Μάλιστα, από ότι βλέπω ψύχραιμα πλέον όλοι σχεδόν είχαμε γνώμη για τις εκλογές και αυτό είναι ευχάριστο, πώς γίνεται δηλαδή να μην μας αφορά κάτι τέτοιο εφόσον είναι η μεγάλη ευκαιρία να αλλάξουμε τα πράγματα που μας ταλαιπωρούν, ή και να ισχυροποιήσουμε εκείνες τις καταστάσεις που μας ευνοούν - πρωτίστως ελπίζω συλλογικά.
Σοσιαλ μιντικά πάντα, και αυτό είναι ένα πρόβλημα βέβαια γιατί το δείγμα είναι εντελώς πειραγμένο (διπλής) όλοι σχεδόν βρίστηκαν μεταξύ τους, οι μισοί κατέκριναν τους άλλους μισούς για τις επιλογές τους και φυσικά το κολλήσαμε μεταξύ μας ως αδιαμφισβήτητα μέλη μιας υψηλής διανόησης που μελέτησε το μάθημά της πριν πάει στην κάλπη με εμμονική ευλάβεια, σταύρωσε τους "σωστούς" και έστειλε στον καιάδα τους "ελαφρούς" με καμία διάθεση αναζήτησης λοιπών παραγόντων, άλλωστε το "καλός μαλάκας και αυτός" πάει με όλα και αυτόματα εσένα σε κάνει μη-μαλάκα και άρα ικανοποιημένο και χαρούμενο για τη μη-μαλακία σου παρόλο που θα ζήσεις σε έναν κόσμο χαμηλής νοημοσύνης περιτριγυρισμένος από βλάκες.
Προφανώς και δεν θα αξιολογήσω τα αποτελέσματα των εκλογών, αλλά ναι, θα σφίξω τα δόντια σκεπτόμενη τον αγώνα που έχω να δώσω τα επόμενα χρόνια για τα παιδιά μου και αν αυτό σας φαίνεται πολύ δραματικό μπορείτε να αλλάξετε blog και να κατευθυνθείτε σε εκείνα τα ωραία γκρουπάκια μαμάδων με τα χιλιάδες πειραγμένα (Ε) μέλη που συζητούν μεταξύ τους για το αν η σεξουαλική πράξη είναι αποδεκτή τις ημέρες της νηστείας.
Τα επόμενα χρόνια λοιπόν τα παιδιά μου θα μάθουν ότι όλοι δεν ξεκινάμε από το σημείο μηδέν.
Ανεξάρτητα από το ότι όλοι ήρθαμε στον κόσμο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, για μερικούς κατατρεγμένους, αδικημένους, για εκείνους που ζουν καταστάσεις που τους χαρακώνουν σαν λεπίδες και το μυαλό τους μπαίνει στο μπλέντερ μαζί με τα όνειρά τους, ο κόσμος δεν έχει έλεος. Η ιστορία τους θα συνεχιστεί αιώνια όπως οι γάμοι στις ινδικές κάστες και το τέλος τους θα έχει αφήσει τόσο μικρό αποτύπωμα όσο ένας κόκκος σκόνης σε λεωφόρο.
Θα μάθουν ότι οι φανατικοί, από όποια ομάδα και αν προέρχονται, βρίσκονται εδώ για να τραμπουκίζουν, να καταδυναστεύουν και να προσηλυτίζουν και άλλα πρόβατα στην αγέλη τους με μία και μόνη απαράβατη συμφωνία - είμαστε δυνατοί αν είμαστε ίδιοι. Τα πρόβατα θα γίνουν λύκοι και στο καλύτερο σενάριο αυτός που θα ξεχωρίσει θα φύγει τρέχοντας αλλά πάντα σιωπηλός. Αν μιλήσει θα τον ξεσκίσουν. Ο καλύτερος λοιπόν θα συνεχίσει τη ζωή του ήσυχος, καταπιεσμένος, παρατηρώντας μόνο τους άλλους να βελάζουν χωρίς όμως να μπορεί να τους φιμώσει.
Το τέλος του θα έχει αφήσει τόσο μικρό αποτύπωμα όσο ένας κόκκος σκόνης σε λεωφόρο.
Θα μάθουν να μη λυγίζουν μπροστά στις φρικαλεότητες της ζωής από όποια γεωγραφική ζώνη του πλανήτη και αν καταφθάνουν οι ειδήσεις της. Από τους μαθητές που αυτοκτονούν γιατί δεν μπορούν να σηκώσουν τα βάρη των εξετάσεων μέχρι τους λιθοβολισμούς αθώων γυναικών στα σκοτάδια του Ισλάμ και από την εκπόρνευση μικρών παιδιών στα πεζοδρόμια των μεγαλουπόλεων μέχρι τις αβίαστες δολοφονίες ανθρώπων που απλά γεννήθηκαν σε λάθος χώρα, θα μάθουν να κλείνουν τα μάτια τους και τα αυτιά τους γιατί στην τελική τί μπορούν να κάνουν για όλα αυτά, τα μικρά μου, τα καλά μου τα παιδιά, ένας κόκκος σκόνης είναι μέσα σε μία τεράστια λεωφόρο.
Θα μάθουν να είναι διαλλακτικοί μόνο εκεί που τους βολεύει, ανεκτικοί μόνο εκεί που τους παίρνει και απόλυτοι μόνο όταν πρόκειται να μιλήσουν για το δικό τους αντίστοιχο μελλοντικό "χιπστερικό" "κούλνες".
Θα μάθουν ότι τα πάντα είναι εικόνα προς πώληση και μόνο, όταν δίπλα τους στο τραπέζι θα τους χαμογελάει ο φασίστας με κοστούμι και χαμόγελο τηλεοπτικού σταρ - ή μάλλον διαδικτυακού "σταρ", γενικά μια μπλεγμένη κατηγορία που στην πλειοψηφία της μπορεί και να αξιολογηθεί ως οι nothings - όταν η στησοκωλίαση του καλού συναδέλφου ή του πορωμένου συνδικαλιστή θα ξεπεράσει την δική τους επαγγελματική αξία, όταν τα φλας γύρω τους θα αστράφτουν χωρίς κανέναν λόγο για μία καινούργια τσάντα, όταν θα ξεχαστούν από τους φίλους τους επειδή δεν πόζαραν με ευγνωμοσύνη στο σωστό κάδρο, όταν θα τους αγοράσουν με την αξία ενός κόκκου σκόνης σε μία τεράστια λεωφόρο.
'Η μπορεί και όχι.
Σκέφτομαι ότι είναι η ευκαιρία μου από αύριο να ξεκινήσω από το πραγματικό σημείο μηδέν. Φανταστική ευκαιρία ε, μπορεί να σου παρουσιαστεί όπου και αν είσαι και όποτε και αν το σκεφτείς, κάτι σαν τα 27 πράγματα που πρέπει να κάνει ένας άντρας πριν πεθάνει και ακόμα πιο χαλαρά.
Σκέφτομαι ότι κανένα από αυτά τα μαθήματα δεν πρέπει να χαϊδέψουν τα αυτιά των δικών μου παιδιών.
Μετά από μερικά πρόσφατα γεγονότα με πιο πρόσφατο τα εκλογικά αποτελέσματα κάπως συσσωρεύτηκαν στο μυαλό μου τόσες γνώμες μπουρδολογίας για τη θρησκεία, για την αριστερά, για την ομοφυλοφιλία, για την εκπαίδευση που αντί να κάτσω να γίνομαι έξαλλη με όποιον διαφωνεί, αποφάσισα ότι είναι σοφότερο για τον προσωπικό μου διαγωνισμό επίκτητων ικανοτήτων να "εκπαιδεύσω" τα παιδιά μου πώς να γίνουν οι συμπολίτες που επιθυμώ να έχω γύρω μου, που εμπιστεύομαι να ψηφίζουν και για εμένα, που γουστάρω να συναναστρέφομαι, να μαθαίνω, να διαφωνώ. Δεν είμαι ρομαντική, ακτιβίστρια, ιδεολόγος ή χίπης, απλά βρήκα αυτόν τον τρόπο να επενδύσω στις εκλογές και τις αποφάσεις του μέλλοντος.
Θα ξεκινήσω μαθαίνοντάς τους ότι ο φανατισμός πονάει σαν μαστίγιο με εφτά ουρές, πρώτα τους ίδιους και μετά τα θύματά του, ο σεβασμός στις προσωπικές ελευθερίες συντελεί σε θαύματα και ότι η μεγαλύτερη κατάρα είναι το να είσαι αποδεκτός με μόνο κριτήριο τη σιωπή σου, όχι όμως να γίνεσαι αποδεκτός σιωπηλά.
Και βλέπουμε.
Θα φτιάξω και ένα παραμύθι για εκείνα τα ανθρωπάκια που βολόδερναν με τον άνεμο σαν κόκκοι σκόνης στη λεωφόρο και δεν τους έβλεπε κανείς και μετά γυρνούσαν στα σκονισμένα σκοτεινά σπίτια τους και κλειδαμπάρωναν τις πόρτες ουρλιάζοντας για να μην μπουν άλλοι, ευγενείς, πολιτισμένοι, μαύροι και άσπροι, gay και straight, αριστεροί και δεξιοί, χριστιανοί και άθεοι, που ήθελαν μόνο να τους δείξουν ότι έχει πλάκα να μαθαίνουμε με αυτόν τον τρόπο τον κόσμο μας τον μικρό και τελικά πέθαναν έτσι, ολομόναχοι. Πνίγηκαν από τα ουρλιαχτά τους.
Κάτσε γιατί γίνεται creepy αυτό για παραμύθι, μήπως πρέπει να το αλλάξω λίγο.
28.5.14
23.5.14
'Ενα κάποιο διάλειμμα.
Πριν από αρκετές μέρες πήγα ένα ταξίδι στην Ιταλία με τον Dario, την Χρύσα και το Στέλιο, για να παρακολουθήσουμε τη συναυλία του Robbie Williams στο Τορίνο αρχικά και να κάνουμε και καμια βόλτα στο Μιλάνο, την πόλη του συζύγου, στη συνέχεια.
Θέλω εδώ να ανοίξω μια παρένθεση.Robbie σε αγαπώ, είσαι πολύ μεγάλος entertainer, είσαι πολύ σωστός-τόσο-όσο pop, έχεις φάτσα ψυχεδελική, κουνιέσαι υπέροχα, έκανες λάθος που ανέβασες την Κιάρα στη σκηνή γιατί πρώτον την έλεγες Τιάρα και δεύτερον αυτή ήταν πάρα πολύ άνετη όταν της έπιανες των κώλο και χάσαμε το δράμα που θα προσέφερα εγώ στο λαό σου. Κλείνω.
Γενικά αυτό το ταξίδι τύπου με φίλους στο εξωτερικό είχα καιρό να το κάνω. Δεν είναι που δεν βγαίνουμε μόνοι μας ή δεν έχουμε πεταχτεί κάπου για σαββατοκύριακα οι δυο μας (συνήθως για γάμους και αφού έχει μπει η Άνοιξη), αλλά η ρύθμιση "χωρίς παιδιά" πιο πολύ δουλεύει σε εμάς όταν εκείνα πάνε κάπου με τους παππούδες και εμείς ξεκινάμε μεγαλεπήβολα σχέδια Athens-by-night για να καταλήξουμε με τριώροφα burger μπροστά απ'το τελευταίο season του Game of Thrones και πόρτες ερμητικά κλειστές μη τυχόν μπει καμια χαραμάδα ήλιου και πεταχτούμε το επόμενο πρωί για να πάρουμε το σχολικό. Μόνοι μας.
Οπότε, παρά τις ανελέητες τύψεις που με ταλαιπώρησαν μέχρι να φτάσω στο αεροδρόμιο - περισσότερο λόγω Μιλάνο, θυμόμουν τελευταία φορά που είχαμε πάει με τον W. και πως σχεδιάζαμε την επόμενη να πάρουμε και τους δύο μαζί και ας κυνηγούσαμε μόνο περιστέρια στο Duomo - γρήγορα, μέσα στο αεροπλάνο δηλαδή, μπήκα στο μουντ το σωστό, το συναυλιακό, το παρεΐστικο, το θα βγούμε, θα πιούμε, θα κοιμόμαστε, θα ψωνίζουμε, θα χαζεύουμε ωραίους ανθρώπους *insert γκομενάκια κατά βούληση*, θα απλώνουμε τα πόδια μας κάτω από τον ήλιο, θα γινόμαστε λούτσα με τις βορειοϊταλικές μπορίτσες, o Dario δεν θα νοιάζεται για εμένα και εγώ για τον Dario γιατί τέλος πάντων ενήλικες άνθρωποι είμαστε και την δύναμη του και να την αφήσει στο πιάτο ή τη ζακέτα στο σπίτι, βασικά στα παπάρια μου. Έτσι μωρέ, λίγο άνετοι μποεμίστες και καλά.
Λοιπόν εντάξει, τα κάναμε. Και γελάσαμε πάρα πολύ και μας φωτογράφισαν και οι κάμερες στους δρόμους (έγιναν μερικά επικά φάουλ με το αυτοκίνητο, πιο τουρίστες πεθαίνεις), και βρεθήκαμε στο τσακ να φωτογραφίσουμε γκομενάκια για το #sartoriagram αλλά αποδειχθήκαμε κατώτερες των περιστάσεων μετά τα απανωτά σοκ, και περάσαμε περίπου ένα τρίωρο μέσα σε outlet που δίπλα πουλούσαν σάντουιτς με αστακό για 17 ευρώ, και μπερδέψαμε κρασιά με μπίρες αλλά όχι χώρες, όλα ιταλικά, αλλά. Πάντα υπάρχει αυτό το αλλά ε.
'Επιασα τον εαυτό μου να χαζεύω κάθε παιδάκι που κυκλοφορούσε στο δρόμο και να σκουντιόμαστε με τους υπόλοιπους όταν το παιδάκι άγγιζε υψηλά επίπεδα γλυκόζης και στυλ.
'Επιασα τον εαυτό μου να "θυσιάζει" (εντάξει, θυσία στα πλαίσια της συγκεκριμένης πόλης/ταξιδιού ρε παιδί μου) ώρες σε αγαπημένα δικά μας μαγαζιά -αχ, που θα έβρισκα καταπληκτικά πράγματα I could afford είμαι σίγουρη- για να ανακατευτώ χαζολογώντας μέσα σε μίνι φούστες, tshirt με τερατάκια, γαλότσες με υφασμάτινα λουλούδια, άχρηστα μπουκαλάκια για νερό με δεινόσαυρους και βιβλία με μπαλαρίνες που κουνιούνται.
Πέρασα αδιανόητη ώρα μέσα στο Disney store. Εξευτελιστικά αδιανόητη ώρα μέσα στο Disney store.
Μετά την αδυσώπητη οινοφαγία, αυτή που το μόνο που θέλεις είναι να βγεις στο δρόμο σε σχήμα μπάλας και χρειάζεσαι και κάποιον να σε σπρώξει να τσουλήσεις, ξεκινούσα συζητήσεις με τον Dario για το αν θα άρεσε στο γιο μας το ένα εστιατόριο και τί τέλεια που θα περνούσε η κόρη μας στο άλλο με τον κήπο και την κουνιστή σαμπρέλα, για να μην πω ότι όταν κάτσαμε στο πιο τέλειο "σαντουιτσάδικο" (sort of, δεν είναι) της πόλης, το Panino Giusto, σχολιάσαμε με φρίκη και οι τέσσερις την προσθήκη προκάτ τηγανητών πατατών στο μενού για να προσθέσουμε στα καπάκια ότι μωρέ το κάνουνε για τα παιδιά, και τα δικά μας πατάτες θα έτρωγαν.
Εντάξει, γενικά δεν θα πω καμια μεγάλη σοφία εδώ, πάντα μπροστά τα μικρά. Καμια φορά κιόλας το αισθάνομαι πιο έντονα με την απουσία, παρά με την παρουσία τους. Έχουν επάνω μου αυτή την ευεργετική επίδραση του λιμανιού, αν με νιώθεις. Μπορεί για πάρτη τους να γίνομαι έξαλλη προσπαθώντας να έχω τον έλεγχο, ή μάλλον να τους βάλω στα δικά μου παπούτσια με την δικαιολογία "η μαμά ξέρει, φουλ στοπ", αλλά πόσες φορές όταν αισθάνομαι πίεση το μόνο, το πρώτο που θα σκεφτώ είναι οι αγκαλιές τους. Πόσες φορές με έχουν σώσει από μεγαλοποίηση προβλημάτων, από βουτιές στη θλίψη, από ψυχολογικό στρες, μόνο και μόνο επειδή υπάρχουν. Γιατί απλά, υπάρχουν μέσα μου συνέχεια.
Και μετά στον γυρισμό από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, πόσο μεγάλη η προσμονή να γυρίσω γρήγορα σπίτι να ξετυλίξουμε τα πραγματάκια από τη βαλίτσα, να πούμε νέα, να σχεδιάσουμε επιτόπου ένα ταξίδι με αεροπλάνο και οι τέσσερις, έτσι λίγο για να αποφύγουμε την γκρίνια του γιατί δεν πήρατε και εμάς μαζί.
'Όλα ονειρικά ε, γαλήνια, τελειότης κατηγορία μιλφ αμέρικαν μπλόγκερ. Μέχρι την επόμενη μέρα που λίγο πριν το βραδινό άρχισαν να κυνηγιούνται γύρω από το τραπεζάκι του σαλονιού με τα ποτήρια γεμάτα γάλα στα χέρια που χυνόταν σαν να με κοροϊδεύει σε κάθε ποδοβολητό και το μόνο που σκέφτηκα ήταν πόσες γαμημένες μέρες ακόμα θα έπρεπε να έχω κάτσει σε αυτό το ταξίδι.
![]() |
| από πόρτα παιδικού βιβλιοπωλείου στο Τορίνο, "τα παιδιά μπορούν και πρέπει να ξεφυλλίζουν τα βιβλία" |
εδώ δεν είναι ο ρόμπι χάλιας, οι προβολείς του φταίνε.
|
![]() |
η αγαπημένη μου φωτογραφία από όλο το ταξίδι,σπάνε τα
κοντέρ των #miserablemen οι δικοί μας εδώ, περιμένοντας
να τελειώσουμε το μάταιο shopping.μάταιο γιατί δεν πήραμε
τίποτα βέβαια.
|
9.5.14
No mother, no cry.
![]() |
| via www.inmagine.com/ |
Τώρα που το σκέφτομαι γενικά γράφω σπάνια. Τέλος πάντων.
Δεν θα ανεβάσω φωτογραφίες μη "προνομιούχων" μαμάδων, ούτε μεταφρασμένα άρθρα από το εξωτερικό, αν και στο δικό μου μυαλό τριγυρνάνε κορίτσια της Αφρικής που έχουν αρπαχθεί από τις μανάδες τους, ζευγάρια λεσβιών που έχασαν το παιδί που μεγάλωναν με συνέπεια και αγάπη από νομοθετικές παρεμβάσεις, μητέρες που έμειναν πίσω ανήμπορες, άψυχες γιατί το παιδί τους καταδικάστηκε από μια μη αναστρέψιμη ασθένεια.
'Ολες αυτές γιορτάζουν. 'Ολες. Και όλες τις σκέφτομαι συγκινημένη, όπως και τις μαμάδες των διαφημίσεων και όλων αυτών των viral που με την πρώτη νότα βγαίνει χαρτομάντηλο, όπως και όλες αυτές που θα δω την Κυριακή να τριγυρνάνε με ένα λουλούδι στο ένα χέρι και ένα παιδί που τραγουδάει στο άλλο, γι'αυτή τη γιορτή θα γίνω όσο συναισθηματική πάει και θα βουρκώσω. Για όλες. Αχταρμάς; Μπορεί. Η ουσία παραμένει. Για όλες αυτές.
Θα μοιραστώ όμως πάλι μια ιστορία εντελώς αληθινή, μια ιστορία που έχω ζήσει χωρίς μεσάζοντες, για μία μαμά που δεν ήξερε και δεν ήθελε να δώσει αγάπη και ας της προσφερόταν τόσο απλόχερα, τόσο αληθινά. Τόσο άδολα, έτσι ακριβώς όπως κάνουν όλα τα παιδιά του κόσμου για τη μία και μοναδική που αποκαλούν "μαμά". No matter what.
Πάμε.
O Θ. γνώρισε την Ε. όταν εκείνη ήταν 20 και αυτός 37. Παντρεύτηκαν μετά από δύο χρόνια, κόντρα βέβαια στις αντιρρήσεις όλων για πολλούς και διάφορους λόγους μεταξύ των οποίων επικρατέστερη η διαφορά ηλικίας και οι χαρακτήρες οι τόσο διαφορετικοί, με τις ευλογίες των πιο ρομαντικών ότι είναι ερωτευμένοι και αυτή η αγάπη όλα θα τα σβήσει, όλα θα τα προσπεράσει.
23 χρονών η Ε. έγινε μαμά. Γέννησε ένα γιο και πάνω που όλα φαινόντουσαν καλά, δουλειές άρχισαν να διαλύονται και οικονομικά προβλήματα να σφίγγουν την οικογένεια σαν πύθωνες, μη δίνοντάς τους πολλές επιλογές απ'το να μετακομίσουν με την μητέρα του Θ. σε ένα μικρότερο και πιο άβολο για αυτούς σπίτι.
Η Ε. ζορίστηκε. 'Ηταν πολύ νέα, απ'ότι είπε αργότερα το παιδί "προέκυψε", δεν ήταν έτοιμη, και παρότι η γιαγιά προσπαθούσε να κρατήσει τα προσχήματα, η συγκατοίκηση έγινε αφόρητη. Ο Θ. έκανε δυο δουλειές και έλειπε πολλές ώρες από το σπίτι, το ίδιο φρόντιζε να κάνει και εκείνη - χωρίς τον παράγοντα "δουλειά" όμως. Το μωρό έμενε στην καλή περίπτωση με τη γιαγιά του, στη χειρότερη να κλαίει μόνο του για καμια ώρα τουλάχιστον, απ'ότι έλεγαν οι γείτονες.
Ο Θ. έτρεχε να μαζέψει όσα κομμάτια μπορούσε, να μη στεναχωριέται η μάνα του, να μη γκρινιάζει η γυναίκα του, να μην σχολιάζει η γειτονιά, να μην κακοπερνάει ο γιος του. Κάποιες φορές τον έπαιρνε μαζί του στη δουλειά, σίγουρος ότι έτσι τον προστάτευε από την αδιαφορία και τις εκρήξεις της μαμάς του.
Τα χρόνια περνούσαν, από ότι φάνηκε στη συνέχεια δυστυχισμένα. Τα προβλήματα δεν λυνόντουσαν ποτέ, οι φωνές της μάνας και η βιαιοπραγία προς τον μικρό της γιο καθημερινές, η γιαγιά επιστράτευε όλη την ευρύτερη οικογένεια για να ξεφεύγει λίγο το παιδί, κάποια απογεύματα σε συγγενείς, κάποιες διακοπές στην Αθήνα, ο Θ. δεν μιλούσε, δούλευε σκληρά, πάλευε για τον γιο του και αντί να δει τον ξεκάθαρο μονόδρομο για να ζήσει μια πιο χαρούμενη ζωή με το παιδί του, βρήκε τη λύση στο ποτό.
Ταυτόχρονα η Ε. ξαναερωτεύτηκε έναν άλλον άνδρα, που ζούσε στο απέναντι εξίσου μίζερο οικογενειακό σπίτι και πηδούσε μπαλκόνια για να τον συναντήσει. Η γιαγιά έβρισκε καταφύγιο στις εκκλησίες, ο εγγονός της έγινε αντιδραστικός, νευρικός, μάταια έψαχνε απελπισμένα ενδιαφέρον στα μάτια της μάνας του - εκείνη ήταν αλλού προ πολλού.
Μετά από λίγα χρόνια, η γιαγιά πέθανε. Ο μικρός ήταν ακόμα μεγαλύτερο πρακτικό εμπόδιο για την Ε. και θολωμένη ένα βράδυ, σε ένα 9χρονο αγόρι, έδωσε υπνωτικά χάπια για να μπορέσει ελεύθερη να συναντήσει τον εραστή της. Κανείς δεν ξέρει αν ήταν η πρώτη φορά, αν έγινε πολλές άλλες ακόμα, ή τί άλλες ανεπίτρεπτες μεθόδους χρησιμοποιούσε σαν βήματα προς την απελευθέρωση, έτσι όπως την αντιλαμβανόταν το απαίδευτο μυαλό της. 'Ένα χρόνο μετά βγήκε το διαζύγιο και έχασε την επιμέλεια του παιδιού της.
Δε γύρισε ποτέ να κοιτάξει πίσω, ένα 10χρονο παιδί με έναν πατέρα σε δυο δουλειές που βασιζόταν σε τρίτους για να πάρουν το παιδί από το σχολείο, να το ταΐσουν και πολλές φορές να το βάλουν και για ύπνο το βράδυ περιμένοντας με τα δικά τους παιδιά αγκαλιά αποκοιμισμένα στον καναπέ τον Θ. να γυρίσει σπίτι. Υπέροχοι άνθρωποι, μοναδικοί, μοίραζαν τις ζωές τους για να βοηθάνε.
Η Ε. παντρεύτηκε τον απέναντι, που διέγραψε αντίστοιχα και εκείνος την οικογένειά του και πήγαν να ζήσουν στην ίδια πόλη μεν, μακριά από τη γειτονιά όπου περιφέρονταν σαν καταραμένοι δε. 'Εκαναν και ένα αγοράκι και όσοι τους έβλεπαν περιέγραφαν μια άλλη γυναίκα. They were meant to be. Απλά κατέστρεψαν κόσμο στην πορεία.
Τα γεγονότα συνεχίστηκαν έτσι ακριβώς όπως ήταν αναμενόμενο. Ο Β., ο γιος της Ε. και του Θ., ξεκίνησε τους μπάφους στα 13, παράτησε το σχολείο στα 16 και έπεσε στην πρέζα στα 17, βλέποντας τη μητέρα του όποτε τον καλούσε εκείνη, 2-3 φορές το χρόνο. 'Οσο ήταν πιο μικρός καθόταν πλάι στο τηλέφωνο και περίμενε μέρες για να τον πάρει, γιατί έτσι του είχε υποσχεθεί απλά μετά το ξεχνούσε, έκοβε βόλτες στις πλατείες για να της πιάσει το χέρι και να τον αγκαλιάσει έστω και ψεύτικα μπροστά στους ξένους, όσο μεγάλωνε διατυμπάνιζε ότι δεν θέλει να την ξαναδει μπροστά του, ότι για αυτόν είναι μια άγνωστη που ποτέ δεν τον αγάπησε και ότι ο μόνος άνθρωπος που αξίζει τις θυσίες και τον σεβασμό του είναι ο μπαμπάς του. Βέβαια αυτό το τελευταίο γινόταν ταυτόχρονα με κλεψιές χρημάτων και καυγάδες, ο Β. δεν μπορούσε πλέον να κρίνει σωστά. Σε συναισθηματικές εξάρσεις έλεγε πως δεν τον νοιάζει ό,τι και να του συμβεί στη ζωή, αρκεί να μην πληγώνει τον πατέρα του. Ο Θ. πέθανε από έμφραγμα στα 59 του χρόνια, ή όπως έλεγαν όλοι τότε στην κηδεία και πόσο πολύ ταιριάζει ε, έσκασε. Από το ποτό και τη στεναχώρια.
Ο Β. ξεκίνησε την ξέφρενη κατηφορική διαδρομή, σαν πρώτη φορά σε scate στο San Francisco. Μόνος, χωρίς εφόδια και χωρίς οικογένεια, με τους συγγενείς να προσπαθούν μανιασμένα αλλά ασυντόνιστα, χωρίς απόλυτη παραδοχή της κατάστασης, χωρίς όλο τους το χρόνο, σαν υπόσχεση στον άνθρωπο τους ότι όχι, αυτό το παιδί δε θα χαθεί και όμως χανόταν όπως οι σταγόνες του νερού από τη χούφτα.
Με όλα αυτά κάτι έτριξε στην καρδιά της μάνας του και τον πήρε κοντά της. Τώρα μπορούσε, είχε χάσει και τον δεύτερο σύζυγό της από έμφραγμα, λίγα χρόνια πριν τον πρώτο. Τσακισμένη, πιο συνειδητοποιημένη, του ζήτησε να τη συγχωρέσει. Δεν την ένοιαζε έλεγε που καθάριζε σκάλες όλη μέρα, αρκεί που είχε τα δύο αγόρια κοντά της.
Εκρηκτικό το μείγμα με τον ναρκομανή γιο και την ανέχεια για τον αδελφό του. Ο Β. έφυγε από το σπίτι γιατί δεν ήθελε ο μικρότερος να ζει και να βλέπει τα χάλια του. Τότε μπήκε στη μέση μία θεία, που είχε κάνει προηγουμένως διάφορες απόπειρες σωτηρίας, μάζεψε λεφτά από φίλους και γνωστούς και έπεισε τον Β. να μπει σε ιδιωτικό κέντρο αποτοξίνωσης. Τον επισκεπτόταν συνέχεια, πήγαινε σε όλες τις συναντήσεις, έψαχνε να του βρει δουλειά για μετά. Η μάνα του μία την έπαιρνε και έκλαιγε, μία έβριζε τη ζωή και την τύχη της, την άλλη της έλεγε να μην ανακατεύεται, εκείνη έκλεινε τα αυτιά της και άκουγε μόνο τους θεραπευτές, έκοβε λεφτά από τα παιδιά της για να ζήσει ο Β. Για να γίνει καλά.
Η ιστορία αυτή επαναλήφθηκε, ο Β. είναι τώρα 27 χρονών, έχει καθαρίσει και έχει ξανακυλήσει άλλες δυο φορές, έχει πετάξει δουλειές και σχέσεις στα σκουπίδια με τρομακτική ευκολία, έχει πει ψέμματα, έχει κλέψει, έχει τρυπηθεί, έχει μετανιώσει, έχει κοιμηθεί στον τάφο του μπαμπά του, έχει νιώσει ευγνωμοσύνη, έχει συγχωρέσει τη μαμά του, την έχει καταραστεί, έχει δει τα χρόνια να περνάνε, δεν έχει καταλάβει ποτέ γιατί δεν έπρεπε να τα σπαταλήσει. Αλήθεια, γιατί;
Πριν λίγες εβδομάδες, μια νύχτα που έβρεχε καταρρακτωδώς και έφτιαχνες με το μυαλό ιστορίες για αγρίμια, χτύπησε το κουδούνι της θείας του και έβγαλε μόνο μια κραυγή.
"Πού είναι η μάνα μου ρε θεία; Θέλω τη μάνα μου ρε".
Εξαφανίστηκε τρέχοντας μες στη νύχτα και από τότε αγνοείται.
Αυτή η μάνα δεν γιορτάζει την Κυριακή.
'Η πείτε εσείς.
Δεν θα ανεβάσω φωτογραφίες μη "προνομιούχων" μαμάδων, ούτε μεταφρασμένα άρθρα από το εξωτερικό, αν και στο δικό μου μυαλό τριγυρνάνε κορίτσια της Αφρικής που έχουν αρπαχθεί από τις μανάδες τους, ζευγάρια λεσβιών που έχασαν το παιδί που μεγάλωναν με συνέπεια και αγάπη από νομοθετικές παρεμβάσεις, μητέρες που έμειναν πίσω ανήμπορες, άψυχες γιατί το παιδί τους καταδικάστηκε από μια μη αναστρέψιμη ασθένεια.
'Ολες αυτές γιορτάζουν. 'Ολες. Και όλες τις σκέφτομαι συγκινημένη, όπως και τις μαμάδες των διαφημίσεων και όλων αυτών των viral που με την πρώτη νότα βγαίνει χαρτομάντηλο, όπως και όλες αυτές που θα δω την Κυριακή να τριγυρνάνε με ένα λουλούδι στο ένα χέρι και ένα παιδί που τραγουδάει στο άλλο, γι'αυτή τη γιορτή θα γίνω όσο συναισθηματική πάει και θα βουρκώσω. Για όλες. Αχταρμάς; Μπορεί. Η ουσία παραμένει. Για όλες αυτές.
Θα μοιραστώ όμως πάλι μια ιστορία εντελώς αληθινή, μια ιστορία που έχω ζήσει χωρίς μεσάζοντες, για μία μαμά που δεν ήξερε και δεν ήθελε να δώσει αγάπη και ας της προσφερόταν τόσο απλόχερα, τόσο αληθινά. Τόσο άδολα, έτσι ακριβώς όπως κάνουν όλα τα παιδιά του κόσμου για τη μία και μοναδική που αποκαλούν "μαμά". No matter what.
Πάμε.
O Θ. γνώρισε την Ε. όταν εκείνη ήταν 20 και αυτός 37. Παντρεύτηκαν μετά από δύο χρόνια, κόντρα βέβαια στις αντιρρήσεις όλων για πολλούς και διάφορους λόγους μεταξύ των οποίων επικρατέστερη η διαφορά ηλικίας και οι χαρακτήρες οι τόσο διαφορετικοί, με τις ευλογίες των πιο ρομαντικών ότι είναι ερωτευμένοι και αυτή η αγάπη όλα θα τα σβήσει, όλα θα τα προσπεράσει.
23 χρονών η Ε. έγινε μαμά. Γέννησε ένα γιο και πάνω που όλα φαινόντουσαν καλά, δουλειές άρχισαν να διαλύονται και οικονομικά προβλήματα να σφίγγουν την οικογένεια σαν πύθωνες, μη δίνοντάς τους πολλές επιλογές απ'το να μετακομίσουν με την μητέρα του Θ. σε ένα μικρότερο και πιο άβολο για αυτούς σπίτι.
Η Ε. ζορίστηκε. 'Ηταν πολύ νέα, απ'ότι είπε αργότερα το παιδί "προέκυψε", δεν ήταν έτοιμη, και παρότι η γιαγιά προσπαθούσε να κρατήσει τα προσχήματα, η συγκατοίκηση έγινε αφόρητη. Ο Θ. έκανε δυο δουλειές και έλειπε πολλές ώρες από το σπίτι, το ίδιο φρόντιζε να κάνει και εκείνη - χωρίς τον παράγοντα "δουλειά" όμως. Το μωρό έμενε στην καλή περίπτωση με τη γιαγιά του, στη χειρότερη να κλαίει μόνο του για καμια ώρα τουλάχιστον, απ'ότι έλεγαν οι γείτονες.
Ο Θ. έτρεχε να μαζέψει όσα κομμάτια μπορούσε, να μη στεναχωριέται η μάνα του, να μη γκρινιάζει η γυναίκα του, να μην σχολιάζει η γειτονιά, να μην κακοπερνάει ο γιος του. Κάποιες φορές τον έπαιρνε μαζί του στη δουλειά, σίγουρος ότι έτσι τον προστάτευε από την αδιαφορία και τις εκρήξεις της μαμάς του.
Τα χρόνια περνούσαν, από ότι φάνηκε στη συνέχεια δυστυχισμένα. Τα προβλήματα δεν λυνόντουσαν ποτέ, οι φωνές της μάνας και η βιαιοπραγία προς τον μικρό της γιο καθημερινές, η γιαγιά επιστράτευε όλη την ευρύτερη οικογένεια για να ξεφεύγει λίγο το παιδί, κάποια απογεύματα σε συγγενείς, κάποιες διακοπές στην Αθήνα, ο Θ. δεν μιλούσε, δούλευε σκληρά, πάλευε για τον γιο του και αντί να δει τον ξεκάθαρο μονόδρομο για να ζήσει μια πιο χαρούμενη ζωή με το παιδί του, βρήκε τη λύση στο ποτό.
Ταυτόχρονα η Ε. ξαναερωτεύτηκε έναν άλλον άνδρα, που ζούσε στο απέναντι εξίσου μίζερο οικογενειακό σπίτι και πηδούσε μπαλκόνια για να τον συναντήσει. Η γιαγιά έβρισκε καταφύγιο στις εκκλησίες, ο εγγονός της έγινε αντιδραστικός, νευρικός, μάταια έψαχνε απελπισμένα ενδιαφέρον στα μάτια της μάνας του - εκείνη ήταν αλλού προ πολλού.
Μετά από λίγα χρόνια, η γιαγιά πέθανε. Ο μικρός ήταν ακόμα μεγαλύτερο πρακτικό εμπόδιο για την Ε. και θολωμένη ένα βράδυ, σε ένα 9χρονο αγόρι, έδωσε υπνωτικά χάπια για να μπορέσει ελεύθερη να συναντήσει τον εραστή της. Κανείς δεν ξέρει αν ήταν η πρώτη φορά, αν έγινε πολλές άλλες ακόμα, ή τί άλλες ανεπίτρεπτες μεθόδους χρησιμοποιούσε σαν βήματα προς την απελευθέρωση, έτσι όπως την αντιλαμβανόταν το απαίδευτο μυαλό της. 'Ένα χρόνο μετά βγήκε το διαζύγιο και έχασε την επιμέλεια του παιδιού της.
Δε γύρισε ποτέ να κοιτάξει πίσω, ένα 10χρονο παιδί με έναν πατέρα σε δυο δουλειές που βασιζόταν σε τρίτους για να πάρουν το παιδί από το σχολείο, να το ταΐσουν και πολλές φορές να το βάλουν και για ύπνο το βράδυ περιμένοντας με τα δικά τους παιδιά αγκαλιά αποκοιμισμένα στον καναπέ τον Θ. να γυρίσει σπίτι. Υπέροχοι άνθρωποι, μοναδικοί, μοίραζαν τις ζωές τους για να βοηθάνε.
Η Ε. παντρεύτηκε τον απέναντι, που διέγραψε αντίστοιχα και εκείνος την οικογένειά του και πήγαν να ζήσουν στην ίδια πόλη μεν, μακριά από τη γειτονιά όπου περιφέρονταν σαν καταραμένοι δε. 'Εκαναν και ένα αγοράκι και όσοι τους έβλεπαν περιέγραφαν μια άλλη γυναίκα. They were meant to be. Απλά κατέστρεψαν κόσμο στην πορεία.
Τα γεγονότα συνεχίστηκαν έτσι ακριβώς όπως ήταν αναμενόμενο. Ο Β., ο γιος της Ε. και του Θ., ξεκίνησε τους μπάφους στα 13, παράτησε το σχολείο στα 16 και έπεσε στην πρέζα στα 17, βλέποντας τη μητέρα του όποτε τον καλούσε εκείνη, 2-3 φορές το χρόνο. 'Οσο ήταν πιο μικρός καθόταν πλάι στο τηλέφωνο και περίμενε μέρες για να τον πάρει, γιατί έτσι του είχε υποσχεθεί απλά μετά το ξεχνούσε, έκοβε βόλτες στις πλατείες για να της πιάσει το χέρι και να τον αγκαλιάσει έστω και ψεύτικα μπροστά στους ξένους, όσο μεγάλωνε διατυμπάνιζε ότι δεν θέλει να την ξαναδει μπροστά του, ότι για αυτόν είναι μια άγνωστη που ποτέ δεν τον αγάπησε και ότι ο μόνος άνθρωπος που αξίζει τις θυσίες και τον σεβασμό του είναι ο μπαμπάς του. Βέβαια αυτό το τελευταίο γινόταν ταυτόχρονα με κλεψιές χρημάτων και καυγάδες, ο Β. δεν μπορούσε πλέον να κρίνει σωστά. Σε συναισθηματικές εξάρσεις έλεγε πως δεν τον νοιάζει ό,τι και να του συμβεί στη ζωή, αρκεί να μην πληγώνει τον πατέρα του. Ο Θ. πέθανε από έμφραγμα στα 59 του χρόνια, ή όπως έλεγαν όλοι τότε στην κηδεία και πόσο πολύ ταιριάζει ε, έσκασε. Από το ποτό και τη στεναχώρια.
Ο Β. ξεκίνησε την ξέφρενη κατηφορική διαδρομή, σαν πρώτη φορά σε scate στο San Francisco. Μόνος, χωρίς εφόδια και χωρίς οικογένεια, με τους συγγενείς να προσπαθούν μανιασμένα αλλά ασυντόνιστα, χωρίς απόλυτη παραδοχή της κατάστασης, χωρίς όλο τους το χρόνο, σαν υπόσχεση στον άνθρωπο τους ότι όχι, αυτό το παιδί δε θα χαθεί και όμως χανόταν όπως οι σταγόνες του νερού από τη χούφτα.
Με όλα αυτά κάτι έτριξε στην καρδιά της μάνας του και τον πήρε κοντά της. Τώρα μπορούσε, είχε χάσει και τον δεύτερο σύζυγό της από έμφραγμα, λίγα χρόνια πριν τον πρώτο. Τσακισμένη, πιο συνειδητοποιημένη, του ζήτησε να τη συγχωρέσει. Δεν την ένοιαζε έλεγε που καθάριζε σκάλες όλη μέρα, αρκεί που είχε τα δύο αγόρια κοντά της.
Εκρηκτικό το μείγμα με τον ναρκομανή γιο και την ανέχεια για τον αδελφό του. Ο Β. έφυγε από το σπίτι γιατί δεν ήθελε ο μικρότερος να ζει και να βλέπει τα χάλια του. Τότε μπήκε στη μέση μία θεία, που είχε κάνει προηγουμένως διάφορες απόπειρες σωτηρίας, μάζεψε λεφτά από φίλους και γνωστούς και έπεισε τον Β. να μπει σε ιδιωτικό κέντρο αποτοξίνωσης. Τον επισκεπτόταν συνέχεια, πήγαινε σε όλες τις συναντήσεις, έψαχνε να του βρει δουλειά για μετά. Η μάνα του μία την έπαιρνε και έκλαιγε, μία έβριζε τη ζωή και την τύχη της, την άλλη της έλεγε να μην ανακατεύεται, εκείνη έκλεινε τα αυτιά της και άκουγε μόνο τους θεραπευτές, έκοβε λεφτά από τα παιδιά της για να ζήσει ο Β. Για να γίνει καλά.
Η ιστορία αυτή επαναλήφθηκε, ο Β. είναι τώρα 27 χρονών, έχει καθαρίσει και έχει ξανακυλήσει άλλες δυο φορές, έχει πετάξει δουλειές και σχέσεις στα σκουπίδια με τρομακτική ευκολία, έχει πει ψέμματα, έχει κλέψει, έχει τρυπηθεί, έχει μετανιώσει, έχει κοιμηθεί στον τάφο του μπαμπά του, έχει νιώσει ευγνωμοσύνη, έχει συγχωρέσει τη μαμά του, την έχει καταραστεί, έχει δει τα χρόνια να περνάνε, δεν έχει καταλάβει ποτέ γιατί δεν έπρεπε να τα σπαταλήσει. Αλήθεια, γιατί;
Πριν λίγες εβδομάδες, μια νύχτα που έβρεχε καταρρακτωδώς και έφτιαχνες με το μυαλό ιστορίες για αγρίμια, χτύπησε το κουδούνι της θείας του και έβγαλε μόνο μια κραυγή.
"Πού είναι η μάνα μου ρε θεία; Θέλω τη μάνα μου ρε".
Εξαφανίστηκε τρέχοντας μες στη νύχτα και από τότε αγνοείται.
Αυτή η μάνα δεν γιορτάζει την Κυριακή.
'Η πείτε εσείς.
15.4.14
Βάρυνα (update)
Ο θείος μου έχει κάποιο είδος πνευμονοπάθειας, δεν ξέρω ακριβώς, που τον έχει καθηλώσει αιχμάλωτο μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
Μπορεί να βγει από την πίσω εσωτερική αυλή μέχρι την μπροστά μικρή βεράντα στο ισόγειο των εργατικών κατοικιών, σε μια μεγάλη επαρχιακή πόλη μπαρουτιασμένη από ναρκωτικά και ανεργία.
Και αυτό γιατί κουβαλάει μαζί του μία συσκευή οξυγόνου με καλώδιο. Γυρίζει από δωμάτιο σε δωμάτιο με τα πόδια πρησμένα από αγγειακά προβλήματα, έτσι όπως μάλλον γυρίζουν οι ελέφαντες στα κλουβιά του ζωολογικού κήπου του Βελιγραδίου - και λέω Βελιγραδίου γιατί εκεί μου έχει πει η φίλη μου ότι έχει έναν τρισάθλιο και μίζερο ζωολογικό κήπο που τον επισκέπτεσαι μόνο για να ψάξεις να βρεις τρόπο εφάμιλλο του σχεδίου στο Prison Break και να ανοίξεις τα κλουβιά.
Ο θείος μου σκέφτεται το ορεινό χωριό του και βάζει τα κλάματα.
Πήγαινε καμια δυο φορές το χρόνο, ξάπλωνε κάτω από τα πλατάνια και βύθιζε τα χέρια του στο παγωμένο νερό. Δεν του έχει μείνει τίποτα εκτός από ερείπια και σε κάθε του επίσκεψη τα τελευταία χρόνια κουβαλούσε μαζί του μία πέτρα από το σπίτι που έμενε μικρός και την έστηνε έξω από το δωματιάκι του στην εσωτερική αυλή της εργατικής κατοικίας στη μεγάλη επαρχιακή πόλη - το υπόλοιπο σπίτι το είχε παραχωρήσει στην κόρη, τον άνδρα της και τον εγγονό τους.
Βάζει τα κλάματα γιατί μάλλον δεν μπορεί να το επισκεφθεί ξανά, με τους πνεύμονες διαλυμένους και τα πόδια που δεν υπακούουν, αυτή η εκδρομή ήταν όλη του η αναπνοή, και τώρα του τη φυλάκισε αυτή η σιχαμένη συσκευή οξυγόνου μέσα της για πάντα και ξυπνάει τα βράδια κάθιδρος για να σιγουρευτεί ότι δεν έχει χάσει και την κανονική του ανάσα.
Έχει απομείνει μόνος του με το κωλόκουτο.
'Οταν γνώρισε τη θεία μου σ'εκείνο το χωριό με τα πλατάνια και τα ποτάμια, και μία ομορφιά μυρωδιών που προσπάθησα να νιώσω πριν από 25 χρόνια για μια φορά που το επισκέφθηκα αλλά δεν - γιατί ξέρεις, δεν είναι μόνο οι μυρωδιές και οι εικόνες, αλλά οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους και εγώ τότε περίπου έφηβη μόνο ως χάσιμο χρόνου μπορούσα να τα μεταφράσω όλα αυτά - ήταν κοντά στα 15 και ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Η θεία μου ένα χρόνο μικρότερη, τον καψουρεύτηκε από τότε - ξεπεταγμένη η θεία - και κάπως "κλέφτηκαν" λίγο αργότερα. Λέω "κάπως" γιατί οι οικογένειες δεν φρίκαραν εντελώς, οπότε όλα καλά για τους δυο τους. Η περιγραφή που γινόταν πάντα για την θεία μου ήταν ότι είχε μάγουλα κατακόκκινα σαν κεράσια και μια μακριά, σφιχτή, ξανθιά πλεξούδα ως τα οπίσθια. Για κάποιο λόγο μέχρι να πεθάνει, επειδή ήταν και κοντογλυκούλα, τη φανταζόμουν στα νιάτα της σαν τη Στρουμφίτα.
Α ναι, πέθανε.
Πριν από δεκαπέντε περίπου μέρες περίπου.
Ταλαιπωρημένη όσο δεν έπαιρνε άλλο, με μη αναστρέψιμη "διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια" (καλά, τύφλωση είναι αυτό μην το ψάχνετε) και καρκίνο σε όλο της το σώμα. Ναι εντάξει κοπελιά, τίποτα άλλο είχαν πάθει ή πλάκα μας κάνεις; Είχαν πάθει και άλλα που δεν τα αναφέρω για να μη γίνω μελό και όχι, κανένα αστείο δεν είχε η φάση τους. Μα κανένα.
Μέσα σε όλο αυτό, με μια ζωή γεμάτη αρρώστιες, μεγάλη οικονομική δυσχέρεια και προβλήματα, να πως η ουσία της ύπαρξής σου μένει να ορίζεται από τις αναμνήσεις των άλλων.
Στο μυαλό μου θα έχω για πάντα το πιο γελαστό και αστείο ζευγάρι θείου θείας που γνώρισα (και πίστεψέ με έχω παραδείγματα, έχουν αρκετά αδέλφια οι γονείς μου στο σύνολο), εκείνους που με το που μάθαιναν ότι θα τους επισκεφθούμε τα ανίψια και θα κοιμόμασταν και κανα δυο βράδια, γέμιζαν το πάνω ντουλάπι της κουζίνας με όλα τα απαγορευμένα, μας έστρωναν τα πιο μοσχομυριστά σεντόνια στους καναπέδες, και άφηναν την αγαπημένη γάτα του καθενός από την αυλή να γουργουρίσει πάνω τους με την δικαιολογία "ε αφού τα παιδιά τις αγαπάνε" και ένα πονηρό κλείσιμο του ματιού σε εμάς που τρέχαμε να παίξουμε ελεύθεροι στην πλατεία και να μην γυρίσουμε αν δεν πάει τουλάχιστον μεσάνυχτα.
Ωραίο όλο αυτό ε, ωραίο και ότι τα τελευταία χρόνια, εκεί που οι αρρώστιες τους έκλειναν, τους καθήλωναν και τους διέλυαν, δεν τους είχα δει σχεδόν καθόλου, παρά μόνο για να τους πηγαινοφέρνω με τη μαμά μου σε κάτι ιατρικά ραντεβού στην Αθήνα. Το γνωστό, πείθεις τον εαυτό σου ότι θέλει αλλά δεν μπορεί, γιατί κάνεις δική σου οικογένεια και ξεχνάς, σαν το χάμστερ που στροβιλίζεται αδιάκοπα στον τροχό του. Και έτσι όπως στροβιλίζεσαι όλα γύρω σου περνούν με ρυθμούς ξέφρενους και - λανθασμένα νομίζεις - άφθαρτους.
Ο θείος μου και η θεία μου χώρισαν με μη αναστρέψιμο τρόπο, πριν από δεκαπέντε μέρες περίπου, μετά από εξήντα χρόνια.
Και ενώ το τέλος της κάπως όλοι, η μαμά μου, η οικογένειά της, τα άλλα αδέλφια, τα ανίψια που τους έκανε όλα τα χατίρια στις διακοπές, το είχαμε χωνέψει, αυτόν εδώ τον αποχαιρετισμό δεν θα τον χωνέψει ποτέ κανείς.
Αυτή τη στάση της νεκροφόρας έξω από την πόρτα του σπιτιού των εργατικών κατοικιών με την μικρή βεραντούλα και την εσωτερική αυλή με το ένα δωματιάκι, τις πέτρες από το χωριό, την μία γάτα που απέμεινε και το κουτί με το οξυγόνο, δεν θα τη ξεχάσει ποτέ κανείς.
Εκεί έγειρε ο θείος μου για να την χαιρετήσει, με το καλώδιο να κρέμεται από τα ρούχα του, τα πόδια πρησμένα χωμένα σε παντόφλες, παπούτσια δεν του χωράνε, ένα πουλόβερ και μία φόρμα γιατί μόνος του δεν μπορεί να αλλάξει και ποιος να πρωτοτρέξει πού μια τέτοια μέρα σκοτεινή, εκεί, έτσι, σταμάτησε το βλέμμα του πάνω στη νεκροφόρα και σκέπασε το όμορφο πρόσωπο με τα χέρια του. Ανίκανος, ανήμπορος για οτιδήποτε άλλο, μόνος πραγματικά για πρώτη φορά στη ζωή του.
Δεν είδαμε κηδεία και δεν νιώσαμε θλίψη γιατί πριν από όλα αυτά προλάβαμε στη διάρκεια μιας στάσης λίγων λεπτών να καταλάβουμε τι σημαίνει συντριβή.
Αναρωτιέμαι αν είναι άδικο μια ζωή γεμάτη αγάπη να ολοκληρώνει τον κύκλο της με τόσο πόνο, από την άλλη στον θάνατο δε γίνεται να μη ζήσεις πόνο, το στοίχημα μάλλον είναι να καταφέρεις να τον βιώσεις αφοσιωμένος, όρθιος, με μία αμυδρή ελπίδα για ζωή. Δεν ξέρω πόσο θα αντέξει να ξαπλώνει ο θείος μόνος του τα βράδια με αμετάκλητη συντροφιά το κουτί, το καλώδιο και μία γάτα.
Δεν ξέρω αν θα μπορέσει ποτέ να ξεπεράσει τη στάση του φέρετρου έξω από την πόρτα του σπιτιού του, εκεί μέσα που σφραγίστηκαν εξήντα χρόνια αληθινής αγάπης, ελπίζω μόνο σε κάποιο διάστημα η ανάμνηση από την γυναίκα του να μην είναι αυτή, αλλά τα κατακόκκινα μάγουλα και η μακριά κοτσίδα. Και η αγάπη.
Αυτή είναι η κλασική ανάρτηση θα την γράψω / δε θα την γράψω / θα την γράψω / δεν θα τη γράψω / θα γράψω κάτι άλλο / ποιον αφορούν αυτά / ας πούμε για τούρτες γενεθλίων / ή και για παιδικές ζωγραφιές.
Την έγραψα μόνο γιατί μου παιδεύει το μυαλό.
Και γιατί με παρότρυνε με τον τρόπο του ο Βαγγέλης Προβιάς στο σεμινάριο δημιουργικής γραφής, το μόνο session που παρακολούθησα στις Ψηφιακές Γειτονιές.
Μπορεί να βγει από την πίσω εσωτερική αυλή μέχρι την μπροστά μικρή βεράντα στο ισόγειο των εργατικών κατοικιών, σε μια μεγάλη επαρχιακή πόλη μπαρουτιασμένη από ναρκωτικά και ανεργία.
Και αυτό γιατί κουβαλάει μαζί του μία συσκευή οξυγόνου με καλώδιο. Γυρίζει από δωμάτιο σε δωμάτιο με τα πόδια πρησμένα από αγγειακά προβλήματα, έτσι όπως μάλλον γυρίζουν οι ελέφαντες στα κλουβιά του ζωολογικού κήπου του Βελιγραδίου - και λέω Βελιγραδίου γιατί εκεί μου έχει πει η φίλη μου ότι έχει έναν τρισάθλιο και μίζερο ζωολογικό κήπο που τον επισκέπτεσαι μόνο για να ψάξεις να βρεις τρόπο εφάμιλλο του σχεδίου στο Prison Break και να ανοίξεις τα κλουβιά.
Ο θείος μου σκέφτεται το ορεινό χωριό του και βάζει τα κλάματα.
Πήγαινε καμια δυο φορές το χρόνο, ξάπλωνε κάτω από τα πλατάνια και βύθιζε τα χέρια του στο παγωμένο νερό. Δεν του έχει μείνει τίποτα εκτός από ερείπια και σε κάθε του επίσκεψη τα τελευταία χρόνια κουβαλούσε μαζί του μία πέτρα από το σπίτι που έμενε μικρός και την έστηνε έξω από το δωματιάκι του στην εσωτερική αυλή της εργατικής κατοικίας στη μεγάλη επαρχιακή πόλη - το υπόλοιπο σπίτι το είχε παραχωρήσει στην κόρη, τον άνδρα της και τον εγγονό τους.
Βάζει τα κλάματα γιατί μάλλον δεν μπορεί να το επισκεφθεί ξανά, με τους πνεύμονες διαλυμένους και τα πόδια που δεν υπακούουν, αυτή η εκδρομή ήταν όλη του η αναπνοή, και τώρα του τη φυλάκισε αυτή η σιχαμένη συσκευή οξυγόνου μέσα της για πάντα και ξυπνάει τα βράδια κάθιδρος για να σιγουρευτεί ότι δεν έχει χάσει και την κανονική του ανάσα.
Έχει απομείνει μόνος του με το κωλόκουτο.
'Οταν γνώρισε τη θεία μου σ'εκείνο το χωριό με τα πλατάνια και τα ποτάμια, και μία ομορφιά μυρωδιών που προσπάθησα να νιώσω πριν από 25 χρόνια για μια φορά που το επισκέφθηκα αλλά δεν - γιατί ξέρεις, δεν είναι μόνο οι μυρωδιές και οι εικόνες, αλλά οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους και εγώ τότε περίπου έφηβη μόνο ως χάσιμο χρόνου μπορούσα να τα μεταφράσω όλα αυτά - ήταν κοντά στα 15 και ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Η θεία μου ένα χρόνο μικρότερη, τον καψουρεύτηκε από τότε - ξεπεταγμένη η θεία - και κάπως "κλέφτηκαν" λίγο αργότερα. Λέω "κάπως" γιατί οι οικογένειες δεν φρίκαραν εντελώς, οπότε όλα καλά για τους δυο τους. Η περιγραφή που γινόταν πάντα για την θεία μου ήταν ότι είχε μάγουλα κατακόκκινα σαν κεράσια και μια μακριά, σφιχτή, ξανθιά πλεξούδα ως τα οπίσθια. Για κάποιο λόγο μέχρι να πεθάνει, επειδή ήταν και κοντογλυκούλα, τη φανταζόμουν στα νιάτα της σαν τη Στρουμφίτα.
Α ναι, πέθανε.
Πριν από δεκαπέντε περίπου μέρες περίπου.
Ταλαιπωρημένη όσο δεν έπαιρνε άλλο, με μη αναστρέψιμη "διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια" (καλά, τύφλωση είναι αυτό μην το ψάχνετε) και καρκίνο σε όλο της το σώμα. Ναι εντάξει κοπελιά, τίποτα άλλο είχαν πάθει ή πλάκα μας κάνεις; Είχαν πάθει και άλλα που δεν τα αναφέρω για να μη γίνω μελό και όχι, κανένα αστείο δεν είχε η φάση τους. Μα κανένα.
Μέσα σε όλο αυτό, με μια ζωή γεμάτη αρρώστιες, μεγάλη οικονομική δυσχέρεια και προβλήματα, να πως η ουσία της ύπαρξής σου μένει να ορίζεται από τις αναμνήσεις των άλλων.
Στο μυαλό μου θα έχω για πάντα το πιο γελαστό και αστείο ζευγάρι θείου θείας που γνώρισα (και πίστεψέ με έχω παραδείγματα, έχουν αρκετά αδέλφια οι γονείς μου στο σύνολο), εκείνους που με το που μάθαιναν ότι θα τους επισκεφθούμε τα ανίψια και θα κοιμόμασταν και κανα δυο βράδια, γέμιζαν το πάνω ντουλάπι της κουζίνας με όλα τα απαγορευμένα, μας έστρωναν τα πιο μοσχομυριστά σεντόνια στους καναπέδες, και άφηναν την αγαπημένη γάτα του καθενός από την αυλή να γουργουρίσει πάνω τους με την δικαιολογία "ε αφού τα παιδιά τις αγαπάνε" και ένα πονηρό κλείσιμο του ματιού σε εμάς που τρέχαμε να παίξουμε ελεύθεροι στην πλατεία και να μην γυρίσουμε αν δεν πάει τουλάχιστον μεσάνυχτα.
Ωραίο όλο αυτό ε, ωραίο και ότι τα τελευταία χρόνια, εκεί που οι αρρώστιες τους έκλειναν, τους καθήλωναν και τους διέλυαν, δεν τους είχα δει σχεδόν καθόλου, παρά μόνο για να τους πηγαινοφέρνω με τη μαμά μου σε κάτι ιατρικά ραντεβού στην Αθήνα. Το γνωστό, πείθεις τον εαυτό σου ότι θέλει αλλά δεν μπορεί, γιατί κάνεις δική σου οικογένεια και ξεχνάς, σαν το χάμστερ που στροβιλίζεται αδιάκοπα στον τροχό του. Και έτσι όπως στροβιλίζεσαι όλα γύρω σου περνούν με ρυθμούς ξέφρενους και - λανθασμένα νομίζεις - άφθαρτους.
Ο θείος μου και η θεία μου χώρισαν με μη αναστρέψιμο τρόπο, πριν από δεκαπέντε μέρες περίπου, μετά από εξήντα χρόνια.
Και ενώ το τέλος της κάπως όλοι, η μαμά μου, η οικογένειά της, τα άλλα αδέλφια, τα ανίψια που τους έκανε όλα τα χατίρια στις διακοπές, το είχαμε χωνέψει, αυτόν εδώ τον αποχαιρετισμό δεν θα τον χωνέψει ποτέ κανείς.
Αυτή τη στάση της νεκροφόρας έξω από την πόρτα του σπιτιού των εργατικών κατοικιών με την μικρή βεραντούλα και την εσωτερική αυλή με το ένα δωματιάκι, τις πέτρες από το χωριό, την μία γάτα που απέμεινε και το κουτί με το οξυγόνο, δεν θα τη ξεχάσει ποτέ κανείς.
Εκεί έγειρε ο θείος μου για να την χαιρετήσει, με το καλώδιο να κρέμεται από τα ρούχα του, τα πόδια πρησμένα χωμένα σε παντόφλες, παπούτσια δεν του χωράνε, ένα πουλόβερ και μία φόρμα γιατί μόνος του δεν μπορεί να αλλάξει και ποιος να πρωτοτρέξει πού μια τέτοια μέρα σκοτεινή, εκεί, έτσι, σταμάτησε το βλέμμα του πάνω στη νεκροφόρα και σκέπασε το όμορφο πρόσωπο με τα χέρια του. Ανίκανος, ανήμπορος για οτιδήποτε άλλο, μόνος πραγματικά για πρώτη φορά στη ζωή του.
Δεν είδαμε κηδεία και δεν νιώσαμε θλίψη γιατί πριν από όλα αυτά προλάβαμε στη διάρκεια μιας στάσης λίγων λεπτών να καταλάβουμε τι σημαίνει συντριβή.
Αναρωτιέμαι αν είναι άδικο μια ζωή γεμάτη αγάπη να ολοκληρώνει τον κύκλο της με τόσο πόνο, από την άλλη στον θάνατο δε γίνεται να μη ζήσεις πόνο, το στοίχημα μάλλον είναι να καταφέρεις να τον βιώσεις αφοσιωμένος, όρθιος, με μία αμυδρή ελπίδα για ζωή. Δεν ξέρω πόσο θα αντέξει να ξαπλώνει ο θείος μόνος του τα βράδια με αμετάκλητη συντροφιά το κουτί, το καλώδιο και μία γάτα.
Δεν ξέρω αν θα μπορέσει ποτέ να ξεπεράσει τη στάση του φέρετρου έξω από την πόρτα του σπιτιού του, εκεί μέσα που σφραγίστηκαν εξήντα χρόνια αληθινής αγάπης, ελπίζω μόνο σε κάποιο διάστημα η ανάμνηση από την γυναίκα του να μην είναι αυτή, αλλά τα κατακόκκινα μάγουλα και η μακριά κοτσίδα. Και η αγάπη.
Αυτή είναι η κλασική ανάρτηση θα την γράψω / δε θα την γράψω / θα την γράψω / δεν θα τη γράψω / θα γράψω κάτι άλλο / ποιον αφορούν αυτά / ας πούμε για τούρτες γενεθλίων / ή και για παιδικές ζωγραφιές.
Την έγραψα μόνο γιατί μου παιδεύει το μυαλό.
Και γιατί με παρότρυνε με τον τρόπο του ο Βαγγέλης Προβιάς στο σεμινάριο δημιουργικής γραφής, το μόνο session που παρακολούθησα στις Ψηφιακές Γειτονιές.
27.3.14
Το τυψειόμετρο.
Προχωράω με μία φίλη μου κάπου στην Ερμού, τα τρία παιδιά μας κάνουν αγώνες τρεξίματος μπροστά και ο γιος μου βέβαια κερδίζει συνέχεια με άνεση τα μικρά κοριτσάκια - καθόλου ιππότης, φτάνει στο τέρμα και τα κοιτάει με σαρδόνιο χαμόγελο ενώ διαμαρτύρεται κιόλας που τους λέμε μπράβο.
Μιλάμε λίγο για δουλειά και μου αναφέρει χαρούμενη ότι περιμένει να την απολύσουν.
Εγώ δεν θα ήμουν μάλλον τόσο χαρούμενη. Τώρα βέβαια το λέω αυτό, που το πέρασα, τότε που έγινε ήμουν κι εγώ τρισευτυχισμένη, σίγουρη ότι πρόκειται μπροστά μου να ξεδιπλωθεί ένας καινούργιος υπέροχος κόσμος. Καλά, μπορεί εγώ να μην τον ξεδίπλωσα.
Στην αναμενόμενη ερώτηση "και τί θα κάνεις" - εκεί δηλαδή που παίρνω την αναμενόμενη απάντηση, αρχικά φριλά(ν)τζες - μου μιλάει για την κόρη της. Ότι θα περνάνε χρόνο μαζί και θα κάνουν πολλά περισσότερα μαζί, ότι τα απογεύματα δεν θα είναι αγώνας δρόμου μεταξύ του γραφείου και του σπιτιού-μπάχαλου με την κοπέλα να την περιμένει στην πόρτα, την τσάντα της να ανοίγει στο δρόμο και εκείνη να μη γυρίζει ούτε να κοιτάξει γιατί πρέπει να προλάβει, να προλάβει να δει την κόρη της, να την κάνει μπάνιο και να της ξεμπλέξει τα μαλλιά, να προλάβει έστω μισό παραμύθι για καληνύχτα. Ακούγονται λίγο μελό σε κάποιους όλα αυτά, μπορεί και να είναι, μπορεί όμως να περιγράφουν και συγκρατημένα την πραγματικότητα μιας νέας μαμάς που μεγαλώνει ένα παιδί μόνη της χωρίς να ζουν οι παππούδες του στο κάτω διαμέρισμα.
Τη βλέπω μόνο δύο τρεις ώρες την ημέρα, μου λέει με παράπονο, και έχω τύψεις.
Κάνω υπολογισμό με δάχτυλα, είμαι κοντά στο δίωρο, εγώ τους βλέπω 45 λεπτά το πρωί και συνήθως μία με μιάμιση ώρα το βράδυ. Στα καλά μου, και όχι και τις πέντε καθημερινές της εβδομάδας. Και δεν νιώθω τύψεις γι'αυτό.
Σκέφτομαι διάφορα πάλι, με ξανα-αναμενόμενο το ότι είμαι μία χάλια μάνα, και πώς μπορώ να ξεχνάω τί ωραία που ήταν η ζωή μου όταν είχα χρόνο και για εμένα και ταυτόχρονα και για την οικογένειά μου, αλλά δεν είχα ούτε χρήματα ούτε απασχόληση, και παρόλα αυτά μου έλειπαν μόνο πολύ συγκεκριμένα πράγματα που δεν είμαι ακόμα απόλυτα σίγουρη ότι στην ουσία τους κερδίζονται από μία δουλειά σε ένα ωραίο γραφείο.
Κουνάω το κεφάλι μου για να φύγει από μπροστά το τυψειόμετρο, αυτό που καθορίζει υποτίθεται αν αγαπάω,αν θέλω,αν μπορώ,αν κάνω τελικά. Δεν υπάρχει μαμά ναι, και μπαμπάς, χωρίς τύψεις. Είναι έτσι προγραμματισμένο το τσιπάκι. Αναλόγως το μοντέλο οικογένειας, το καθημερινό πρόγραμμα και τις προτεραιότητες, μην σκεφθείτε μόνο αναλογίες χρόνου, σκεφθείτε επιλογές και αποφάσεις, μικρές θυσίες που δεν έγιναν, ακόμα και ρούχα που δεν φορέθηκαν, ή προσκλήσεις για πάρτυ που κρύφτηκαν, στάζει η σταγόνα στο τυψειόμετρο του γονιού και άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο, είναι και αυτό τελικά που τον καθορίζει.
Τι κι αν κάνω πρόσθεση με τα δάχτυλα και βγάζω μετά μέσο όρο τα 108 περίπου λεπτά της ημέρας που μας αντιστοιχούν, ξέρω ότι τα σαββατοκύριακά μου είναι αφιερωμένα εκεί αποκλειστικά και αν κάτι προκύψει τότε, θα το ξεπετάξω, θα κοιτάξω ρολόι, θα σνομπάρω την τελευταία γουλιά καφέ και θα αφήσω την τελευταία κουβέντα της φίλης μου να κρέμεται στο στόμα σαν σταλακτίτης στο σπήλαιο του Διρού.
Και αν προγραμματίζω με τρέλα τετραήμερο για συναυλία στο εξωτερικό, και ενθουσιάζομαι που τα αεροπορικά τα πετύχαμε σε ανεκτή οικονομική φάση και τα εισιτήρια της συναυλίας δεν χάθηκαν κάπου στις Άλπεις και βρήκαν το δρόμο τους προς το ταπεινό Παγκράτι (δεν φταίω, με τρομοκράτησαν οι άλλοι, με αυτό το άγχος ξυπνούσα τα πρωινά), στο επόμενο καρέ έχω αποφασίσει ότι δεν πρόκειται να ξεστομίσω στα παιδιά την πόλη του βασικού προορισμού επειδή πολύ απλά δεν θα έχω τί να απαντήσω στο "και γιατί όχι και εμείς" και στο μεθεπόμενο χαζεύω μια οικογένεια που γυρνάει τον κόσμο προσφέροντας στα πολύ μικρά παιδιά της εμπειρίες και εικόνες που δεν πρόκειται να δω ούτε σε άλλες πέντε ζωές. Που θα τις ζήσω εννοείται.
The family without borders και παρότι έγινε πολλή κουβέντα στο fb περί χορηγών και καταπίεσης κλπ, εγώ αυτούς εδώ από τη μία τους αγάπησα και από την άλλη τους μίσησα γιατί τίγκαραν το γαμω-τυψειόμετρό μου.
Ταλαιπωρία σου λέω να είσαι μαμά. Μεγάλη ταλαιπωρία.
Μιλάμε λίγο για δουλειά και μου αναφέρει χαρούμενη ότι περιμένει να την απολύσουν.
Εγώ δεν θα ήμουν μάλλον τόσο χαρούμενη. Τώρα βέβαια το λέω αυτό, που το πέρασα, τότε που έγινε ήμουν κι εγώ τρισευτυχισμένη, σίγουρη ότι πρόκειται μπροστά μου να ξεδιπλωθεί ένας καινούργιος υπέροχος κόσμος. Καλά, μπορεί εγώ να μην τον ξεδίπλωσα.
Στην αναμενόμενη ερώτηση "και τί θα κάνεις" - εκεί δηλαδή που παίρνω την αναμενόμενη απάντηση, αρχικά φριλά(ν)τζες - μου μιλάει για την κόρη της. Ότι θα περνάνε χρόνο μαζί και θα κάνουν πολλά περισσότερα μαζί, ότι τα απογεύματα δεν θα είναι αγώνας δρόμου μεταξύ του γραφείου και του σπιτιού-μπάχαλου με την κοπέλα να την περιμένει στην πόρτα, την τσάντα της να ανοίγει στο δρόμο και εκείνη να μη γυρίζει ούτε να κοιτάξει γιατί πρέπει να προλάβει, να προλάβει να δει την κόρη της, να την κάνει μπάνιο και να της ξεμπλέξει τα μαλλιά, να προλάβει έστω μισό παραμύθι για καληνύχτα. Ακούγονται λίγο μελό σε κάποιους όλα αυτά, μπορεί και να είναι, μπορεί όμως να περιγράφουν και συγκρατημένα την πραγματικότητα μιας νέας μαμάς που μεγαλώνει ένα παιδί μόνη της χωρίς να ζουν οι παππούδες του στο κάτω διαμέρισμα.
Τη βλέπω μόνο δύο τρεις ώρες την ημέρα, μου λέει με παράπονο, και έχω τύψεις.
Κάνω υπολογισμό με δάχτυλα, είμαι κοντά στο δίωρο, εγώ τους βλέπω 45 λεπτά το πρωί και συνήθως μία με μιάμιση ώρα το βράδυ. Στα καλά μου, και όχι και τις πέντε καθημερινές της εβδομάδας. Και δεν νιώθω τύψεις γι'αυτό.
Σκέφτομαι διάφορα πάλι, με ξανα-αναμενόμενο το ότι είμαι μία χάλια μάνα, και πώς μπορώ να ξεχνάω τί ωραία που ήταν η ζωή μου όταν είχα χρόνο και για εμένα και ταυτόχρονα και για την οικογένειά μου, αλλά δεν είχα ούτε χρήματα ούτε απασχόληση, και παρόλα αυτά μου έλειπαν μόνο πολύ συγκεκριμένα πράγματα που δεν είμαι ακόμα απόλυτα σίγουρη ότι στην ουσία τους κερδίζονται από μία δουλειά σε ένα ωραίο γραφείο.
Κουνάω το κεφάλι μου για να φύγει από μπροστά το τυψειόμετρο, αυτό που καθορίζει υποτίθεται αν αγαπάω,αν θέλω,αν μπορώ,αν κάνω τελικά. Δεν υπάρχει μαμά ναι, και μπαμπάς, χωρίς τύψεις. Είναι έτσι προγραμματισμένο το τσιπάκι. Αναλόγως το μοντέλο οικογένειας, το καθημερινό πρόγραμμα και τις προτεραιότητες, μην σκεφθείτε μόνο αναλογίες χρόνου, σκεφθείτε επιλογές και αποφάσεις, μικρές θυσίες που δεν έγιναν, ακόμα και ρούχα που δεν φορέθηκαν, ή προσκλήσεις για πάρτυ που κρύφτηκαν, στάζει η σταγόνα στο τυψειόμετρο του γονιού και άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο, είναι και αυτό τελικά που τον καθορίζει.
Τι κι αν κάνω πρόσθεση με τα δάχτυλα και βγάζω μετά μέσο όρο τα 108 περίπου λεπτά της ημέρας που μας αντιστοιχούν, ξέρω ότι τα σαββατοκύριακά μου είναι αφιερωμένα εκεί αποκλειστικά και αν κάτι προκύψει τότε, θα το ξεπετάξω, θα κοιτάξω ρολόι, θα σνομπάρω την τελευταία γουλιά καφέ και θα αφήσω την τελευταία κουβέντα της φίλης μου να κρέμεται στο στόμα σαν σταλακτίτης στο σπήλαιο του Διρού.
Και αν προγραμματίζω με τρέλα τετραήμερο για συναυλία στο εξωτερικό, και ενθουσιάζομαι που τα αεροπορικά τα πετύχαμε σε ανεκτή οικονομική φάση και τα εισιτήρια της συναυλίας δεν χάθηκαν κάπου στις Άλπεις και βρήκαν το δρόμο τους προς το ταπεινό Παγκράτι (δεν φταίω, με τρομοκράτησαν οι άλλοι, με αυτό το άγχος ξυπνούσα τα πρωινά), στο επόμενο καρέ έχω αποφασίσει ότι δεν πρόκειται να ξεστομίσω στα παιδιά την πόλη του βασικού προορισμού επειδή πολύ απλά δεν θα έχω τί να απαντήσω στο "και γιατί όχι και εμείς" και στο μεθεπόμενο χαζεύω μια οικογένεια που γυρνάει τον κόσμο προσφέροντας στα πολύ μικρά παιδιά της εμπειρίες και εικόνες που δεν πρόκειται να δω ούτε σε άλλες πέντε ζωές. Που θα τις ζήσω εννοείται.
The family without borders και παρότι έγινε πολλή κουβέντα στο fb περί χορηγών και καταπίεσης κλπ, εγώ αυτούς εδώ από τη μία τους αγάπησα και από την άλλη τους μίσησα γιατί τίγκαραν το γαμω-τυψειόμετρό μου.
Ταλαιπωρία σου λέω να είσαι μαμά. Μεγάλη ταλαιπωρία.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





