικονομική δυσχέρεια και προβλήματα, να πως η ουσία της ύπαρξής σου μένει να ορίζεται από τις αναμνήσεις των άλλων. 
Στο μυαλό μου θα έχω για πάντα το πιο γελαστό και αστείο ζευγάρι θείου θείας που γνώρισα (και πίστεψέ με έχω παραδείγματα, έχουν αρκετά αδέλφια οι γονείς μου στο σύνολο), εκείνους που με το που μάθαιναν ότι θα τους επισκεφθούμε τα ανίψια και θα κοιμόμασταν και κανα δυο βράδια, γέμιζαν το πάνω ντουλάπι της κουζίνας με όλα τα απαγορευμένα, μας έστρωναν τα πιο μοσχομυριστά σεντόνια στους καναπέδες, και άφηναν την αγαπημένη γάτα του καθενός από την αυλή να γουργουρίσει πάνω τους με την δικαιολογία "ε αφού τα παιδιά τις αγαπάνε" και ένα πονηρό κλείσιμο του ματιού σε εμάς που τρέχαμε να παίξουμε ελεύθεροι στην πλατεία και να μην γυρίσουμε αν δεν πάει τουλάχιστον μεσάνυχτα.
Ωραίο όλο αυτό ε, ωραίο και ότι τα τελευταία χρόνια, εκεί που οι αρρώστιες τους έκλειναν, τους καθήλωναν και τους διέλυαν, δεν τους είχα δει σχεδόν καθόλου, παρά μόνο για να τους πηγαινοφέρνω με τη μαμά μου σε κάτι ιατρικά ραντεβού στην Αθήνα.  Το γνωστό, πείθεις τον εαυτό σου ότι θέλει αλλά δεν μπορεί, γιατί κάνεις δική σου οικογένεια και ξεχνάς, σαν το χάμστερ που στροβιλίζεται αδιάκοπα στον τροχό του.  Και έτσι όπως στροβιλίζεσαι όλα γύρω σου περνούν με ρυθμούς ξέφρενους και - λανθασμένα νομίζεις -  άφθαρτους.
Ο θείος μου και η θεία μου χώρισαν με μη αναστρέψιμο τρόπο, πριν από δεκαπέντε μέρες περίπου, μετά από εξήντα χρόνια.
Και ενώ το τέλος της κάπως όλοι, η μαμά μου, η οικογένειά της, τα άλλα αδέλφια, τα ανίψια που τους έκανε όλα τα χατίρια στις διακοπές, το είχαμε χωνέψει, αυτόν εδώ τον αποχαιρετισμό δεν θα τον χωνέψει ποτέ κανείς.
Αυτή τη στάση της νεκροφόρας έξω από την πόρτα του σπιτιού των εργατικών κατοικιών με την μικρή βεραντούλα και την εσωτερική αυλή με το ένα δωματιάκι, τις πέτρες από το χωριό, την μία γάτα που απέμεινε και το κουτί με το οξυγόνο, δεν θα τη ξεχάσει ποτέ κανείς.
Εκεί έγειρε ο θείος μου για να την χαιρετήσει, με το καλώδιο να κρέμεται από τα ρούχα του, τα πόδια πρησμένα χωμένα σε παντόφλες, παπούτσια δεν του χωράνε, ένα πουλόβερ και μία φόρμα γιατί μόνος του δεν μπορεί να αλλάξει και ποιος να πρωτοτρέξει πού μια τέτοια μέρα σκοτεινή, εκεί, έτσι, σταμάτησε το βλέμμα του πάνω στη νεκροφόρα και σκέπασε το όμορφο πρόσωπο με τα χέρια του.  Ανίκανος, ανήμπορος για οτιδήποτε άλλο, μόνος πραγματικά για πρώτη φορά στη ζωή του.
Δεν είδαμε κηδεία και δεν νιώσαμε θλίψη γιατί πριν από όλα αυτά προλάβαμε στη διάρκεια μιας στάσης λίγων λεπτών να καταλάβουμε τι σημαίνει συντριβή.
Αναρωτιέμαι αν είναι άδικο μια ζωή γεμάτη αγάπη να ολοκληρώνει τον κύκλο της με τόσο πόνο, από την άλλη στον θάνατο δε γίνεται να μη ζήσεις πόνο, το στοίχημα μάλλον είναι να καταφέρεις να τον βιώσεις αφοσιωμένος, όρθιος, με μία αμυδρή ελπίδα για ζωή.  Δεν ξέρω πόσο θα αντέξει να ξαπλώνει ο θείος μόνος του τα βράδια με αμετάκλητη συντροφιά το κουτί, το καλώδιο και μία γάτα.
Δεν ξέρω αν θα μπορέσει ποτέ να ξεπεράσει τη στάση του φέρετρου έξω από την πόρτα του σπιτιού του, εκεί μέσα που σφραγίστηκαν εξήντα χρόνια αληθινής αγάπης, ελπίζω μόνο σε κάποιο διάστημα η ανάμνηση από την γυναίκα του να μην είναι αυτή, αλλά τα κατακόκκινα μάγουλα και η μακριά κοτσίδα.  Και η αγάπη.



Αυτή είναι η κλασική ανάρτηση θα την γράψω / δε θα την γράψω / θα την γράψω / δεν θα τη γράψω / θα γράψω κάτι άλλο / ποιον αφορούν αυτά / ας πούμε για τούρτες γενεθλίων / ή και για παιδικές ζωγραφιές.
Την έγραψα μόνο γιατί μου παιδεύει το μυαλό.
Και γιατί με παρότρυνε με τον τρόπο του ο Βαγγέλης Προβιάς στο σεμινάριο δημιουργικής γραφής, το μόνο session που παρακολούθησα στις Ψηφιακές Γειτονιές.

27.3.14

Το τυψειόμετρο.

Προχωράω με μία φίλη μου κάπου στην Ερμού, τα τρία παιδιά μας κάνουν αγώνες τρεξίματος μπροστά και ο γιος μου βέβαια κερδίζει συνέχεια με άνεση τα μικρά κοριτσάκια - καθόλου ιππότης, φτάνει στο τέρμα και τα κοιτάει με σαρδόνιο χαμόγελο ενώ διαμαρτύρεται κιόλας που τους λέμε μπράβο.
Μιλάμε λίγο για δουλειά και μου αναφέρει χαρούμενη ότι περιμένει να την απολύσουν.
Εγώ δεν θα ήμουν μάλλον τόσο χαρούμενη.  Τώρα βέβαια το λέω αυτό, που το πέρασα, τότε που έγινε ήμουν κι εγώ τρισευτυχισμένη, σίγουρη ότι πρόκειται μπροστά μου να ξεδιπλωθεί ένας καινούργιος υπέροχος κόσμος. Καλά, μπορεί εγώ να μην τον ξεδίπλωσα.
Στην αναμενόμενη ερώτηση "και τί θα κάνεις" - εκεί δηλαδή που παίρνω την αναμενόμενη απάντηση, αρχικά φριλά(ν)τζες - μου μιλάει για την κόρη της.  Ότι θα περνάνε χρόνο μαζί και θα κάνουν πολλά περισσότερα μαζί, ότι τα απογεύματα δεν θα είναι αγώνας δρόμου μεταξύ του γραφείου και του σπιτιού-μπάχαλου με την κοπέλα να την περιμένει στην πόρτα, την τσάντα της να ανοίγει στο δρόμο και εκείνη να μη γυρίζει ούτε να κοιτάξει γιατί πρέπει να προλάβει, να προλάβει να δει την κόρη της, να την κάνει μπάνιο και να της ξεμπλέξει τα μαλλιά, να προλάβει έστω μισό παραμύθι για καληνύχτα. Ακούγονται λίγο μελό σε κάποιους όλα αυτά, μπορεί και να είναι, μπορεί όμως να περιγράφουν και συγκρατημένα την πραγματικότητα μιας νέας μαμάς που μεγαλώνει ένα παιδί μόνη της χωρίς να ζουν οι παππούδες του στο κάτω διαμέρισμα.
Τη βλέπω μόνο δύο τρεις ώρες την ημέρα, μου λέει με παράπονο, και έχω τύψεις.
Κάνω υπολογισμό με δάχτυλα, είμαι κοντά στο δίωρο, εγώ τους βλέπω 45 λεπτά το πρωί και συνήθως μία με μιάμιση ώρα το βράδυ.  Στα καλά μου, και όχι και τις πέντε καθημερινές της εβδομάδας.  Και δεν νιώθω τύψεις γι'αυτό.
Σκέφτομαι διάφορα πάλι, με ξανα-αναμενόμενο το ότι είμαι μία χάλια μάνα, και πώς μπορώ να ξεχνάω τί ωραία που ήταν η ζωή μου όταν είχα χρόνο και για εμένα και ταυτόχρονα και για την οικογένειά μου, αλλά δεν είχα ούτε χρήματα ούτε απασχόληση, και παρόλα αυτά μου έλειπαν μόνο πολύ συγκεκριμένα πράγματα που δεν είμαι ακόμα απόλυτα σίγουρη ότι στην ουσία τους κερδίζονται από μία δουλειά σε ένα ωραίο γραφείο.
Κουνάω το κεφάλι μου για να φύγει από μπροστά το τυψειόμετρο, αυτό που καθορίζει υποτίθεται αν αγαπάω,αν θέλω,αν μπορώ,αν κάνω τελικά.  Δεν υπάρχει μαμά ναι, και μπαμπάς, χωρίς τύψεις.  Είναι έτσι προγραμματισμένο το τσιπάκι.  Αναλόγως το μοντέλο οικογένειας, το καθημερινό πρόγραμμα και τις προτεραιότητες, μην σκεφθείτε μόνο αναλογίες χρόνου, σκεφθείτε επιλογές και αποφάσεις, μικρές θυσίες που δεν έγιναν, ακόμα και ρούχα που δεν φορέθηκαν, ή προσκλήσεις για πάρτυ που κρύφτηκαν, στάζει η σταγόνα στο τυψειόμετρο του γονιού και άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο, είναι και αυτό τελικά που τον καθορίζει.
Τι κι αν κάνω πρόσθεση με τα δάχτυλα και βγάζω μετά μέσο όρο τα 108 περίπου λεπτά της ημέρας που μας αντιστοιχούν, ξέρω ότι τα σαββατοκύριακά μου είναι αφιερωμένα εκεί αποκλειστικά και αν κάτι προκύψει τότε, θα το ξεπετάξω, θα κοιτάξω ρολόι, θα σνομπάρω την τελευταία γουλιά καφέ και θα αφήσω την τελευταία κουβέντα της φίλης μου να κρέμεται στο στόμα σαν σταλακτίτης στο σπήλαιο του Διρού.
Και αν προγραμματίζω με τρέλα τετραήμερο για συναυλία στο εξωτερικό, και ενθουσιάζομαι που τα αεροπορικά τα πετύχαμε σε ανεκτή οικονομική φάση και τα εισιτήρια της συναυλίας δεν χάθηκαν κάπου στις Άλπεις και βρήκαν το δρόμο τους προς το ταπεινό Παγκράτι (δεν φταίω, με τρομοκράτησαν οι άλλοι, με αυτό το άγχος ξυπνούσα τα πρωινά), στο επόμενο καρέ έχω αποφασίσει ότι δεν πρόκειται να ξεστομίσω στα παιδιά την πόλη του βασικού προορισμού επειδή πολύ απλά δεν θα έχω τί να απαντήσω στο "και γιατί όχι και εμείς" και στο μεθεπόμενο χαζεύω μια οικογένεια που γυρνάει τον κόσμο προσφέροντας στα πολύ μικρά παιδιά της εμπειρίες και εικόνες που δεν πρόκειται να δω ούτε σε άλλες πέντε ζωές.  Που θα τις ζήσω εννοείται.
The family without borders και παρότι έγινε πολλή κουβέντα στο fb περί χορηγών και καταπίεσης κλπ, εγώ αυτούς εδώ από τη μία τους αγάπησα και από την άλλη τους μίσησα γιατί τίγκαραν το γαμω-τυψειόμετρό μου.
Ταλαιπωρία σου λέω να είσαι μαμά. Μεγάλη ταλαιπωρία.


13.3.14

Women are alright.

'Εχω τρεις φίλες, την Μ., την Α. και την Ν. με κοινό χαρακτηριστικό ότι είναι όλες πάνω από 40 και δεν έχουν παιδιά.
Η Μ. έχει γκόμενο, κάτσε, σχέση έχει εδώ και αρκετά χρόνια και περνάει μια χαρά, οι άλλες δύο όχι, δεν έχουν. Εδώ και αρκετά χρόνια. Αν θα έπρεπε να τους βρω ένα κοινό χαρακτηριστικό θα ήταν ότι ξοδεύουν υπερβολικές ώρες στο γραφείο, χωρίς να είμαι σίγουρη αν αυτό προέκυψε λόγω μιας κάποιας ανάγκης να γεμίζουν τον χρόνο τους και να μην αισθάνονται "μόνες" ή αν ήταν ξεκάθαρη επιλογή. Και χωρίς να με νοιάζει κιόλας, περνάω υπέροχα και με τις τρεις τους.
Κάποτε ξέρεις δεν ήταν καθόλου θεμιτό να λες πως δεν είσαι μαμά, με ό,τι αυτό συμπεριλαμβάνει συνειρμικά όσον αφορά στον τρόπο που σκέφτεσαι ή στο πώς περνάς τις μέρες σου. Η αφοσίωση, η τρυφερότητα, η τεκνοποίηση ήταν οι απόλυτοι παράγοντες επιτυχίας και καταξίωσης- τα ξέρουμε, τα διαβάζουμε, και δυστυχώς τα βιώνουμε και ακόμα και τώρα που υπάρχουν δεύτερες σκέψεις απέναντι σε μία γυναίκα μετά τα σαράντα (αυτό έχει μεταβληθεί πολύ, το ηλικιακό όριο της αποδοχής) που δεν έχει παιδιά.
Μετά ήρθε το κούλνες μέσα από την καριέρα. Η ερώτηση του "πόσα παιδιά έχεις" έδωσε τη θέση της στο γκρι τουίντ ταγιέρ, και το "πού δουλεύεις" έγινε η ταμπέλα με νέον και ηχητικό εφέ χειροκρότημα που αναβόσβηνε πάνω από τα γυναικεία κεφάλια με τα μπομπέ χτενίσματα και τα μακριά νύχια.
'Οταν υποτίθεται κατακτήθηκε και αυτό, και με όποια τρέλα δημιούργησε στο πέρασμά του, η Μ., η Α. και η Ν. έμειναν λίγο "undefined position". Ναι, τα λύσαμε τα ψυχολογικά μας, η μητρότητα είναι ταυτόχρονα φυσιολογική και υπέροχη, η καριέρα είναι ανεξαρτησία, δύναμη, δημιουργικότητα, αλλά τώρα πια που όλα φαίνονται αυτονόητα, και παρόλο που στην κοινωνία μας θα έπρεπε να ασχολούμαστε με πολύ πιο πολύπλοκα θέματα από το live and let live, οι άτεκνες straight 40αρες που δεν είναι διευθύντριες σε πολυεθνική ψάχνουν να βρουν μια θέση στο τραπέζι που όταν γυρίσουν την πλάτη και καληνυχτίσουν δε θα την αναπληρώσει η λύπηση.
Τα σχόλια είναι "η καημένη, ο χρόνος της τελειώνει" ή "που θα βρει τώρα γκόμενο αυτή" ή ακόμα και "δεν εξηγείται διαφορετικά, σίγουρα έχει κάποιο πρόβλημα". 'Ολοι κουνούν τα κεφάλια με μία αδιόρατη θλίψη για το προδιαγεγραμμένο μέλλον τριών γυναικών που προφανέστατα έχουν κάνει μία επιλογή με την οποία δεν συμπλέει η πλειοψηφία.
Δεν είναι αναγκαστική επιλογή. Οι δύο ελεύθερες φίλες μου έχουν περάσει από σχέσεις στο παρελθόν, και έχουν διαλύσει και 1-2 λίγο πριν το μεγάλο χαρμόσυνο γεγονός - μη χασκογελάτε,όλοι ξέρουμε ποιο είναι αυτό - είναι κοινωνικές, αστείες, μένουν μόνες τους, διαβάζουν βιβλία και κάνουν γιόγκα/εθελοντισμό/ποδήλατο/πλέξιμο - τυχαία παραδείγματα, αλλά είναι εκεί έξω σε όλο αυτό το κάπως current trend ή το "γίνονται πράγματα" της Βάνας Μπάρμπα. Η Μ. από την άλλη αν ήθελε παιδιά θα τα είχε. Με όποιο τρόπο. Αν πάρα, μα πάρα πολύ το θες βρίσκεις τον τρόπο. Κανένας κοινωνικός σχολιασμός δεν μπορεί να σε αποτρέψει, άλλωστε ξέρεις ότι σχολιάζεσαι εξίσου και για το ανάποδο και γύρω από το όνομά σου γράφονται τα πιο υποθετικά σενάρια.
Θα ήθελα, έστω από ανθρώπους με παιδεία, με ταξίδια στο διαβατήριο τους και μερικά βιβλία στη βιβλιοθήκη τους,να πάψουν να αναφέρονται στις γυναίκες φίλες μου ως τελειωμένες ή προβληματικές. Να σταματήσουν να αναρωτιούνται τί διάολο τρέχει και ποιο εξάρτημα έχει χαλάσει.
Θα ήθελα να σηκωθούν νοητά και να χειροκροτήσουν εκείνες τις γυναίκες που έχουν αποδεχτεί τον εαυτό τους έτσι όπως ακριβώς είναι. Που έχουν πάψει να κυνηγούν ταμπέλες με επαίνους, εικόνες περιοδικών ή βιτρίνες καταστημάτων. Που έχουν μασήσει, καταπιεί και χωνέψει ότι δεν θα γίνουν ποτέ υπέροχες μαμάδες ή υψηλά αμοιβόμενα στελέχη και που αν το μέλλον τις τρομάζει θα βρουν μια φιλική αγκαλιά να χωθούν μέσα, ίσως πανικοβλημένες, αλλά πιο ισορροπημένες από όλες εκείνες που το μόνο που ακούν κάθε πρωί είναι το ρολόι που χτυπάει. 
Και αυτός ο ήχος, ο τόσο μονότονος, τις οδηγεί στις πιο βίαιες επιλογές μόνο για να καταφέρουν να κρατήσουν στα χέρια τους μία βαριά πινακίδα που θα γράφει SUCCESS. Θα κουραστούν όμως τα χέρια τους μετά από χρόνια.

25.2.14

Gambling στα σχολεία.

Βρίσκομαι στην άχαρη θέση να "ψάχνω" σχολείο για το γιο μου που το Σεπτέμβριο ξεκινάει το δημοτικό.
Δεν θα ήθελα καθόλου να ψάχνω.  Θα ήθελα να ζω σε μια χώρα που τα ιδιωτικά σχολεία θα ήταν ένα αυστηρό ελιτίστικο προνόμιο των πάμπλουτων, να μην μπορούσα καν να τα κρυφοκοιτάξω, και τα δημόσια θα λειτουργούσαν όλα με βασικές, κοινές προϋποθέσεις και αξίες που δεν θα με έβαζαν σε διαδικασία ούτε σκέψης, ούτε επιλογής, γιατί απλά θα πήγαινα μια ωραία μέρα κρατώντας τον από το χέρι και φορώντας σαγιονάρες, να τον γράψω σε εκείνο που θα ήταν πιο κοντά στο σπίτι μου.  Για να κοιμάται περισσότερο, για να έχει φίλους που θα τους χτυπάει το κουδούνι και θα κατεβαίνουν, για να περπατάει τα πρωινά και να μπαίνει στην αυλή τρέχοντας με φόρα.
Δεν με υποχρεώνει βέβαια κανένας απολύτως να "κρυφοκοιτάξω" κανένα ιδιωτικό σχολείο και ας ανήκει στη λεγόμενη κατηγορία μεσαίας κλίμακας, ακόμα κι αν δεν είναι στην ομάδα των ιδιωτικών - σταρ με τις μεγαλειώδεις εγκαταστάσεις, υπάρχει ένα δημόσιο σχολείο πολύ κοντά στο σπίτι μου και από αντίδραση και μόνο στα εξωφρενικά δίδακτρα - να σημειώσω εδώ ότι θεωρώ πως όλα, μα ανεξαιρέτως όλα τα ιδιωτικά σχολεία είναι επιεικώς υπερεκτιμημένα - θα μπορούσα να βάλω τις σαγιονάρες μου, να μπουκάρω μέσα ρίχνοντας μια ματιά στο πώς είναι στημένες οι τάξεις και να απολαύσω το ξεκίνημα του παρανοϊκού ταξιδιού στην ελληνική εκπαίδευση.  Έτσι όπως σχεδόν "απόλαυσα" και το δικό μου.
Αν μη τι άλλο αναγνωρίζω ότι μέσα από το δικό μου ταξίδι έγινα πιο δυνατή, πιο σκεπτική απέναντι στους κάθε λογής άρχοντες και πιο θρασεία.  Για εμένα αυτά ήταν μεγάλα προσόντα, νομίζω ότι στην πραγματικότητα είμαι ντροπαλή και λιγομίλητη.
Εκεί που ξεκινάω να χαλαρώνω, να πείθω τον εαυτό μου ότι έχω ένα εξαιρετικό παιδί που θα τα καταφέρει οπουδήποτε και με όποιον τρόπο, γεννιούνται μέσα μου μεγάλα ερωτηματικά.  Ακούω ιστορίες για σχολεία, και κοίτα γαμώτο πώς έχω γίνει, συγκρατώ όλα τα αρνητικά.  Μιλάω με δασκάλους ή άλλους γονείς σφυρίζοντας αδιάφορα, φορώντας τη μάσκα μιας παραδοσιακής μαμάς που εκτιμάει την πρωτιά και την πειθαρχία, που αναγνωρίζει στο πρόσωπό τους τον αδιαπραγμάτευτο ηγέτη στην τάξη, που συμφωνεί ότι το νεαρό της ηλικίας σημαίνει συχνά άγνοια και ανεπάρκεια.  Με τρόμο διαπιστώνω ότι δεν με μαλώνει κανείς για αυτές τις σκέψεις.  Ότι υπάρχει κόσμος (συμπεριλαμβανομένων και κάποιων δασκάλων εκεί έξω) που χασμουριούνται και φτύνουν μέσα από τα σάπια δόντια τους φράσεις όπως - έλα μωρέ, τί να καταλάβουν τώρα τα παιδιά.
Μπορεί αυτός να είναι ένας.  Ή πέντε συνολικά, ή άντε δώδεκα.
Και αυτή η ας υποθέσουμε μικρή ομάδα καταφέρνει να με τρομοκρατεί μόνο και μόνο επειδή πρόκειται να ασχοληθεί πνευματικά με ό,τι πολυτιμότερο έχω σε αυτή τη ζωή.  Τα παιδιά μου.
Μην μασάς μου λένε, πλέον λειτουργούν αξιολογήσεις, επιτροπές, καταγγελίες στα υπουργεία, ναι κι εγώ πιστεύω ότι γινόμαστε καλύτεροι, αλλά λίγο περίεργο το συναίσθημα να ξεκινάω μια σχολική χρονιά ατσαλωμένη με όπλα ως άλλη Ζήνα η αμαζόνα, αντί να συγκινούμαι από ενθουσιασμό και προσμονή πίσω από τους σχολικούς τοίχους. 'Ηθελα να γράψω κάγκελα αλλά με πήγε αλλού η καταραμένη η προκατάληψή μου.
Αυτό είναι τύχη ακούω συνέχεια.  Ο καλός δάσκαλος που σέβεται απόλυτα τους μαθητές του και διαρκώς ενημερώνεται, άρα και εξελίσσεται φέρνοντας στην τάξη καινοτομίες και πνευματικά ερεθίσματα είναι τύχη, τύχη, τύχη. Τύχη όταν αναφερόμαστε στο αυτονόητο.  Σαν να παίζω με τζόκερ τον μισθό μου κάθε μήνα δηλαδή.  Ας είναι.
Α, μου λένε, όλα τα δημόσια καλά είναι, αρκεί να μην έχετε πολλά ξένα παιδάκια στη γειτονιά.  Μάλιστα.  Μα εμείς δεν είμαστε άνθρωποι ανοιχτόμυαλοι και προοδευτικοί, που στο σπίτι παίζουμε με μαύρα μωρά και ντύνουμε μικρές Ασιάτισσες, που διαβάζουμε αυτά τα παραμύθια που μιλάνε για την ισότητα όλων των ανθρώπων και την ειρήνη, που ακούμε νανουρίσματα από την Αφρική και κολλάμε αυτοκόλλητα με παραδοσιακές φορεσιές όλων των λαών της Γης; Μα εμείς δεν είμαστε αυτοί που κοιτάμε την υδρόγειο σφαίρα και διακηρύττουμε ότι εδώ υπάρχει χώρος για όλους τους ανθρώπους σε ό,τι και αν πιστεύουν, που έχουμε συνδρομές νονών σε όλες τις σχετικές ΜΚΟ, που συμπεριφερόμαστε σε όλους τους συμπολίτες μας με ευγένεια, που προσφέρουμε, μοιράζουμε, συμπονούμε;  Είμαστε, δεν το αρνείται κανείς αυτό, και άλλωστε και για αυτό κοιμόμαστε ήσυχοι τα βράδια.
Αλλά από την άλλη, το δικό μου το παιδί είναι ξεχωριστό.  Είναι έξυπνο, καλλιτεχνικό, ανήσυχο, συναισθηματικά ώριμο, είναι _ είναι _ είναι _ (στα κενά συμπληρώνετε λέξεις για τα δικά σας παιδιά κατά βούληση).  Τι θα γίνει όταν τα υπόλοιπα παιδιά δεν είναι στο ίδιο "επίπεδο", δεν έχουν πάρει τα ίδια εφόδια από την προσχολική τους πορεία, δεν έχουν γονείς που θέλουν/μπορούν να ασχοληθούν λίγο παραπάνω, που ο σύλλογος γονέων είναι μια ανύπαρκτη ομάδα ανέκδοτο γιατί το κύριο μέλημά τους είναι τα καλά γράμματα και η υπακοή, άλλωστε αγωνίζονται μόνο για να βγάλουν πέρα την ημέρα, τις λιγοστές αυτές ώρες να υπάρχει στο τραπέζι φαγητό και στο σαλόνι θέρμανση.  Ποιος να τολμήσει να επισημάνει - και ορθά κατά τη γνώμη μου - ότι "τραβάνε τα άλλα παιδιά πίσω" (και τί σημαίνει άραγε αυτό το "πίσω;") όταν όλοι σαν σώφρονες ενήλικες στηρίζουμε θεωρητικά τα δικαιώματα των αδυνάτων και των μη προνομιούχων. 'Όταν ακόμα και ένας συμμαθητής δεν καταλαβαίνει, όλη η ομάδα πρέπει να σκύψει πάνω του και να τον βοηθήσει.  Αυτό θα ήταν μια ωραία φιλοσοφία που θα ένωνε την τάξη αντί να τη χώριζε, που εκεί η γνώση θα λειτουργούσε σαν μεγάλη αγκαλιά αντί σαν παράγοντας διάκρισης, που κανείς δε θα βαριόταν σαν ένας διαρκής παθητικός ακροατής, αλλά θα γινόταν ένας ενεργητικός συμμετέχων με σπουδαίο ρόλο.  Να δείξει, να βοηθήσει, να ανοίξει δρόμους. Πού όμως γίνεται αυτό; A, μου λένε, τύχη είναι και αυτό δεν το ήξερες;  'Αμα θέλει ο δάσκαλος γίνεται, αλλιώς τελειώνει τη δουλίτσα του, τα μισά κοιμούνται και έπειτα γυρίζει σπίτι του να κοιμηθεί και αυτός.  Απροκάλυπτα δηλαδή.
Να τον πας σε πειραματικό, μου λένε, εκεί δεν έχει πολλά "ξένα", οι δάσκαλοι περνάνε σεμινάρια και δοκιμάζονται πρώτα όλα τα καινούργια παιδαγωγικά προγράμματα.  Καλό ακούγεται, μόνο που παίρνουν 12-15 αγόρια στην πρώτη δημοτικού μεταξύ εικοσαπλάσιου και βάλε αριθμού αιτήσεων.  Α, τύχη και εδώ.  Για βύσματα δε θέλω να μιλήσω γιατί φυσικά δεν μου το έχει παραδεχτεί και κανένας.  Κλήρωση και στα πειραματικά, εγώ πάλι πρέπει να είμαι από τους λίγους που συμφωνώ με το θεσμό των εξετάσεων για εισαγωγή σε αυτά τα σχολεία, αλλά ας είναι.  Προς το παρόν θα πρέπει να αρκεστώ σε επικλήσεις να είμαστε τυχεροί.  Τυχεροί σε όλα.
Τυχεροί στο δάσκαλο, τυχεροί στο διευθυντή, τυχεροί στους συμμαθητές, στους γονείς τους, στα κτίρια, στη διάθεση, τυχεροί στην εκπαίδευση, στη ζωή, στην ελευθερία, εμείς που νομίζαμε ότι αυτά εδώ τα παιδιά θα είναι τα ευνοημένα, που θα μεγαλώσουν σε μία κοινωνία με ένα σύστημα βελτιωμένο, που η πολυπολιτισμικότητα δε θα ήταν μια ωραία μοντέρνα θεωρία, αλλά θα είχε ριζώσει στις καλημέρες των σχολείων σε δύο, πέντε, εκατό διαφορετικές γλώσσες.
Τι μαλακίες λέω και πόσο ειλικρινά σαχλή αισθάνομαι που όλα τα περιμένω από ένα κράτος που ασθενεί και εγώ κάθομαι και ρωτάω τον κάθε ανθρωπάκο τις ανόητες απορίες μου, μόνο να θυμώνω μπορώ γιατί να, αυτή είναι μία κατάσταση που δεν μπορώ να την πάρω στα χέρια μου και να την υποτάξω και μου φαίνομαι τόσο Μικρή.

Πάω να τα ποντάρω όλα στο 22 -μαύρο- να τεστάρω λίγο τις υπερδυνάμεις μου.


14.2.14

Ε, τί άλλο.

Γενικά σήμερα οι μισοί χαίρονται και οι μισοί ξερνάνε, έτσι ακριβώς.
Ενώ με ξέρετε τί άνθρωπος είμαι, το ξερατό δεν το καταλαβαίνω και απόλυτα όταν αφορά σε ανθρώπινο συναίσθημα και όχι αυστηρά στη γλυκερή αρκουδοβελουτοκόκκινη εμπορική του εκμετάλλευση.  Πιο εύκολα θυμώνω με την σιχαμένη κολακεία for a reason - στα λέω για να μου τα πεις, για να νιώσω σημαντικός/ή, να πουλήσω μούρη, κραγιόν ή αρακά μπαρμπά στάθη, να μου πιαστεί το στόμα από το χαμόγελο γιατί μου πάει, να μου κάνεις πολλά φαβ να τα δουν όλοι, να τσιμπήσω κανα κοπλιμέντο γιατί στο real life εντυπωσιάζω όσο το μυρμήγκι, να αρχίσω να μετράω σαν μονάδα influence.  Sorry, μαλακοinfluence ήθελα να πω.  Και να μετράω βασικά.  Αλλά αυτή είναι μία άλλη ανάρτηση.
Το αστείο της ημέρας ήταν που πήγα στο super market το πρωί και εκεί στα ταμεία μοιράζανε δωρεάν καρτούλες με καρδούλες για να συμπληρώσεις τα κενά και να δώσεις στον/στην αγαπημένο/η σου, μια ευγενική προσφορά του Carrefour στα μαύρα χρόνια της οικονομικής κρίσης - πω πω τραγικό μου φάνηκε.  Θέλετε καρτούλα Βαλεντίνου; με ρώτησε η ταμείας. Όχι, ευχαριστώ, της απάντησα με πληγωμένο χαμόγελο.  Με λυπήθηκε.  Αλήθεια σας λέω, σαν να άκουσα τη φωνή της μέσα στα αυτιά μου "την κεράτωσε και είναι μόνη, μαλακία που το είπα, ΤΗΝ ΚΑΗΜΕΝΗ" και εμένα να απαντάω τσιριχτά πόσο τρισάθλιο και κακομοίρικο πια να πάρω τυπωμένη καρτούλα καρφούρ για να πω σε κάποιον ότι είμαι ερωτευμένη μαζί του, γιατί να τις σκέφτεστε αυτές τις παπαριές εεε;;;
Εντάξει τώρα εγώ δεν είμαι για Βαλεντίνους - δεν ήμουνα και ποτέ, αλλά ειδικά την τελευταία δεκαετία ψηφίζω σθεναρά για τη συγκεκριμένη μέρα την αντίδραση της απάθειας, αν και πριν λίγο συγκινήθηκα που είδα στο δρόμο μια γιαγιά κοντά στα 80 να περπατάει με ένα χαμόγελο στο στόμα και ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι.  Στα γηρατειά μου αρέσει ο ρομαντισμός, νομίζω ότι δίνει ζωή και δύναμη, ξεκουράζει το μυαλό από τις βαριές σκέψεις, ξανανιώνει την καρδιά και το βλέμμα, υποδηλώνει αν όχι διάρκεια, τουλάχιστον θέληση.
Και με τα παιδιά μου θα λιώσω.
Τους σκέφτομαι να προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε ένα θυελλώδη - στο μυαλό τους - νεανικό έρωτα.  Τον Πρώτο Σοβαρό.  Τον Μεγάλο Αξέχαστο.
Μου φαίνεται ότι ο γιος μου θα παρασυρθεί στη δίνη, θα υποφέρει και θα κλάψει.  Δεν του λέω ποτέ να μην κλαίει "γιατί είναι αγόρι και τα αγόρια δεν", μου μοιάζει τρομερή καταπίεση όλο αυτό, να μην αφήνεις τον άλλον να αποφορτίζεται από τη στεναχώρια του, να ξεφορτώνει κάπως, να τρανταχτεί, να σπάσει.  Η κόρη μου ίσως και να είναι λίγο πιο συγκρατημένη, κάπως πιο εγωίστρια, να κρατάει και ένα μικρό κομμάτι του εαυτού της ανέγγιχτο και αποστασιοποιημένο, αλλά μάλλον κάποιες φορές θα χρειαστεί να παλέψει περισσότερο. ´Ισως πάλι και να την μπερδεύω με εμένα.
Θα τους ζηλεύω για αυτούς τους Αιώνιους Νεανικούς έρωτες.  Θα τους ζηλεύω που η μονάδα μέτρησης της ημέρας τους θα είναι ένα τηλέφωνο, ένα φιλί, μια βόλτα, που το κριτήριο της εικόνας τους στον καθρέφτη θα είναι η ματιά κάποιου άλλου και όχι η δική τους, που δεν θα τους νοιάζει η κίνηση, η κρίση, η καριέρα, η αποκατάσταση, το ενοίκιο, οι αρρώστιες, αλλά μόνο ένα "σε θέλω" και η Γη να στροβιλίζεται.  Θα ζηλεύω τη δραματική συνειδητοποίηση του ότι τίποτα δεν είναι υπό έλεγχο.
Θα ζηλεύω την παγκόσμια πρώτη στους Παθιασμένους έρωτες.  Το σημάδι ότι τώρα πια, τίποτα δεν μπορεί να είναι όπως πριν. 
Καλώς ήρθατε και προσδεθείτε παιδιά, η βόλτα στο ρολερκόστερ των σχέσεων θα είναι η ζωή σας όλη και μαντέψτε, δεν μπορείτε να κατεβείτε, παρά μόνο να κατουρηθείτε από το hype ή να πλαντάξετε από τον φόβο σας, μέχρι να πιάσετε ευθεία.
Εγώ τώρα ζαλίστηκα από τις βόλτες, λέω να στοχεύσω στο τριαντάφυλλο στα ογδόντα. Δεν είναι διόλου απίθανο ;)

πι.ες: Αλλαγή κλίματος, περνάμε και μια βόλτα στο Fashionism που έγραψα εδώ, διάολε, και αυτό κάτι έχει να πει για έρωτες.