Κάθε πρωί, το ίδιο θέμα.
Τί θα βάλουμε, πώς θα το βάλουμε, γιατί να το βάλουμε, τί πάει με ποιο, γιατί όχι γαλότσα, μια χαρά μου φαίνεται το πέδιλο με κάλτσα, πού είναι η γραβάτα μου, όχι ψάθινο καπέλο, το άλλο με την κορδέλα και πάει λέγοντας.
Κάναμε reschedule το πρόγραμμα εύρεσης outfit για το βράδυ, πριν τον ύπνο. Επί της ουσίας δεν αλλάζει κάτι, οι συνδιασμοί παραμένουν κουκουρούκου, απλά χρόνο γλυτώνω από το πρωινό ξύπνημα και από το σχολικό που περιμένει από κάτω.
Έχει πάει σούπερ μάρκετ με βερμούδα, μπουφάν και μπότες, έχει πάει σχολείο με γραβάτα να κρέμεται έξω από την μπλούζα με τα τρία κουμπιά, έχει συνδιάσει προ πολλού πορτοκαλί με φούξια, λατρεύει το μαύρο αλλά να είναι όλα μαύρα, είναι μεγάλος οπαδός του layering-ό,τι-να ναι (αξιομνημόνευτο το tshirt που φοριέται στη μέση σαν φούστα πάνω από το τζην), έχει ακυρώσει όλα τα παπούτσια που του έχω αγοράσει χωρίς να είναι παρών, τολμάει φόρμα βράκα με κολλαριστό, λευκό πουκάμισο και ό,τι και αν διαλέξω για εκείνον, απλά... δεν του αρέσει. Δεν είναι σωστό. 'Η... "μαμά, αυτό δεν πάει".
Κάπου διάβασα να αφήνετε τα παιδιά ελεύθερα να αναπτύξουν το προσωπικό τους στυλ, κάπου αλλού να τους δίνετε μόνο δύο επιλογές, να αφήνετε αυτά που θα θέλατε να διαλέξουν προς τα έξω στην ντουλάπα, να τους εξηγείτε ότι τα ρούχα προσαρμόζονται ανάλογα με την περίσταση.
Από την άλλη, βαριέμαι να διαβάσω ειδικά και ν'ασχοληθώ σπαταλώντας χρόνο και με αυτό μέσα στον τυφώνα των υπόλοιπων θεμάτων που έχω να αντιμετωπίσω καθημερινά. Το βλέπω σαν ένα παιχνίδι, ένα πειραματισμό, μία ακόμα σπλασιά δημιουργίας και μία ένδειξη ότι μεγαλώνει και κάνει κουμάντο στον εαυτό του.
'Oκεϊ, όταν το αποτέλεσμα γίνεται τραγελαφικό και μη αναστρέψιμο, έχω μάθει και να διασκεδάζω με τα βλέμματα στο δρόμο. Το επόμενο στάδιο είναι να ντυθώ κι εγώ μπαλαρίνα και να βγαίνουμε αγκαζέ.
(στο σχολείο με κράνος. και όχι επειδή είναι καινούργιο)
πι.ες: το ποστ είναι παντελώς ελαφρολαϊκό, αλλά το μόνο βαρυσήμαντο που μου έβγαινε τώρα είχε να κάνει με πολιτική ανάλυση και προφανώς αυτό το έχουν κάνει άλλοι πριν, καλύτερα από εμένα.
8.5.12
4.5.12
Η πρώτη απώλεια.
Είμαστε στο αυτοκίνητο και πάμε προς Σούνιο. Κάθομαι στο πίσω κάθισμα για να καταπολεμήσω με κάποιο θεατρικό τρόπο τη γκρίνια της Χλόης που έχει σιχτιρίσει από την κίνηση, την χτυπάει ο ήλιος στην πλαϊνή τούφα, την πιάνει φαγούρα στην πατούσα, θα ήθελε ένα milk shake φράουλα αντί για ρυζογκοφρέτα, οτιδήποτε τέλος πάντων μπορεί να ενοχλεί ένα μικρό ακινητοποιημένο μουγκό άνθρωπο δεμένο με τρία λουριά σε μια καρέκλα αυτοκινήτου που βράζει και κατευθύνεται προς προορισμό που του είναι παντελώς ακατανόητος.
Ο Βάλτερ, κατενθουσιασμένος που θα βουτήξει σε μία παγωμένη θάλασσα και θα γίνει μωβ βγαίνοντας, είναι πιο κουλ - φλυαρεί ακατάπαυστα, τραγουδάει, παίζει με το i-phone και ζωγραφίζει σουρεαλιστικά, ζωγραφίζει παντού και με τα πάντα. Σε μία συνηθισμένη ονειροπόληση, εκεί που πεταγόμαστε με ευκολία από το ένα θέμα στο άλλο, μου ζητάει να του θυμίσω το όνομα του σκύλου που παίζουν μαζί τα καλοκαίρια στην Τζια και του τρώει τις πατάτες από το χέρι.
- Φοίβος.
- Τώρα που κάνει ζέστη και θα ξαναπάμε, θα ξαναπαίξουμε αυτό το παιχνίδι! Είναι καλός ο Φοίβος.
Ξεροκαταπίνω και βρίσκω ευκαιρία να κάνω τη σύνδεση.
- 'Οχι αγάπη μου, δεν μπορεί να γίνει αυτό γιατί ο Φοίβος πήγε στον ουρανό. Μαζί με την Πέρλα.
Ζαρώνει τα φρύδια. Με κοιτάει με σιγουριά.
- 'Οχι μαμά, η Πέρλα είναι στο γιατρό για εξετάσεις.
- Τελικά δεν τα κατάφερε. 'Ηταν πολύ μεγάλη και άρρωστη και πήγε και εκείνη στον ουρανό να κάνει παρέα με τον Φοίβο και με...
- Μαμά... Η Πέρλα... πέθανε;
Η φωνή του σπάει και τα μάτια του βουρκώνουν. Για κάποιο μη ουσιαστικό λόγο το "πέθανε" με ταράζει, και το χρησιμοποιεί συχνά.
- Η Πέρλα πήγε στον ουρανό, είχε μεγαλώσει πολύ, η γιαγιά την είχε πάρα πολλά χρόνια, από τότε που ήμουν εγώ μικρή (και καλά τώρα).
Κλαίει. Κλαίει πολύ, δεν το περίμενα. Μου λέει ότι την αγαπούσε, ότι θέλει να την ξαναδεί, του απαντάω ότι τον καταλαβαίνω, ο Ντάριο πετάγεται και αποσυντονίζει για λίγο τη συζήτηση, αλλά τον βλέπω ότι είναι στρεσαρισμένος, ότι στο παιδικό του κεφαλάκι αυτή η επεξήγηση "είχε μεγαλώσει πολύ" δεν χωράει. Μετά από λίγο, και ενώ φτάνουμε ευτυχώς στην παραλία, επανέρχεται. Με φωνή που πάντα λίγο τρέμει, με βλέμμα που ψάχνει από κάπου να γαντζωθεί.
- Μαμά... Κάποιες χώρες δεν πεθαίνουν ποτέ, ε; (όχι, τον Εθνικό 'Υμνο δεν τον ξέρει)
Σαν να μην τολμάει να πει κάποιοι άνθρωποι, σαν να φοβάται τί θα του απαντήσω.
- Αχ Βαλτεράκο μου, όλα αυτά που συζητάμε είναι για πολλάαααα, πάρα πολλάααα χρόνια μετά, μην απασχολείς το κεφαλάκι σου με αυτά τα πράγματα...
- Μαμά, στην Ελλάδα δεν πεθαίνουν ποτέ, ε;
Δεν ξέρω τί να του πω. Δεν θυμάμαι τί του είπα, σίγουρα δεν του απάντησα κοφτά και κυνικά και σίγουρα όχι αληθινά. 'Οπως όταν μπορεί να ακούσει σε μία συζήτηση ότι ο παππούς είναι μεγάλος και να πεταχτεί με θυμό να μας τονίσει ότι όχι, ο παππούς ΔΕΝ είναι μεγάλος και εμείς να συμφωνήσουμε λέγοντας "πιο μεγάλος από εσένα" (67 είναι ο άνθρωπος, μια χαρά τζοβενάκι).
Καταλαβαίνω ότι φοβάται για τους ανθρώπους του, φοβάμαι και εγώ μαζί του και ξέρω ότι τα μυαλά μας πετάνε αλλού, σε άλλες απώλειες πιο επώδυνες, πιο δύσκολες, πιο αξεπέραστες που δεν θα μπορούν να αντισταθμιστούν με μια βουτιά στη θάλασσα και ένα παγωτό ξυλάκι.
Δε θέλω να συνεχίσω να γράφω, γιατί σημαίνει ότι θα συνεχίσω να σκέφτομαι και εκεί που θα φτάσω δεν παλεύεται, θα πάει πιο μακριά από το προφανές και δε θα έχει πια νόημα για κανέναν.
Έτσι λοιπόν, αντιμετωπίσαμε την πρώτη, "δική" μας απώλεια.
Της 17χρονης ομορφότερης γάτας του κόσμου στα μάτια μας. Ακούγεται γελοίο, αλλά εμάς μας πόνεσε.
Καλές βουτιές.
Ο Βάλτερ, κατενθουσιασμένος που θα βουτήξει σε μία παγωμένη θάλασσα και θα γίνει μωβ βγαίνοντας, είναι πιο κουλ - φλυαρεί ακατάπαυστα, τραγουδάει, παίζει με το i-phone και ζωγραφίζει σουρεαλιστικά, ζωγραφίζει παντού και με τα πάντα. Σε μία συνηθισμένη ονειροπόληση, εκεί που πεταγόμαστε με ευκολία από το ένα θέμα στο άλλο, μου ζητάει να του θυμίσω το όνομα του σκύλου που παίζουν μαζί τα καλοκαίρια στην Τζια και του τρώει τις πατάτες από το χέρι.
- Φοίβος.
- Τώρα που κάνει ζέστη και θα ξαναπάμε, θα ξαναπαίξουμε αυτό το παιχνίδι! Είναι καλός ο Φοίβος.
Ξεροκαταπίνω και βρίσκω ευκαιρία να κάνω τη σύνδεση.
- 'Οχι αγάπη μου, δεν μπορεί να γίνει αυτό γιατί ο Φοίβος πήγε στον ουρανό. Μαζί με την Πέρλα.
Ζαρώνει τα φρύδια. Με κοιτάει με σιγουριά.
- 'Οχι μαμά, η Πέρλα είναι στο γιατρό για εξετάσεις.
- Τελικά δεν τα κατάφερε. 'Ηταν πολύ μεγάλη και άρρωστη και πήγε και εκείνη στον ουρανό να κάνει παρέα με τον Φοίβο και με...
- Μαμά... Η Πέρλα... πέθανε;
Η φωνή του σπάει και τα μάτια του βουρκώνουν. Για κάποιο μη ουσιαστικό λόγο το "πέθανε" με ταράζει, και το χρησιμοποιεί συχνά.
- Η Πέρλα πήγε στον ουρανό, είχε μεγαλώσει πολύ, η γιαγιά την είχε πάρα πολλά χρόνια, από τότε που ήμουν εγώ μικρή (και καλά τώρα).
Κλαίει. Κλαίει πολύ, δεν το περίμενα. Μου λέει ότι την αγαπούσε, ότι θέλει να την ξαναδεί, του απαντάω ότι τον καταλαβαίνω, ο Ντάριο πετάγεται και αποσυντονίζει για λίγο τη συζήτηση, αλλά τον βλέπω ότι είναι στρεσαρισμένος, ότι στο παιδικό του κεφαλάκι αυτή η επεξήγηση "είχε μεγαλώσει πολύ" δεν χωράει. Μετά από λίγο, και ενώ φτάνουμε ευτυχώς στην παραλία, επανέρχεται. Με φωνή που πάντα λίγο τρέμει, με βλέμμα που ψάχνει από κάπου να γαντζωθεί.
- Μαμά... Κάποιες χώρες δεν πεθαίνουν ποτέ, ε; (όχι, τον Εθνικό 'Υμνο δεν τον ξέρει)
Σαν να μην τολμάει να πει κάποιοι άνθρωποι, σαν να φοβάται τί θα του απαντήσω.
- Αχ Βαλτεράκο μου, όλα αυτά που συζητάμε είναι για πολλάαααα, πάρα πολλάααα χρόνια μετά, μην απασχολείς το κεφαλάκι σου με αυτά τα πράγματα...
- Μαμά, στην Ελλάδα δεν πεθαίνουν ποτέ, ε;
Δεν ξέρω τί να του πω. Δεν θυμάμαι τί του είπα, σίγουρα δεν του απάντησα κοφτά και κυνικά και σίγουρα όχι αληθινά. 'Οπως όταν μπορεί να ακούσει σε μία συζήτηση ότι ο παππούς είναι μεγάλος και να πεταχτεί με θυμό να μας τονίσει ότι όχι, ο παππούς ΔΕΝ είναι μεγάλος και εμείς να συμφωνήσουμε λέγοντας "πιο μεγάλος από εσένα" (67 είναι ο άνθρωπος, μια χαρά τζοβενάκι).
Καταλαβαίνω ότι φοβάται για τους ανθρώπους του, φοβάμαι και εγώ μαζί του και ξέρω ότι τα μυαλά μας πετάνε αλλού, σε άλλες απώλειες πιο επώδυνες, πιο δύσκολες, πιο αξεπέραστες που δεν θα μπορούν να αντισταθμιστούν με μια βουτιά στη θάλασσα και ένα παγωτό ξυλάκι.
Δε θέλω να συνεχίσω να γράφω, γιατί σημαίνει ότι θα συνεχίσω να σκέφτομαι και εκεί που θα φτάσω δεν παλεύεται, θα πάει πιο μακριά από το προφανές και δε θα έχει πια νόημα για κανέναν.
Έτσι λοιπόν, αντιμετωπίσαμε την πρώτη, "δική" μας απώλεια.
Της 17χρονης ομορφότερης γάτας του κόσμου στα μάτια μας. Ακούγεται γελοίο, αλλά εμάς μας πόνεσε.
Καλές βουτιές.
25.4.12
Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι ΤΕΛΟΣΠΑΝΤΩΝ.
Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι, όπως έκανες στα είκοσι, τότε που την έβλεπες μέσα στο μπαρ με φόντο τους καπνούς και τον κόσμο που γύρω της θόλωνε και έψαχνες να βρεις τρόπους να την πλησιάσεις.
Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι, χωρίς να το ψάξεις, χωρίς να ρωτήσεις τους κολλητούς σου, χωρίς να σε προβληματίσουν τα κοντά της μαλλιά. Μόνο γιατί ανάβει ωραία το τσιγάρο, γιατί τα μάτια της χαμογελάνε όταν λέει ευχαριστώ, γιατί η φωνή της θα μπορούσε να είναι ο ήχος από το ξυπνητήρι σου.
Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι χωρίς να το ξέρεις, χωρίς να υπολογίσεις πόσο χρονών είναι, χωρίς να ψάξεις κοινούς γνωστούς για να την κατατάξεις στην κατηγορία της χειραφετημένης, της απεγνωσμένης για γάμο ή της εύκολης. Πλησίασέ τη επειδή θες να πάτε μαζί σινεμά, να φάτε ένα ανοιξιάτικο βράδυ σε μια πλατεία του κέντρου με φωτάκια στα δέντρα, να την κεράσεις ένα μοχίτο με καλαμάκι, να κάνετε έρωτα με μισάνοιχτο παράθυρο, επειδή θα ήθελες να της στείλεις μήνυμα στο κινητό μετά τα μεσάνυχτα και να σου απαντάει μέχρι το ξημέρωμα.
Μη σκεφτείς το μέλλον, σκέψου τη στιγμή. Τη στιγμή που θα νιώσεις ότι ερωτεύτηκες όσο μικρή και αν είναι, τη στιγμή που θα την κρύψεις στην αγκαλιά σου και θα αισθανθείς σίγουρος, τη στιγμή που θα θελήσεις να πετάξεις μαζί της στο Παρίσι, τα λουλούδια που θα ήθελες να της πάρεις για να γλυκάνει, το πράσινο χρώμα που θα αγαπήσεις επειδή την ομορφαίνει.
Πήγαινε σπίτι της για να σε φροντίσει, κάλεσέ τη στο δικό σου για να δείτε dvd, μην υπόσχεσαι, μην την παραμυθιάζεις, μην της φτιάχνεις το σκηνικό, μην της φτιάχνεις το αύριο. Δε θέλει πολλά τηλέφωνα, θέλει ωραίες μέρες, δε θέλει οικογένεια, θέλει σχέση για όσο κρατήσει με σεβασμό, δε θέλει πολυέξοδα βράδια, θέλει να είσαι εκεί.
Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι, όπως παλιά. Δείξε ότι τη γουστάρεις μέσα από την κοριτσοπαρέα, τόλμησε να εκφράσεις χωρίς λόγια ότι αυτή θέλεις, τη μία και μοναδική, όχι εκείνη που θα σου κάτσει χωρίς να φας απόρριψη, τονώνοντας τον εγωισμό σου, κάνοντας τη ζωή σου πιο εύκολη.
Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι, και όταν όλο τελειώσει, φύγε σαν ένας άντρας.
πι.ες: Τα πραγματικά ωραία και inspirational κείμενα, τα βρίσκετε στα παρακάτω links:
http://www.lifo.gr/team/bookroom/28663
http://www.lifo.gr/team/bookroom/30208
πι.ες2: "Ακόμα καλύτερα, βγες με ένα κορίτσι που γράφει". Τί επίλογος θεέ μου ;-)
Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι, χωρίς να το ψάξεις, χωρίς να ρωτήσεις τους κολλητούς σου, χωρίς να σε προβληματίσουν τα κοντά της μαλλιά. Μόνο γιατί ανάβει ωραία το τσιγάρο, γιατί τα μάτια της χαμογελάνε όταν λέει ευχαριστώ, γιατί η φωνή της θα μπορούσε να είναι ο ήχος από το ξυπνητήρι σου.
Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι χωρίς να το ξέρεις, χωρίς να υπολογίσεις πόσο χρονών είναι, χωρίς να ψάξεις κοινούς γνωστούς για να την κατατάξεις στην κατηγορία της χειραφετημένης, της απεγνωσμένης για γάμο ή της εύκολης. Πλησίασέ τη επειδή θες να πάτε μαζί σινεμά, να φάτε ένα ανοιξιάτικο βράδυ σε μια πλατεία του κέντρου με φωτάκια στα δέντρα, να την κεράσεις ένα μοχίτο με καλαμάκι, να κάνετε έρωτα με μισάνοιχτο παράθυρο, επειδή θα ήθελες να της στείλεις μήνυμα στο κινητό μετά τα μεσάνυχτα και να σου απαντάει μέχρι το ξημέρωμα.
Μη σκεφτείς το μέλλον, σκέψου τη στιγμή. Τη στιγμή που θα νιώσεις ότι ερωτεύτηκες όσο μικρή και αν είναι, τη στιγμή που θα την κρύψεις στην αγκαλιά σου και θα αισθανθείς σίγουρος, τη στιγμή που θα θελήσεις να πετάξεις μαζί της στο Παρίσι, τα λουλούδια που θα ήθελες να της πάρεις για να γλυκάνει, το πράσινο χρώμα που θα αγαπήσεις επειδή την ομορφαίνει.
Πήγαινε σπίτι της για να σε φροντίσει, κάλεσέ τη στο δικό σου για να δείτε dvd, μην υπόσχεσαι, μην την παραμυθιάζεις, μην της φτιάχνεις το σκηνικό, μην της φτιάχνεις το αύριο. Δε θέλει πολλά τηλέφωνα, θέλει ωραίες μέρες, δε θέλει οικογένεια, θέλει σχέση για όσο κρατήσει με σεβασμό, δε θέλει πολυέξοδα βράδια, θέλει να είσαι εκεί.
Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι, όπως παλιά. Δείξε ότι τη γουστάρεις μέσα από την κοριτσοπαρέα, τόλμησε να εκφράσεις χωρίς λόγια ότι αυτή θέλεις, τη μία και μοναδική, όχι εκείνη που θα σου κάτσει χωρίς να φας απόρριψη, τονώνοντας τον εγωισμό σου, κάνοντας τη ζωή σου πιο εύκολη.
Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι, και όταν όλο τελειώσει, φύγε σαν ένας άντρας.
πι.ες: Τα πραγματικά ωραία και inspirational κείμενα, τα βρίσκετε στα παρακάτω links:
http://www.lifo.gr/team/bookroom/28663
http://www.lifo.gr/team/bookroom/30208
πι.ες2: "Ακόμα καλύτερα, βγες με ένα κορίτσι που γράφει". Τί επίλογος θεέ μου ;-)
24.4.12
Μέρσι μι.
Κάθε χρόνο έχουμε άλλα.
'Οπως όλοι προφανώς, αλλά όταν μεγαλώνεις μαζί με έναν άνθρωπο από το μηδέν, το μηδέν, καταλαβαίνεις, το σάκο, οι εκπλήξεις που σε περιμένουν είναι πολύ μεγαλύτερες, πολύ πιο αναπάντεχες, και πιο βαριές.
Αυτός ο άνθρωπος διαμορφώνει προσωπικότητα, χτίζει χαρακτήρα. Αποκτά φωνή, έχει δικαιώματα, απαιτεί, αντιδρά με πάθος, με τέτοιο πάθος που οι "ενήλικοι" κανόνες απαγορεύουν, και ξαφνικά γίνεται το αδιανότητο, εσύ, ο Ογκόλιθος, το Σημείο Αναφοράς, νιώθει ότι κονταίνεις, και τσουπ. Σε καβαλάει.
Εμείς περάσαμε ένα υπέροχο σαβαβτοκύριακο, μία party-all-the-time φάση, με όλο το σετ τούρτα, δώρα, φίλοι, δραστηριότητες, happenings, κι άλλα δώρα, χατήρια, φιλιά, ευχές, κι άλλα χατήρια, φωτογραφίες, γέλια, ευτυχία.
Ο γιος μου έγινε τεσσάρων.
Το περσινό αντίστοιχο ποστ ήταν αφιερωμένο και σε αυτό το γεγονός, αλλά με κυρίαρχα συναισθήματα που καθρέφτιζαν και μία σκιά πίκρας στη γωνία, μήπως λόγω της έλευσης του καινούργιου μωρού κάποιες φορές είχα παραφερθεί, ή φανεί λιγότερη, πιο ασήμαντη από την πυξίδα που "όφειλα" να είμαι.
Και φέτος αναρωτιέμαι. Αναρωτιέμαι γιατί ένα μικρό αγόρι μπορεί να σφίγγει τις γροθιές του και να στρέφεται κατά πάνω μου με μανία, γιατί μία απλούστατη απαγόρευση μπορεί να του δημιουργήσει κρίσεις οργής, γιατί μια δικαιολογημένη άρνηση μέσα σε ένα χείμαρρο παροχών είναι ικανή να του διαλύσει την καλή διάθεση, γιατί ένα στραβοπάτημα από το πώς έχει φτιάξει εκείνος στο μυαλό του μια κατάσταση, τον κλονίζει τόσο πολύ από τον τελικό στόχο, που είναι να περάσει καλά. Να απολάυσει τη στιγμή, το παιχνίδι, τον κόσμο γύρω του που τού χαμογελάει.
Πάνω από όλα, και πάλι, θα αναρωτηθώ τί κάνω λάθος. Πού κάναμε τα όρια σφεντόνα και η πέτρα θα γυρίσει στα μούτρα μας και θα τα κάνει κρέας.
Αυτή είναι η μία περίπτωση. Η άλλη, η πιο μεγάλη εικόνα, είναι ότι όταν τα παιδιά φωτογραφίζουν συμπεριφορές και τις μεταφέρουν μπροστά στα μάτια τους, τις μεταφράζουν με απόλυτη καθαρότητα. Αγνά. Ειλικρινά. Χωρίς κανόνες, αναστολές, πρέπει, με πλήρη άγνοια κινδύνου και αδιαφορία για την κοινωνική αντίδραση. Άρα, κάνοντας την αυτοκριτική μου, το μεγάλο λάθος βρίσκεται εκεί. Στον καθρέφτη.
Ο Walter αδιαφορεί για το πότε και το γιατί "επιτρέπεται" να μουτρώσει, να φρικάρει, να θυμώσει, να απαιτήσει. Το έχει δει όμως να συμβαίνει, ίσως όχι με αυτή την ένταση, σίγουρα όχι με αυτόν τον τρόπο, και αυτόματα για εκείνον, είναι αποδεκτό. Και αυτό είναι το πιο σοκαριστικό για εμάς τους γονείς. Αυτός ο άνθρωπος δίπλα σου, αυτός ο σάκος που ξεπήδησε και έχει Φωνή, για να μεγαλώσει απαλλαγμένος από άγχη που θα τον προσδιορίσουν, πρώτα από όλα πρέπει να αλλάξεις ΕΣΥ. Φακ ιτ δηλαδή.
πι.ες: τί είναι αυτό το υπαρξιακό που με πιάνει σε όλες τις γενέθλιες αναρτήσεις και δεν ποστάρω μια ωραία τούρτα και ένα παιδικό πικ νικ στο γρασίδι να τελειώνουμε. ίσως επειδή η τούρτα μας ήταν ψιλοδράμα. αλλά πικ νικ κάναμε.
πι.ες2: βάζω μια φωτογραφία να αλλάξει το κλίμα. το καράβι ήταν πάνω στην τούρτα. Ξανα-φακ ιτ δηλαδή.
'Οπως όλοι προφανώς, αλλά όταν μεγαλώνεις μαζί με έναν άνθρωπο από το μηδέν, το μηδέν, καταλαβαίνεις, το σάκο, οι εκπλήξεις που σε περιμένουν είναι πολύ μεγαλύτερες, πολύ πιο αναπάντεχες, και πιο βαριές.
Αυτός ο άνθρωπος διαμορφώνει προσωπικότητα, χτίζει χαρακτήρα. Αποκτά φωνή, έχει δικαιώματα, απαιτεί, αντιδρά με πάθος, με τέτοιο πάθος που οι "ενήλικοι" κανόνες απαγορεύουν, και ξαφνικά γίνεται το αδιανότητο, εσύ, ο Ογκόλιθος, το Σημείο Αναφοράς, νιώθει ότι κονταίνεις, και τσουπ. Σε καβαλάει.
Εμείς περάσαμε ένα υπέροχο σαβαβτοκύριακο, μία party-all-the-time φάση, με όλο το σετ τούρτα, δώρα, φίλοι, δραστηριότητες, happenings, κι άλλα δώρα, χατήρια, φιλιά, ευχές, κι άλλα χατήρια, φωτογραφίες, γέλια, ευτυχία.
Ο γιος μου έγινε τεσσάρων.
Το περσινό αντίστοιχο ποστ ήταν αφιερωμένο και σε αυτό το γεγονός, αλλά με κυρίαρχα συναισθήματα που καθρέφτιζαν και μία σκιά πίκρας στη γωνία, μήπως λόγω της έλευσης του καινούργιου μωρού κάποιες φορές είχα παραφερθεί, ή φανεί λιγότερη, πιο ασήμαντη από την πυξίδα που "όφειλα" να είμαι.
Και φέτος αναρωτιέμαι. Αναρωτιέμαι γιατί ένα μικρό αγόρι μπορεί να σφίγγει τις γροθιές του και να στρέφεται κατά πάνω μου με μανία, γιατί μία απλούστατη απαγόρευση μπορεί να του δημιουργήσει κρίσεις οργής, γιατί μια δικαιολογημένη άρνηση μέσα σε ένα χείμαρρο παροχών είναι ικανή να του διαλύσει την καλή διάθεση, γιατί ένα στραβοπάτημα από το πώς έχει φτιάξει εκείνος στο μυαλό του μια κατάσταση, τον κλονίζει τόσο πολύ από τον τελικό στόχο, που είναι να περάσει καλά. Να απολάυσει τη στιγμή, το παιχνίδι, τον κόσμο γύρω του που τού χαμογελάει.
Πάνω από όλα, και πάλι, θα αναρωτηθώ τί κάνω λάθος. Πού κάναμε τα όρια σφεντόνα και η πέτρα θα γυρίσει στα μούτρα μας και θα τα κάνει κρέας.
Αυτή είναι η μία περίπτωση. Η άλλη, η πιο μεγάλη εικόνα, είναι ότι όταν τα παιδιά φωτογραφίζουν συμπεριφορές και τις μεταφέρουν μπροστά στα μάτια τους, τις μεταφράζουν με απόλυτη καθαρότητα. Αγνά. Ειλικρινά. Χωρίς κανόνες, αναστολές, πρέπει, με πλήρη άγνοια κινδύνου και αδιαφορία για την κοινωνική αντίδραση. Άρα, κάνοντας την αυτοκριτική μου, το μεγάλο λάθος βρίσκεται εκεί. Στον καθρέφτη.
Ο Walter αδιαφορεί για το πότε και το γιατί "επιτρέπεται" να μουτρώσει, να φρικάρει, να θυμώσει, να απαιτήσει. Το έχει δει όμως να συμβαίνει, ίσως όχι με αυτή την ένταση, σίγουρα όχι με αυτόν τον τρόπο, και αυτόματα για εκείνον, είναι αποδεκτό. Και αυτό είναι το πιο σοκαριστικό για εμάς τους γονείς. Αυτός ο άνθρωπος δίπλα σου, αυτός ο σάκος που ξεπήδησε και έχει Φωνή, για να μεγαλώσει απαλλαγμένος από άγχη που θα τον προσδιορίσουν, πρώτα από όλα πρέπει να αλλάξεις ΕΣΥ. Φακ ιτ δηλαδή.
πι.ες: τί είναι αυτό το υπαρξιακό που με πιάνει σε όλες τις γενέθλιες αναρτήσεις και δεν ποστάρω μια ωραία τούρτα και ένα παιδικό πικ νικ στο γρασίδι να τελειώνουμε. ίσως επειδή η τούρτα μας ήταν ψιλοδράμα. αλλά πικ νικ κάναμε.
πι.ες2: βάζω μια φωτογραφία να αλλάξει το κλίμα. το καράβι ήταν πάνω στην τούρτα. Ξανα-φακ ιτ δηλαδή.
18.4.12
Ταξιδεύοντας.
Άργησα αρκετά να γράψω - πρώτα με τσάκισε μία εξουθενωτική ίωση, ήμουν το δεύτερο τουβλάκι του ντόμινο, έπειτα από εμένα έπεσαν και τα άλλα πιόνια, και μετά ήμουν πολύ κουρασμένη. Αυτό. Δεν ξέρω το γιατί, το πώς και το μήπως είμαι καλομαθημένη, αλλά κοιμόμουν νωρίς για τα δεδομένα μου, δεν άνοιγα καν το pc και κλεινόμουν κάπως αχτένιστη σπίτι. Με λες και φάση κάπως down δηλαδή.
Συνεπώς, έμπνευση μηδέν. Και ενώ γινόντουσαν πραγματάκια που θα μπορούσαν να αφορούν ένα μαμαδομπλόγκ, ή έστω, να τα κάνω εγώ να αφορούν, αρνιόμουν να χτυπήσω ακόμα και ένα πλήκτρο. Μάλιστα έπιασα τον εαυτό μου να συνομιλώ για εκλογές. Χμ.
Ευτυχώς, η συνάντηση με την Φραντζέσκα - εσείς την ξέρετε Φραγκίσκα, ή αλλιώς, Ταξιδεύοντας: η άλλη όψη - μετά από τόσους μήνες, συνεννοήσεις και αναβολές, με έβγαλε από το λήθαργο. Τί με έβγαλε δηλαδή, με ξεσήκωσε, με ξετίναξε. Ήταν καλύτερα από αυτό που περίμενα.
Την Φραντζέσκα τη γνώρισα όταν εκείνη σχολίασε στο μπλογκ μου λέγοντας χαρακτηριστικά κάτι σαν (αρνούμαι να ψάξω τώρα να το βρω, μη με πιέζετε) "συνέχισε να μου κρατάς παρέα από τη μακρινή Ουγκάντα. Χωρίς πλάκα, από την Ουγκάντα σου γράφω". Προφανώς πάτησα το λινκ και τόσο εύκολα, το Ταξιδεύοντας: η άλλη όψη, έγινε ένα από τα αγαπημένα μου μπλογκ. 'Οχι, κάτσε, θα έλεγα ότι έγινε ΤΟ αγαπημένο μου μπλογκ.
Δε θυμάμαι αν το έχω γράψει και αν ναι, το ξαναγράφω, για κάποιο λόγο, ίσως για το αξεπέραστο σοκ που είχαν δημιουργήσει μέσα μου όταν ήμουν μικρή οι εικόνες από τα εξαθλιωμένα παιδιά που έσβηναν από την πείνα και η αδυναμία μου να κατανοήσω το αδιανόητο της αιτίας, η Αφρική με στοιχειώνει. Έτσι ακριβώς. Είναι στη σκέψη μου, στην καρδιά μου, στη φούσκα που μέσα της κλείνει τα άγχη και τις αγωνίες μου για το μέλλον. Ακόμα οι απορίες μου για την Αφρικανική ήπειρο είναι μάλλον παιδικές, ακόμα, παρά τα χρόνια και τα δύο παιδιά, δεν μπορεί το μυαλό μου να χωρέσει την απόλυτη μη αξία της ανθρώπινης ζωής, τη δυστυχία στα όρια της κατάρας που μαστίζει την κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, το πόσο μπορούν, αντέχουν, αξίζει, επιτρέπεται, να υποφέρουν, να βασανίζονται, να πονάνε, να πεθαίνουν παιδιά για λόγους που εμείς οι πολιτισμένοι και αναπτυγμένοι χαρακτηρίζουμε γελοίους. Και είναι. 'Οπως μου επιβεβαίωσε και η Φραντζέσκα τα παιδιά εκεί πεθαίνουν γιατί μολύνονται από τα εργαλεία του υπαίθριου οδοντίατρου, γιατί τα χτυπάει κεραυνός ενώ παίζουν ανέμελα στη βροχή, γιατί τα τρυπάει τσουγκράνα ενώ κατεβαίνουν από τα δέντρα.
Η συνάντησή μας λοιπόν, ήταν για εμένα λυτρωτική. Τέσσερις ολόκληρες ώρες ήρθα κοντά στην Αφρική και τα προβλήματα της, χωρίς μεσάζοντες, χωρίς φιοριτούρες, χωρίς γενικεύσεις. 'Ηρθα πρόσωπο με πρόσωπο με τον προσωπικό μου στόχο, που δεν έχει σημασία να αναλύσω τώρα, εξοργίστηκα, συγκινήθηκα, χαμογέλασα, ονειρεύτηκα. Από αυτή τη συνάντηση και μετά, όσο βαρύγδουπο και αν ακουστεί αυτό, η ζωή μου αποκτά άλλο νόημα.
Βλέπω ακόμα μπροστά μου τη Φραντζέσκα να μιλά ασταμάτητα και παραστατικά για όλα τα απίστευτα, απίθανα που έχει ζήσει στην αξιοθαύμαστή της διαδρομή σε πολλές ταλαιπωρημένες γωνιές αυτού του πλανήτη - από παντού ιστορίες και δάκρυα, πολύχρωμες εικόνες και εμπόδια ανυπέρβλητα, και να κάνει παύσεις, να με κοιτά λέγοντάς μου ειλικρινά, "ε, όλο εγώ μιλάω, πες μου και για σενα τώρα" και ν'αναρωτιέμαι τί πραγματικά μπορώ να πω εγώ για εμένα που να είναι λίγο ιντριγκαδόρικο.
Για τη ζωή μου την προστατευμένη, για τη δουλειά μου την ηλίθια, για το μυαλό μου που σκορπάω ανούσια σε ανώνυμους μετόχους, για το νησί που θα διαλέξω να πάω διακοπές το καλοκαίρι.
Η ζωή μου, ένα απόγευμά της. Εντελώς όμως.
Αλλά αυτό αλλάζει. Εμπιστευτήκαμε η μία την άλλη και ελπίζω να βγει κάτι μετά από τη συνάντησή μας.
Ε, και μετά, ξέρεις, ρουφήξαμε το φρέντο μας και είπαμε για παιδιά. Ακόμα και με την ιστορία του τοκετού της με άφησε μαλάκα ρε γαμώτο. Και ας ήταν στη Δανία και όχι κάπου μυστήρια, επικίνδυνα ή εξωπραγματικά.
Συνεπώς, έμπνευση μηδέν. Και ενώ γινόντουσαν πραγματάκια που θα μπορούσαν να αφορούν ένα μαμαδομπλόγκ, ή έστω, να τα κάνω εγώ να αφορούν, αρνιόμουν να χτυπήσω ακόμα και ένα πλήκτρο. Μάλιστα έπιασα τον εαυτό μου να συνομιλώ για εκλογές. Χμ.
Ευτυχώς, η συνάντηση με την Φραντζέσκα - εσείς την ξέρετε Φραγκίσκα, ή αλλιώς, Ταξιδεύοντας: η άλλη όψη - μετά από τόσους μήνες, συνεννοήσεις και αναβολές, με έβγαλε από το λήθαργο. Τί με έβγαλε δηλαδή, με ξεσήκωσε, με ξετίναξε. Ήταν καλύτερα από αυτό που περίμενα.
Την Φραντζέσκα τη γνώρισα όταν εκείνη σχολίασε στο μπλογκ μου λέγοντας χαρακτηριστικά κάτι σαν (αρνούμαι να ψάξω τώρα να το βρω, μη με πιέζετε) "συνέχισε να μου κρατάς παρέα από τη μακρινή Ουγκάντα. Χωρίς πλάκα, από την Ουγκάντα σου γράφω". Προφανώς πάτησα το λινκ και τόσο εύκολα, το Ταξιδεύοντας: η άλλη όψη, έγινε ένα από τα αγαπημένα μου μπλογκ. 'Οχι, κάτσε, θα έλεγα ότι έγινε ΤΟ αγαπημένο μου μπλογκ.
Δε θυμάμαι αν το έχω γράψει και αν ναι, το ξαναγράφω, για κάποιο λόγο, ίσως για το αξεπέραστο σοκ που είχαν δημιουργήσει μέσα μου όταν ήμουν μικρή οι εικόνες από τα εξαθλιωμένα παιδιά που έσβηναν από την πείνα και η αδυναμία μου να κατανοήσω το αδιανόητο της αιτίας, η Αφρική με στοιχειώνει. Έτσι ακριβώς. Είναι στη σκέψη μου, στην καρδιά μου, στη φούσκα που μέσα της κλείνει τα άγχη και τις αγωνίες μου για το μέλλον. Ακόμα οι απορίες μου για την Αφρικανική ήπειρο είναι μάλλον παιδικές, ακόμα, παρά τα χρόνια και τα δύο παιδιά, δεν μπορεί το μυαλό μου να χωρέσει την απόλυτη μη αξία της ανθρώπινης ζωής, τη δυστυχία στα όρια της κατάρας που μαστίζει την κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, το πόσο μπορούν, αντέχουν, αξίζει, επιτρέπεται, να υποφέρουν, να βασανίζονται, να πονάνε, να πεθαίνουν παιδιά για λόγους που εμείς οι πολιτισμένοι και αναπτυγμένοι χαρακτηρίζουμε γελοίους. Και είναι. 'Οπως μου επιβεβαίωσε και η Φραντζέσκα τα παιδιά εκεί πεθαίνουν γιατί μολύνονται από τα εργαλεία του υπαίθριου οδοντίατρου, γιατί τα χτυπάει κεραυνός ενώ παίζουν ανέμελα στη βροχή, γιατί τα τρυπάει τσουγκράνα ενώ κατεβαίνουν από τα δέντρα.
Η συνάντησή μας λοιπόν, ήταν για εμένα λυτρωτική. Τέσσερις ολόκληρες ώρες ήρθα κοντά στην Αφρική και τα προβλήματα της, χωρίς μεσάζοντες, χωρίς φιοριτούρες, χωρίς γενικεύσεις. 'Ηρθα πρόσωπο με πρόσωπο με τον προσωπικό μου στόχο, που δεν έχει σημασία να αναλύσω τώρα, εξοργίστηκα, συγκινήθηκα, χαμογέλασα, ονειρεύτηκα. Από αυτή τη συνάντηση και μετά, όσο βαρύγδουπο και αν ακουστεί αυτό, η ζωή μου αποκτά άλλο νόημα.
Βλέπω ακόμα μπροστά μου τη Φραντζέσκα να μιλά ασταμάτητα και παραστατικά για όλα τα απίστευτα, απίθανα που έχει ζήσει στην αξιοθαύμαστή της διαδρομή σε πολλές ταλαιπωρημένες γωνιές αυτού του πλανήτη - από παντού ιστορίες και δάκρυα, πολύχρωμες εικόνες και εμπόδια ανυπέρβλητα, και να κάνει παύσεις, να με κοιτά λέγοντάς μου ειλικρινά, "ε, όλο εγώ μιλάω, πες μου και για σενα τώρα" και ν'αναρωτιέμαι τί πραγματικά μπορώ να πω εγώ για εμένα που να είναι λίγο ιντριγκαδόρικο.
Για τη ζωή μου την προστατευμένη, για τη δουλειά μου την ηλίθια, για το μυαλό μου που σκορπάω ανούσια σε ανώνυμους μετόχους, για το νησί που θα διαλέξω να πάω διακοπές το καλοκαίρι.
Η ζωή μου, ένα απόγευμά της. Εντελώς όμως.
Αλλά αυτό αλλάζει. Εμπιστευτήκαμε η μία την άλλη και ελπίζω να βγει κάτι μετά από τη συνάντησή μας.
Ε, και μετά, ξέρεις, ρουφήξαμε το φρέντο μας και είπαμε για παιδιά. Ακόμα και με την ιστορία του τοκετού της με άφησε μαλάκα ρε γαμώτο. Και ας ήταν στη Δανία και όχι κάπου μυστήρια, επικίνδυνα ή εξωπραγματικά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
