Μία ωραία μέρα, γίνεσαι και εσύ Μικρός Θεός και φέρνεις ένα παιδί στον κόσμο.
Ένα παιδί που το ήθελες με τρέλα, με έναν μπαμπά που σου έχει γεννήσει τα ίδια συναισθήματα, σε ένα σπίτι πανέτοιμο να το υποδεχτεί (λέμε τώρα, και ας μην ήταν αυτή η περίπτωση η δική μου), κάτω από ένα πάλλευκο σύννεφο συναισθημάτων, φιλοδοξιών και ονείρων.
Ξεκινάτε μαζί τη ζωή σου, ξανά.
Μέσα σε όλα, πασχίζεις να το κάνεις "καλό" παιδί, με τη γενικότερα αποδεκτή έννοια του όρου.
Και ακολουθείς τη δημοκρατική και πολιτισμένη οδό.
Εξηγείς πάντα το ναι και το όχι, επιβραβεύεις και αναλύεις επιπτώσεις, προωθείς τη διαφορετικότητα και την ανάπτυξη της προσωπικότητας, είσαι politically correct σε παραμύθια, ιστορίες και συναναστροφές.
Το παιδί μεγαλώνει και εσύ μαθαίνεις μαζί του, εκείνο απορροφά και αφουγκράζεται, λίγο κάνει τα δικά του αλλά η δική σου φιγούρα είναι γι'αυτό πυξίδα, καλά τα πάτε προς το παρών, μερικές φορές κοντράρεστε, αλλά τον βλέπεις, το βλέμμα σου τον παρασέρνει και τα λόγια σου τον καθησυχάζουν. Είσαι καλή μαμά και ας αγριεύει λίγο το παιδί μεγαλώνοντας. Έτσι πάθαμε όλοι, καλά καταλήξαμε. Προς το παρών τουλάχιστον.
Το παιδί προσπαθεί να μάθει να ζει στα πλαίσια και ενός άλλου μοντέλου οικογένειας τώρα. Εκεί που στριμώχνεται και διεκδικεί το χώρο του άλλο ένα, εκεί που η μαμά και ο μπαμπάς δουλεύουν πιο εντατικά, εκεί που η έννοια "σχολείο" έρχεται να καταπλακώσει στιγμές ανεμελιάς, τρυφερότητας και επανάστασης (έτσι πιστεύει ο ήρωάς μας).
Και η δική του επανάσταση είναι λίγο πιο ζόρικη από το αναμενόμενο. Λίγο η ηλικία, λίγο όλα τα παραπάνω και το παιδί ξεφεύγει από τις σημάνσεις της πυξίδας.
Τα "όχι" δεν είναι αποδεκτά και ας στεγνώνει το σάλιο στην επεξήγηση και όλη η μέρα στροβιλίζεται γύρω από το κέντρισμα της προσοχής, συνήθως αρνητικά, στρεσογόνα, ασυνήθιστα.
Η μαμά και ο μπαμπάς λίγο απελπίζονται, πολύ αναρωτιούνται αν κάτι έκαναν στραβά και ξανά προς τη δόξα τραβούν - έτσι είναι η μαμά και ο μπαμπάς, περπατάνε γοργά σε ένα δρόμο που δεν έχει γυρισμό. Απλά προσπαθούν έστω να πάρουν το καλό το μονοπάτι.
Και φθάνει το χθεσινό απόγευμα που έχουν κανονίσει στο σπίτι επαγγελματικό ραντεβού - με την πίεση του χρόνου, με τις υποχρεώσεις, με τα σχέδια που δεν μπορούν να περιμένουν, δεν υπάρχει άλλη λύση.
Και ξεκινάει το ντελίριο. Το ώριμο αυτό παιδάκι, που μεγαλώνει σε ένα ισορροπημένο και φιλελεύθερο περιβάλλον, με μοντέρνους και πολιτισμένους γονείς που κρατούν καθημερινά τις ισορροπίες θυσιάζοντας προσωπική ευχαρίστηση, βρίσκει τρόπο να τινάξει την ηρεμία και τη σοβαρότητα της συνάντησης στον αέρα.
Φίλε μου, τα σπάει. Κυριολεκτικά, όμως. 'Οχι με την άλλη, την καλή έννοια.
Διαλύει το δωμάτιο του, πηγαινοέρχεται σα σίφουνας στο σαλόνι, αγριεύει απέναντι στο μωρό, χτυπιέται στο κρεβάτι του σα θηρίο στο κλουβί, δε συζητάμε για στοιχειώδη επικοινωνία με την άμοιρη κυρία που επισκέφτηκε για σοβαρούς λόγους την οικογένεια, μόνο ροχάλα και βρωμερό αέριο που δεν της έριξε στα μούτρα.
Και οι γονείς με επιφανειακή ψυχραιμία, με εναλλάξ συζήτηση για καθησυχασμό, με λίγο παιχνίδι, δεν καταφέρνουν τίποτα... απολύτως τίποτα.
Η κυρία φεύγει τρομαγμένη, η μαμά και ο μπαμπάς μένουν αποσβολωμένοι και το neon sign στο μέτωπο αναβοσβήνει: Τί Κάναμε Λάθος?
Τί να τους πω, δε ξέρω. Δε βλέπω κάτι λάθος. Αν έβλεπα θα το είχα διορθώσει, γιατί προφανώς η ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις δεν είναι καθόλου συμπτωματική.
Τον έχουμε αφήσει να εκτονωθεί, να εκφραστεί, να ειπράξει αγάπη χωρίς όρια, να φουσκώσει από περηφάνια χωρίς προφανή λόγο, να ζήσει σαν παιδί με ανησυχίες χωρίς ψηλούς φράχτες και αναρωτιέμαι μήπως τον παρααφήσαμε.
'Η μήπως, αυτά τα παιδάκια τα καλοαναθρεμμένα, τα καλοΐσκιωτα, τα ευγενικά, τα χαμογελαστά, τα διαπαιδαγωγημένα, δεν είναι δικά μας.
Είναι της Μαρί Σαντάλ.