7.10.14

Αλεγκρ(ί)α


Πριν από μερικές μέρες έφερα στο σπίτι ένα πολύ μικρό κατάμαυρο γατάκι.
Δεν είχα ποτέ κατάμαυρο γατάκι, ούτε είχε τύχει να φροντίζω μαύρη γάτα, οπότε όταν μου είπαν τα παιδιά - ο W. το είδε και στον ύπνο του λέει - ότι θα ήθελαν το καινούργιο γατάκι να είναι μαύρο, είπα να έχω αυτό ως το μοναδικό κριτήριο. Α ναι, και να είναι οπωσδήποτε αδεσποτάκι, ιδανικά θα ήθελα να το βρω να κλαίει τρομαγμένο και απαρηγόρητο στην νησίδα στη μέση της Κηφισίας και εγώ να γινόμουν με αυτοθυσία ο Σωτήρας - αυτό το τελευταίο δεν μου έκατσε. Καλά, προτιμούσα και γάτο με μεγάλο κεφάλι και λιονταρίσια φάτσα γιατί γενικά είναι πιο όμορφοι και αρχοντικοί. Ούτε αυτό μου έκατσε βέβαια.
Παρότι δεν υπήρχε κανένας χρονικός ή άλλος περιορισμός και ενώ έλεγα ότι θα το ψάξω να βρω μια μούρη να μου κάνει κλικ ή καμία ψυχοπονιάρικη, άθλια σιτουασιόν, το γατάκι τελικά δεν το διάλεξα. Συναντήθηκα με την κυρία που το περιμάζεψε στο Ολυμπιακό στάδιο, πήρα ένα πολύ μικρό τυχαίο κατάμαυρο γατάκι μέσα σε ένα κουτί μεταφοράς, που λίγο έκλαιγε λίγο έπαιζε με το παλιό φουλάρι της κυρίας στο κουτί, και το πήγα σπίτι.  Χωρίς να το έχω δει καν, ήταν βράδυ, ήταν μαύρο και παρόλο που άναβα το φως πάνω από τον καθρέφτη, μέσα στο κουτί μπορούσα να διακρίνω μόνο μια στρογγυλή μουτζούρα.
Στη διαδρομή δεν έβαλα μουσική για να μη φοβηθεί. Σκεφτόμουν τις τελευταίες μέρες της Λούνας και ένιωθα μόνο τύψεις, καθόλου αγάπη για το μωρό στο κουτί, παρά μόνο τύψεις που τώρα ξέρω περισσότερα, που θα είμαι καλύτερη, που έχω εξηγήσει στα παιδιά σωστότερα, που θα πηγαίνω στο γιατρό συχνότερα.
'Οταν έφτασα σπίτι έτυχε και πάρκαρα στην ίδια ακριβώς θέση, μπροστά από την πολυκατοικία, όπως εκείνη τη Δευτέρα.  Έχω αρκετές φορές υπάρξει τυχερή και έχω βρει αυτή την ίδια θέση, αλλά δεν μου χτύπησε καμπανάκι ποτέ πριν.  Σχεδόν πέταξα το κουτί - που είναι κλουβί μάλλον μεταφοράς, αλλά μου τη δίνει να το λέω κλουβί - στο πεζοδρόμιο. Εκείνη τη Δευτέρα είχα γυρίσει σπίτι βράδυ με ένα παρόμοιο κουτί και την γριά γάτα μου μέσα, πεθαμένη, είκοσι φορές πιο βαριά.  Αυτό το πούπουλο όλο ζωή εκεί μέσα, με το σπασμένο μωρουδίστικό του κλάμα, με ενόχλησε.  Γιατί ήταν αυτό και δεν ήταν η γάτα μου.
Στο σπίτι βέβαια έγινε πάρτυ.  Τα παιδιά έχασαν το μυαλό τους κανονικά, ξεκίνησαν το ζούληγμα, το κυνηγητό, τα τραγούδια, το αράδιασμα ονομάτων (με χειρότερο όταν η μικρή πέταξε ΝΑ ΤΗΝ ΠΟΥΜΕ ΝΤΟΡΑ), τις αγκαλιές, τα χοροπηδητά, τους ρόλους.  Ο γιος μου έκανε κατασκευές και έβαζε την γάτα να τις δοκιμάζει - ένα τούνελ από χαρτόνι, μια τσουλήθρα με μαξιλάρια και η κόρη μου το έπαιζε μαμά, το σκέπαζε, το νανούριζε, το χτένιζε.
Έκρηξη ευτυχίας.
Και όσο και αν συνέκρινα στην αρχή αυτό το μικρό πλάσμα με την υπέροχη γάτα του παρελθόντος, και όσο και αν έλεγα ότι αυτές οι τύψεις δεν θα με εγκαταλείψουν ποτέ - μέχρι και γιατί του ψώνισα τόσα πράγματα ενώ εκείνη είχε λιγότερα, με πήρε και εμένα το ωστικό κύμα και άρχισα να αγαπώ το κατράμι γατάκι λίγο. Και κάθε μέρα λίγο περισσότερο. 
Για να φτάσω να σκεφτώ τελικά ότι φυσικά μπορείς να αγαπάς κάτι και όταν αυτό πεθάνει.
Και φυσικά μπορείς να το αντικαταστήσεις με κάποιον τρόπο στη ζωή σου, με όποιον τρόπο σε πληγώνει απαλότερα, πολλαπλασιάζοντας αγάπη και φροντίδα, χωρίς όμως ποτέ να το αντικαθιστάς και στο μυαλό σου.

Στον έρωτα όμως δεν πρέπει να πηγαίνει έτσι, γιατί ως πότε να αγαπάς κάτι που πέθανε, ως πότε να κρατάς στο μυαλό σου θέσεις. Εκεί, τις σκοτώνεις τις γάτες όταν γεράσουν. 

Για μία φίλη. Τα φιλιά μου.

πι.ες: Το γατόνι το είπαμε τελικά Αλέγκρα, όπως κέφι χορός μπρίο δηλαδή.


3.9.14

Προεμμηνορροϊκό σύνδρομο, το γνωστό.


Είναι μάλλον επειδή περιμένω περίοδο, ζεσταίνομαι υπερβολικά τα βράδια, έχω κράμπες στους μηρούς και περιμένω στη γωνία το πρώτο ανυποψίαστο θύμα που θα μου φέρει αντίρρηση ή θα κορνάρει μόλις ανάψει το πράσινο. Για να του ουρλιάξω φυσικά.
Γενικά προσπαθώ να μη φωνάζω, ούτε εκείνο το κρίσιμο λεπτό που ο σφυγμός χτυπάει σαν τρελός στους κροτάφους μου, το όποιο επιχείρημα ορθώνεται απέναντί μου κρατάει ταμπέλα "είμαι μια αδιανόητη παπαριά" και το σώμα μου αδειάζει από συναίσθημα γιατί γεμίζει από θυμό και δεν μας χωράει όλους. Γενικά δεν τα καταφέρνω πάντα και έτσι είμαι μάλλον εγώ, όπως αντίστοιχα κάτι άλλοι άνθρωποι μπορούν να κοιτάξουν με το βλέμμα του βοδιού το συνάδελφο στη δουλειά που θα προσβάλλει τη νοημοσύνη τους χωρίς δεύτερη σκέψη και αυτό όχι επειδή δεν το έπιασαν αλλά επειδή δεν θέλουν να ασχοληθούν. Σε φάσεις που τους θαυμάζω αυτούς.
Αλλά, όχι, Ο.Χ.Ι, το pms δεν είναι μύθος. Αντίστοιχα μπορεί να σου πει κάποιος ότι δεν είναι και δικαιολογία αλλά δεν μπορεί,θα είναι. Είμαστε σίγουρες πλέον ότι είναι οπότε μην αντιτίθεστε και σε αυτό. Τουλάχιστον έτσι είπα εγώ στον εαυτό μου όταν έγινε ΤΟ περιστατικό.
Βρίσκομαι στην κουζίνα της μαμάς μου που έχει φτιάξει το καλύτερο παστίτσιο όλων των εποχών. 'Εξω η ζέστη μου φαίνεται αφόρητη, η κοιλιά μου είναι πρησμένη για τους λόγους που είπαμε πριν καν φάω την πρώτη μπουκιά και έχω πάει με τα παιδιά στο σπίτι των παππούδων για βόλτα γιατί πρώτον βαριούνται, δεύτερον βαριέμαι και τρίτον θα φάω το καλύτερο παστίτσιο όλων των εποχών - πάμε άλλη μία με χειροκρότημα.  Έχουμε κάτσει, όλοι οι υπόλοιποι χαρωποί, εγώ με μούτρα χωρίς λόγο και με εκνευρισμό φυσικά, και ο γιος μου με διάθεση να βοηθήσει στο σερβίρισμα αρπάζει από το συρτάρι δύο τεράστιες ασημένιες κουτάλες από τη συλλογή που διατηρεί η μαμά μου, γνωστή αλλιώς και ως η εθισμένη-στα-ακριβά-σερβίτσια-που-δεν-έχουμε-τί-να-τα-κάνουμε. Και επειδή δεν έχουμε τί να τα κάνουμε άλλωστε, αρχίζει και κοπανάει τις κουτάλες με τη μανία του Πάνα σε διονυσιακό όργιο ενώ με κοιτάει με σαρδόνιο χαμόγελο. 'Η έτσι τουλάχιστον νομίζω εγώ.
Πιάνω το κεφάλι μου. Νομίζω ότι ένα σφυρί έχει βυθιστεί στο κρανίο μου αριστερά και πολτοποιεί νεύρα και μυαλά ενώ από πίσω περιμένει να μπει ένα τρυπάνι. Μιλάω χαμηλά μάλλον γιατί ακόμα και ο ήχος της φωνής μου μού προκαλεί δυσφορία.
- Βάλτερ. Σταμάτα.
Ο μικρός Πάνας με γράφει, εννοείται. Η γιαγιά του το επαναλαμβάνει λιγότερο αποφασιστικά, κολλάει και ένα "αγοράκι μου" δίπλα, ο θόρυβος συνεχίζεται απειλητικός.
- Σταμάτα σε παρακαλώ, με πονάει το κεφάλι μου.
Ο τόνος μου ανεβαίνει.
- Δεν είναι δικές σου οι κουτάλες, ούτε δικό σου το σπίτι για να μου πεις τί θα κάνω, μου απαντάει εκείνος με μία αμφίβολη σιγουριά, ξέρει ότι περπατάει σε τεντωμένο σκοινί αλλά θέλει να με ρίξει πριν σκάσει πάνω μου σαν το καρπούζι.
Σηκώνομαι και πηγαίνω κοντά του. Μου κοπανάει τις κουτάλες μες στα μούτρα, μου φαίνεται πιο θρασύς και από το τελευταίο κακομαθημένο κωλόπαιδο, ένα μικρό τέρας που θέλει επίμονα να με γονατίσει, να με τρελάνει, να με εξευτελίσει.
- Σταμάτα σου είπα!
Φωνάζω.  Game over.  Το ξέρω ότι έχω χάσει.
Βάζει τη γλώσσα ανάμεσα στα δόντια και φυσάει φτύνοντας σάλια, μια φρικτή συνήθεια που απέκτησε, ανέπτυξε και τελικά άφησε πίσω του υποτίθεται κατά τη διάρκεια του νηπιαγωγείου όταν του εξήγησα επανειλημμένα και ήρεμα πόσο άσχημο και περιφρονητικό είναι αυτό για το συνομιλητή του.
Με περιφρονεί, να, αυτό κάνει, εμένα που έχω δώσει τα πάντα, που τον αγαπώ τόσο, που με πονάει η μέση, η κοιλιά και το κεφάλι μου γιατί θα αδιαθετήσω, που μισώ τη ζέστη και το ξέρει, που είμαι η μανούλα του που τραγουδάει τσιρίζοντας στο αυτοκίνητο για να τον κάνει να γελάει, που θέλω να του δώσω μία και να του ανοίξω το κεφάλι στα τέσσερα.
Και του δίνω. 'Οχι τέτοια, μία προφανώς πιο ελαφριά αλλά αρκετά προσβλητική στο στόμα για να βάλει τη γλώσσα μέσα, για να σταματήσει να κάνει αυτή την αηδία που σιχαίνομαι, γιατί δεν έχω διάθεση να του ξαναεξηγήσω.  Γιατί έχω ξεχάσει την ηρεμία μου σε άλλο όροφο.
Το δυστύχημα είναι ότι φοράω δύο δαχτυλίδια. Το οποίο είναι περίεργο, γιατί γενικά δεν φοράω σχεδόν ποτέ δύο δαχτυλίδια, και αν συμβεί αυτό αυτά δεν είναι ποτέ χοντροκομμένα και φθηνά.  Αλλά φοράω δύο χοντροκομμένα, φθηνά δαχτυλίδια που το ένα από πίσω έχει μία εξοχή από αυτές τις αόρατες που σου καταστρέφουν συνέχεια τα πουλόβερ, αλλά εγώ δεν το ξέρω ή δεν το θυμάμαι, γιατί δεν φοράω καθόλου συχνά αυτό το μαλακισμένο δαχτυλίδι. Και του σκίζω το χείλος.
Η πρώτη μαχαιριά έρχεται από τα βλέμματα των γονιών μου. Ο μπαμπάς μου νομίζω ψελλίζει κιόλας, μα είσαι καλά, τί έκανες, και η δεύτερη από την κόρη μου που γυρνάει στο πιάτο της και αρχίζει να τρώει το παστίτσιο αμίλητη λες και είναι το τελευταίο μας γεύμα. Να κάνει σαν να μην έγινε τίποτα, "to make it go away". Θλιβερό.
Πριν εξαφανιστεί στο δωμάτιο μέσα, και τελικά φάει εκεί, ο γιος μου με αποτελειώνει.
Με μάτια βουρκωμένα, χέρια που τρέμουν και φλέβες που τινάζονται στον λαιμό, με κοιτάει με κάτι σαν απαξίωση, δυστυχία και ανεξέλεγκτο θυμό για να μου πει την ατάκα που έγραψε μέσα μου για πάντα.  Τουλάχιστον έτσι νομίζω τώρα, ότι είναι για πάντα.
"Αν δεν υπήρχες εσύ, όλα θα ήταν καλύτερα. Να φύγεις από το σπίτι μας και να μην ξαναγυρίσεις".
Δεν ξέρω τί από όλα βίωσα με μεγαλύτερη δυσκολία, τί από όλα με γέμισε περισσότερες ενοχές. 'Οτι τον χτύπησα, ότι είχε μέσα του τόσο συσσωρευμένο θυμό, ότι ξεστόμισε τόσο σκληρά λόγια, ότι για άλλη μια φορά ήμουν ανεπαρκής και δεν τα κατάφερα, ότι αν κοντραριζόμαστε έτσι τώρα πώς θα καταλήξουμε σε μερικά χρόνια;
Δεν έφαγα ούτε μία μπουκιά από το καλύτερο παστίτσιο του κόσμου.  Η κόρη μου προσπάθησε δυο τρεις φορές να με διασκεδάσει, η μαμά μου να σταματήσει να με κοιτάει με αποδοκιμασία, ο μπαμπάς μου με τρόμο. Έβγαλα το δαχτυλίδι και το πέταξα και αποφάσισα εκείνη τη στιγμή, εκείνη την ώρα, ότι είμαι η χειρότερη μαμά του κόσμου.  Και άρα, για αυτό εκείνος γίνεται έτσι.  'Οπως και να το δεις, φταίω εγώ.
Εντάξει μπορεί να το βίωσα λίγο βαριά, και μπορεί αν δεν είχε γίνει το ατύχημα με το δαχτυλίδι και ο γιος μου δεν το έπαιζε και λίγο drama queen βγάζοντας πιο σπαρακτικές κραυγές και από ζώο στο σφαγείο, το impact πάνω μου να μην ήταν το ίδιο.
Είναι καλό πάντως που ήταν αυτό, γιατί ακόμα και αν δεν έχω βρει απόλυτα τον τρόπο να διαχειριστώ εκείνο το κρίσιμο λεπτό που όλο το σύμπαν έχει συνωμοτήσει εναντίον μου και η μόνη λύση είναι να τρέξω επιτόπου σε κανένα λιβάδι με μπάφο στο χέρι και σανδάλια μέχρι το επόμενο πρωί -άρα, καμία λύση πιθανή στον ορίζοντα- έχω βρει τη δύναμη να το παλεύω. Είμαι τόσο απρόβλεπτη σε αυτά που όλες μου ο φίλες με κοιτάνε χαμογελώντας ενώ στο μπολ έχει δημιουργηθεί μία ρευστή μύξα με απροσδιόριστο χρώμα από αμφίβολα υλικά η οποία έχει καταλήξει με παφλασμό στο πάτωμα πιτσιλίζοντας ό,τι βρίσκεται εκεί γύρω και μου λένε, είναι φοβερό είσαι τόσο ήρεμη με τα παιδιά, μπράβο, και είναι και κάποιες περιπτώσεις, ευτυχώς ελάχιστες, που φέρομαι σαν καμία καταπιεσμένη ανέραστη με χίλια προβλήματα φορτωμένα στην πλάτη της και δυσοίωνο οικογενειακό παρελθόν.
Ή μπορεί να μη χρειάζεται καν να κάθομαι να σκέφτομαι και να γράφω για αυτά. Μπορεί να έπρεπε να ξαναπώ τί υπέροχα περάσαμε το καλοκαίρι και τί έξυπνα παιδιά έχω, πόσο σπουδαίο είναι να περνάς μαζί τους χρόνο και να τα μαθαίνεις να μη φοβούνται τις βουτιές από τα βράχια, πόσο θες κάθε Σεπτέμβρη να ξέρουν και να θυμούνται τί φανταστικά καλοκαίρια ζήσατε μαζί και να μην αμφισβητούν την εικόνα της τέλειας μαμάς με τα αλμυρά μαλλιά και τα χαζά χορευτικά στην άμμο, ούτε για ένα λεπτό.
Μπορεί να έπρεπε να γράψω όλα αυτά, να έχω ποστάρει και μία τιρκουάζ φωτογραφία και να τελείωνε το θέμα.
Γιατί απλά, μπορεί να έφταιγε το pms. Πόσο κουτή δικαιολογία.





14.7.14

Μπουστάρισμα.

Λίγο σλόου η κατάσταση τελευταία σε αυτό εδώ το μπλογκ, έτσι είναι όταν λείπουν τα παιδιά, πλακώνεσαι στις εξόδους με φίλους, στις σειρές και στα βιβλία, στο κυριακάτικο χάζεμα στο κρεβάτι και δεν έχεις καινούργιες ζωγραφιές, αγκαλιές, ούτε καινούργια μυαλά για να γράψεις κάτι, κάπως σαν ο χρόνος να παγώνει ή μάλλον σαν να τον καταλαβαίνεις πιο ξέφρενα όταν τα κυνηγάει και εκείνος μαζί σου. Αλλά το σπίτι είναι τακτοποιημένο. Και δεν βάζουμε και πολλά πλυντήρια.
Με αυτή την άνεση του τύπου παιδιά όποτε θέλετε κρασί, καφέ, κοκτέιλ, γκομενική ανάλυση, εγώ είμαι εδώ για εσάς με ώρες για φάγωμα και βενζίνη στο ρεζερβουάρ, συνάντησα προχθές μια πολύ καλή μου φίλη και μαμά δις, ζαλισμένη από τα πήγαινελα στους γιατρούς γιατί όταν έχεις δύο παιδιά και νομίζεις ότι τα έχεις κάνει όλα και μπορείς επιτέλους να χαθείς σε κανα νησί, α τότε βγαίνουν κι άλλα και δεν μπορείς να χαθείς πουθενά αν δεν τελειώσεις με τις γαμωεξετάσεις. Η αλήθεια είναι, αυτή δεν είναι η περίπτωση της φίλης μου που είναι τυπική, ότι περιμένεις και λίγο πριν κλείσεις τα εισιτήρια του πλοίου να κλείσεις και κάτι ξεχασμένα τσεκ απ οπότε καλά να πάθεις. Αυτή είναι η περίπτωση η δική μου.
Η φίλη λοιπόν, από τότε που ο γιος ήταν 18 μηνών τραβιέται με αναπτυξιολόγους γιατί τότε διαπιστώθηκε από την παιδίατρο ότι το μωρό δεν μεγάλωνε ικανοποιητικά. Η φίλη είναι συνεπής στα ραντεβού της και στις εξετάσεις, ακούει και προσπαθεί να συντονιστεί με ό,τι της λένε για διατροφή, για ώρες ύπνου, για αθλήματα - βέβαια αν έχεις και λίγο εμπειρία από παιδιά καταλαβαίνεις ότι όλο αυτό είναι υπερδύσκολο, το γάλα, το κολύμπι, ο ύπνος από τις 20.30' το αργότερο, οι διατάσεις, όλα αυτά μαζί, αλλά κάνεις το καλύτερό σου για να αποφύγεις τη φαρμακευτική θεραπεία με αυξητική ορμόνη ή για να κερδίσεις ακόμα περισσότερο από το αποτέλεσμα που θα είχαν οι ενέσεις από μόνες τους.  Τέλος πάντων, εγώ προφανώς και δεν είμαι γιατρός απλά έχει τύχει να διαβάσω 2-3 άρθρα για αυτή τη θεραπεία στο Παίδων και σε άλλα τρία νοσοκομεία στην Ελλάδα αν δεν κάνω λάθος, αλλά ήθελα να καταλάβω αν η έλλειψη της ορμόνης δημιουργεί στο παιδί και άλλου τύπου παθολογικά ή ιατρικά προβλήματα ή αν ουσιαστικά αντιμετωπίζει το "πρόβλημα" του "είναι κοντός". Από ότι μου είπε η φίλη μου, αφορά ίσως και στην αδυναμία κατασκευής ισχυρών οστών - δεν ξέρω ακριβώς σε τί μεταφράζεται αυτό πρακτικά, ίσως σε περισσότερα σπασίματα ή και πόνους σε μεγαλύτερες ηλικίες; - αλλά περισσότερο στο τελευταίο και μάλιστα, με τη φράση "είναι κοντός" να προσδιορίζει πλέον όταν αναφερόμαστε στην καινούργια γενιά Ελλήνων, κάποιον που είναι λίγο πιο κάτω ή μέχρι το 1,75, καμία σχέση με Tyrion Lannister δηλαδή. Και πριν βιαστείτε να πείτε α, υπερβολή - εγώ δηλαδή αυτό είπα και δικαιούμαι βέβαια κάπως, καθώς έχω έναν όχι ψηλό σύζυγο και ένα γιο που αναμένεται να ξεπεράσει λίγο τον μπαμπά του και άρα ταυτόχρονη παντελή αναισθησία σε τέτοια ζητήματα που τίποτα δεν έχουν αφαιρέσει από την γαματοσύνη των δυο τους - σκεφθείτε λίγο θέματα που ίσως έχετε αντιμετωπίσει εσείς σαν παιδιά, στην περίπτωση που δεν ήσασταν ο λεγόμενος χρυσός μέσος όρος.
Στραβές μύτες, μεγάλα στήθη, παχυσαρκία, σπυράκια, τρίχες στα πόδια, ήταν μόνο μερικά από τα χαρακτηριστικά που απέκλιναν από την ομοιομορφία και προκαλούσαν σχόλια. Για κάποιους αυτά τα σχόλια έσκαγαν σαν τη βροχή στο ποτάμι, κυλούσε αυτό και τα έπαιρνε μαζί τους, για κάποιους άλλους αποτελούσαν καθοριστικούς παράγοντες της συμπεριφοράς τους, με μόνιμο άγχος να διορθωθούν με όποιο τρόπο το συντομότερο δυνατό και να φέρουν ανακούφιση και απαλλαγή από τα κόμπλεξ του κοντού, της χοντρής, του σπυριάρη, της μυτόγκας.
Φυσικά όλοι γουστάρουμε τους ανθρώπους με την ισχυρή αυτοπεποίθηση, εκείνους που ειλικρινά περνάνε καλά με τον εαυτό τους και κολυμπάνε στο ποτάμι με τα "ελαττώματά" τους αγκαλιά γιατί έχουν παράλληλα κοφτερό μυαλό, αίσθηση του χιούμορ, μεγάλο χαμόγελο και ωραία μάτια εκπαιδεύοντάς μας όλους ανεπαίσθητα να βλέπουμε μόνο αυτά, πόσο υπέροχοι, αλλά ποιος δικαιούται και να κατακρίνει εκείνους που για όλους τους πιθανά λάθος λόγους πάλεψαν σε μια προεφηβεία ή και πιο μετά να κλείσουν τα αυτιά τους και φρόντισαν να προσεγγίσουν όλους τους αυστηρούς κριτές, τους ίδιους μάλλον πρώτα, μετά από συνταγογραφήσεις, διορθωτικές επεμβάσεις και εξαντλητικές δίαιτες.
Χμ, για κάτσε όμως λίγο, αφού όλοι λοιπόν γουστάρουμε εκείνους τους αληθινά ακομπλεξάριστους, χωρίς να αναφέρομαι σε ακραίες παθολογικές καταστάσεις, τους εμφανέστατα ατελείς, τους άνετους, ίσως θα έπρεπε να στρέψουμε όλη μας την ενέργεια στην επίτευξη αυτού του στόχου. 'Ισως η ευλάβεια στην αντιμετώπιση των διαδικασιών, ο υπέρμετρος σεβασμός στις εξετάσεις, η αγωνία για το τικάρισμα στις καμπύλες των αναπτυξιολόγων να αποδειχθούν μεγαλύτερο φορτίο για το παιδί που μεγαλώνει και αυτοπροσδιορίζεται μέσα από τις επισκέψεις στους γιατρούς από τους 4 πόντους που πιθανότατα θα χάσει αν η προσπάθεια επικεντρωθεί στο να αγαπάει τα γήπεδα με παρκέ, την παρμεζάνα στο μεσημεριανό φαγητό και τον ύπνο νωρίς τα βράδια.
Και ενώ μπήκα για πολύ λίγο σε σκέψεις γιατί σκέφτηκα τον W. σε περίπτωση που περνάει έτσι για την ιατρική ματιά από το γραφείο της αναπτυξιολόγου και εκείνη σουφρώσει τα χείλια της, σε μερικά χρόνια να μπλέξει σε έναν καυγά και κάποιος ίσως να του φωνάξει "τί να μας πεις κι εσύ ρε τάπα", και εκείνος γυρίσει να μου πει "μαμά αφού το ήξερες, σου το είχε πει η γιατρός, γιατί δεν έκανες κάτι;" ε αυτό που έκανα ήταν να αλλάξω πλάνα. 
Προτίμησα να σκεφτώ τον W. σε μερικά χρόνια να είναι ερωτευμένος και να ζωγραφίζει με μουσικές στο δωμάτιό του, να έχει φίλους που τον αναζητούν και δεν τον αφήνουν να μείνει μέσα τα Σάββατα, να κάνει την αδελφή του να ξεκαρδίζεται με τα δικά τους τα αστεία, να λάμπουν τα μάτια του όταν μας διηγείται τις ιστορίες του τα βράδια, να κοιτάζεται στον καθρέφτη και να τον ταλαιπωρεί μόνο εκείνη η τούφα που πετάει στα αριστερά - έλα ρε μαμά που δεν την βλέπεις, σιγά που είμαι κούκλος, μα είναι μαλλί τώρα αυτό.  Εξιδανίκευση θα μου πείτε και μπορεί να έχετε και δίκιο, αλλά να, δεν μπορώ να τα προλάβω όλα δηλώνω αδυναμία.
Δηλώνω και λίγο χαζοχαρούμενη βέβαια, ο καθένας άλλωστε (δεν) ονειρεύεται ό,τι σκατά θέλει για το μέλλον του παιδιού του, ελπίζοντας μόνο όταν του στρώσει η τούφα εκεί μπροστά στον καθρέφτη, όταν θα έχουμε συζητήσει άλλα χίλια - γιατί θα συζητάμε βέβαια, θα έχουμε και αυτή τη σχέση - να γυρίσει και να μου πει λίγο πριν φύγει για τη συναυλία, α δεν σου είπα, σήμερα ένας στο σχολείο με είπε κοντό, καλός μαλάκας.


16.6.14

Τελευταίο κλικ.

φεύγουμε ρε, καληνύχτα :)
 

























Βρίσκομαι πολύ κοντά του με τα μάτια καρφωμένα πάνω του, πήγα για πρώτη φορά στη ζωή μου δέκα λεπτά νωρίτερα για να τα καταφέρω - οι καλοκαιρινές γιορτές εδώ γίνονται στην αυλή του σχολείου και έτσι περιμέναμε με ανυπομονησία να τελειώσει η μπόρα, άλλοι οκλαδόν κάτω, άλλοι σε παιδικά πολύχρωμα καρεκλάκια, οι περισσότεροι όρθιοι για να φωτογραφίζουν, να βιντεοσκοπούν, να πιάνουν τα βλέμματα, όλοι στριμωγμένοι έτσι, για να ακούνε και το πιο ελαφρύ γέλιο.
Μου είχε πει μέσα στο αυτοκίνητο ότι ντρέπεται και ας έχουμε συνηθίσει πάλι εδώ σε γιορτές εντελώς χαλαρές και αγαπησιάρικες - τόσο που ορισμένοι γονείς έχουν σχολιάσει μα καλά ούτε ένα ποιήμα, μια σκηνή από μιούζικαλ, ένα οριοθετημένο χορευτικό - και εμείς κι ας απορούμε, του λέμε ότι τον καταλαβαίνουμε και μετά από λίγο πλακίτσα ότι σιγά μην τον κοιτάξει κανείς για πολύ εκτός από τους τρεις μας, θα έχουν τα δικά τους παιδιά να ασχοληθούν, χαμογελάει. Χαίρεται. Ανυπομονεί. Πριν μερικές μέρες μου είχε πει ότι στεναχωριέται. Κι εγώ ρε συ, του είχα πει. Μετά του είχα φτιάξει εικόνες από το μέλλον, ωραίες εικόνες. Και γιατί να μην είναι και πρέπει οπωσδήποτε όλα να βαδίζουν καταπάνω σου αποφασιστικά και επικίνδυνα όπως οι white walkers στο GoT;
Τον κοιτάω καθισμένη εκεί, πολύ κοντά του, και βλέπω ένα πρόσωπο που έχασε τα μάγουλα και απέκτησε γωνίες, ένα αγόρι χωρίς στρογγυλάδες πια.  Ψάχνω να βρω την αδεξιότητα των πρώτων ημερών του σχολείου, και βλέπω δύναμη, μάτια πυροτεχνήματα, ψάχνω να βρω χεράκια να μπλέκονται τρυφερά και βρίσκω μεγάλες φιλίες και ειλικρινείς μετάνοιες, βλέπω ευγνωμοσύνη για την δασκάλα και όχι αυτοσκοπό στην ανάγκη για προσοχή, ψάχνω να βρω εκείνο το μικρό παιδάκι που ξεκινούσε κάθε πρωί πριν τρία χρόνια με κλάμα, την τσαντούλα του και εκατό φιλιά για το σχολείο, το ψάχνω σε κάθε βήμα του μικρού διαδρόμου και σε κάθε ηχηρή ζωγραφιά και βρίσκω μπροστά μου ένα αγόρι με ένταση, με ανησυχίες, με αυτάρεσκα ξεδιπλωμένα ταλέντα ως τα ταβάνια.
Για αυτά και για άλλα πολλά που δεν καταφέρνω ακριβώς να συγκεκριμενοποιήσω, η συγκίνηση. Είναι αυτό το του κόμπου, η μελαγχολία που μπλέκεται με περηφάνια και η χαρά με νοσταλγία, σκεφτείτε λίγο εικόνες από έναν παλιό έρωτα, στίχους από ένα παθιασμένο τραγούδι, μια σελίδα αγαπημένου βιβλίου που έκανε την καρδιά να βροντοχτυπήσει, το γιαπωνεζάκι που χορεύει εκστασιασμένο στη βροχή, τα κουτάβια που γεννήθηκαν σπίτι σας.
Κάπως έτσι και εγώ στα γόνατα, με κινητά και κάμερες αραδιασμένες δίπλα να μετανιώνω μόνο που δεν έχω συνέχεια χέρια ελεύθερα να χορεύω και να χειροκροτάω μαζί τους, συνειδητοποιώ αυτό που λέγαμε με την Αλεξάνδρα προχθές κάτω από κάτι δέντρα ενώ χαζεύαμε τις κόρες που έπιναν νερό με μπουρμπουλήθρες, ότι ακολουθώ τον πρώτο μεγάλο αποχαιρετισμό της πρώτης ολοδικής του ζωής, αυτής που σίγουρα δεν είχα ουσιαστικά καμία φυσική παρουσία αλλά και τυπικά, καμία εμπλοκή και αυτό μου κάθεται βαρύ, απροσδιόριστα.  Την ζωή αυτή που έχτισε μόνος του όπως την πόλη από κουτιά, φούξια βαμβάκια, τσόχες και λίγο από Gaudi που δημιούργησαν μαζί με όλους τους συμμαθητές από το νηπιαγωγείο και άφησε όλους τους γονείς με τα μάτια γουρλωμένα - τί άλλο, και κολάζ από αλουμινόχαρτο αν μας έδειχναν νομίζω θα ξεγελιόμασταν από την φόρτιση.
Φτάνουμε στο τέλος και δεν μπορώ να ξεκολλήσω από πάνω του.  Έχω κάνει την τάξη γύρω γύρω τρεις φορές, έχω χαζέψει μέχρι και την πινέζα στους τοίχους, έχω φωτογραφίσει μάλλον και τα σκουπίδια τους, έχω τσαλακώσει δις και τρις βρεγμένο μυξομάντηλο στο χέρι, έχω αυτοχαστουκιθεί που μου φαίνεται τόσο όμορφος, έχω κάνει χαιρετούρα σε όλα τα παιδιά που με κοιτάνε χωρίς λόγο, έχω κρατηθεί να μην σηκωθώ να πετάξω στον αέρα την δασκάλα που δεν μπορεί να μιλήσει γιατί έχει πάθει το-αυτό-του-κόμπου, θέλω να τελειώνουμε, να αγκαλιαστούμε, να ευχαριστήσουμε, να πάμε σπίτι, να προχωρήσουμε.
Δύο τρία τα παιδιά τρέχουν πίσω από ένα rail, ξέρεις αυτά με τις ρόδες, όπου κρέμονται μικρές τήβεννοι στο χρώμα της κάμπιας και εμφανίζονται μπροστά μας ξεκαρδισμένα με χάρτινα καπέλα με φούντες, μικρές μεταξωτές κάμπιες που παίρνουν φιλί και μπράβο από την δασκάλα και φυσικά χειροκρότημα από όλους εμάς, άλλα το διαχειρίζονται με ντροπή, άλλα με χιούμορ και άλλα με πόζα.  Ο δικός μου είναι νομίζω τελευταίος, πάει πίσω από τα κρεμασμένα πανιά, σφίγγει τις γροθιές και βουρκώνει. Ο Dario τον πλησιάζει και γυρίζει με την αναμενόμενη ατάκα. Εεερμ, γκουχ γκουχ, δεν θα τη βάλει.
Να μην τη βάλει. Πάω κοντά του, του σκάω ένα μεγάλο φιλί.
- Μην σε νοιάζει τίποτα, να σου την κάνω μπέρτα;
Κουνάει αρνητικά το κεφάλι του, αν μπορούσε θα μου έριχνε στο κεφάλι ένα κουβά δάκρυα από το ρετιρέ.
- Είμαι πολύ περήφανη για εσένα, είσαι σπουδαίος να το ξέρεις. Να πας κοντά στη δασκάλα σου όπως θες εσύ, να την κάνεις και τσάντα την τήβεννο, τον μπαμπά σου και εμένα καθόλου δεν μας νοιάζει.
Γελάει.  Την παίρνει λίγο στο χέρι, λίγο σέρνεται και εμφανίζεται ντροπαλός αλλά ήρεμος. Σαν να μου φάνηκε ρε σεις μεγάλο το χειροκρότημα.
- Γεια σου ρε Βάλτερ αντικομφορμιστή, του φωνάζει με ειλικρινή χαρά ο μπαμπάς Σπύρος από την τελευταία σειρά.
'Ετσι, με μαύρο μπλουζάκι και δαγκωμένα αμήχανα χείλη, πριν χαθεί στην αγκαλιά της δασκάλας του μάς κλείνει το μάτι. 
Τελευταίο κλικ.
Και εγώ σ'αγαπάω γαμώτο.




28.5.14

Σκόνη, πολλή σκόνη.

Μάλιστα, από ότι βλέπω ψύχραιμα πλέον όλοι σχεδόν είχαμε γνώμη για τις εκλογές και αυτό είναι ευχάριστο, πώς γίνεται δηλαδή να μην μας αφορά κάτι τέτοιο εφόσον είναι η μεγάλη ευκαιρία να αλλάξουμε τα πράγματα που μας ταλαιπωρούν, ή και να ισχυροποιήσουμε εκείνες τις καταστάσεις που μας ευνοούν - πρωτίστως ελπίζω συλλογικά.
Σοσιαλ μιντικά πάντα, και αυτό είναι ένα πρόβλημα βέβαια γιατί το δείγμα είναι εντελώς πειραγμένο (διπλής) όλοι σχεδόν βρίστηκαν μεταξύ τους, οι μισοί κατέκριναν τους άλλους μισούς για τις επιλογές τους και φυσικά το κολλήσαμε μεταξύ μας ως αδιαμφισβήτητα μέλη μιας υψηλής διανόησης που μελέτησε το μάθημά της πριν πάει στην κάλπη με εμμονική ευλάβεια, σταύρωσε τους "σωστούς" και έστειλε στον καιάδα τους "ελαφρούς" με καμία διάθεση αναζήτησης λοιπών παραγόντων, άλλωστε το "καλός μαλάκας και αυτός" πάει με όλα και αυτόματα εσένα σε κάνει μη-μαλάκα και άρα ικανοποιημένο και χαρούμενο για τη μη-μαλακία σου παρόλο που θα ζήσεις σε έναν κόσμο χαμηλής νοημοσύνης περιτριγυρισμένος από βλάκες.
Προφανώς και δεν θα αξιολογήσω τα αποτελέσματα των εκλογών, αλλά ναι, θα σφίξω τα δόντια σκεπτόμενη τον αγώνα που έχω να δώσω τα επόμενα χρόνια για τα παιδιά μου και αν αυτό σας φαίνεται πολύ δραματικό μπορείτε να αλλάξετε blog και να κατευθυνθείτε σε εκείνα τα ωραία γκρουπάκια μαμάδων με τα χιλιάδες πειραγμένα (Ε) μέλη που συζητούν μεταξύ τους για το αν η σεξουαλική πράξη είναι αποδεκτή τις ημέρες της νηστείας.
Τα επόμενα χρόνια λοιπόν τα παιδιά μου θα μάθουν ότι όλοι δεν ξεκινάμε από το σημείο μηδέν.
Ανεξάρτητα από το ότι όλοι ήρθαμε στον κόσμο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, για μερικούς κατατρεγμένους, αδικημένους, για εκείνους που ζουν καταστάσεις που τους χαρακώνουν σαν λεπίδες και το μυαλό τους μπαίνει στο μπλέντερ μαζί με τα όνειρά τους, ο κόσμος δεν έχει έλεος. Η ιστορία τους θα συνεχιστεί αιώνια όπως οι γάμοι στις ινδικές κάστες και το τέλος τους θα έχει αφήσει τόσο μικρό αποτύπωμα όσο ένας κόκκος σκόνης σε λεωφόρο.
Θα μάθουν ότι οι φανατικοί, από όποια ομάδα και αν προέρχονται, βρίσκονται εδώ για να τραμπουκίζουν, να καταδυναστεύουν και να προσηλυτίζουν και άλλα πρόβατα στην αγέλη τους με μία και μόνη απαράβατη συμφωνία - είμαστε δυνατοί αν είμαστε ίδιοι. Τα πρόβατα θα γίνουν λύκοι και στο καλύτερο σενάριο αυτός που θα ξεχωρίσει θα φύγει τρέχοντας αλλά πάντα σιωπηλός. Αν μιλήσει θα τον ξεσκίσουν. Ο καλύτερος λοιπόν θα συνεχίσει τη ζωή του ήσυχος, καταπιεσμένος, παρατηρώντας μόνο τους άλλους να βελάζουν χωρίς όμως να μπορεί να τους φιμώσει.
Το τέλος του θα έχει αφήσει τόσο μικρό αποτύπωμα όσο ένας κόκκος σκόνης σε λεωφόρο.
Θα μάθουν να μη λυγίζουν μπροστά στις φρικαλεότητες της ζωής από όποια γεωγραφική ζώνη του πλανήτη και αν καταφθάνουν οι ειδήσεις της. Από τους μαθητές που αυτοκτονούν γιατί δεν μπορούν να σηκώσουν τα βάρη των εξετάσεων μέχρι τους λιθοβολισμούς αθώων γυναικών στα σκοτάδια του Ισλάμ και από την εκπόρνευση μικρών παιδιών στα πεζοδρόμια των μεγαλουπόλεων μέχρι τις αβίαστες δολοφονίες ανθρώπων που απλά γεννήθηκαν σε λάθος χώρα, θα μάθουν να κλείνουν τα μάτια τους και τα αυτιά τους γιατί στην τελική τί μπορούν να κάνουν για όλα αυτά, τα μικρά μου, τα καλά μου τα παιδιά, ένας κόκκος σκόνης είναι μέσα σε μία τεράστια λεωφόρο.
Θα μάθουν να είναι διαλλακτικοί μόνο εκεί που τους βολεύει, ανεκτικοί μόνο εκεί που τους παίρνει και απόλυτοι μόνο όταν πρόκειται να μιλήσουν για το δικό τους αντίστοιχο μελλοντικό "χιπστερικό" "κούλνες".
Θα μάθουν ότι τα πάντα είναι εικόνα προς πώληση και μόνο, όταν δίπλα τους στο τραπέζι θα τους χαμογελάει ο φασίστας με κοστούμι και χαμόγελο τηλεοπτικού σταρ - ή μάλλον διαδικτυακού "σταρ", γενικά μια μπλεγμένη κατηγορία που στην πλειοψηφία της μπορεί και να αξιολογηθεί ως οι nothings - όταν η στησοκωλίαση του καλού συναδέλφου ή του πορωμένου συνδικαλιστή θα ξεπεράσει την δική τους επαγγελματική αξία, όταν τα φλας γύρω τους θα αστράφτουν χωρίς κανέναν λόγο για μία καινούργια τσάντα, όταν θα ξεχαστούν από τους φίλους τους επειδή δεν πόζαραν με ευγνωμοσύνη στο σωστό κάδρο, όταν θα τους αγοράσουν με την αξία ενός κόκκου σκόνης σε μία τεράστια λεωφόρο.
'Η μπορεί και όχι.
Σκέφτομαι ότι είναι η ευκαιρία μου από αύριο να ξεκινήσω από το πραγματικό σημείο μηδέν. Φανταστική ευκαιρία ε, μπορεί να σου παρουσιαστεί όπου και αν είσαι και όποτε και αν το σκεφτείς, κάτι σαν τα 27 πράγματα που πρέπει να κάνει ένας άντρας πριν πεθάνει και ακόμα πιο χαλαρά.
Σκέφτομαι ότι κανένα από αυτά τα μαθήματα δεν πρέπει να χαϊδέψουν τα αυτιά των δικών μου παιδιών.
Μετά από μερικά πρόσφατα γεγονότα με πιο πρόσφατο τα εκλογικά αποτελέσματα κάπως συσσωρεύτηκαν στο μυαλό μου τόσες γνώμες μπουρδολογίας για τη θρησκεία, για την αριστερά, για την ομοφυλοφιλία, για την εκπαίδευση που αντί να κάτσω να γίνομαι έξαλλη με όποιον διαφωνεί, αποφάσισα ότι είναι σοφότερο για τον προσωπικό μου διαγωνισμό επίκτητων ικανοτήτων να "εκπαιδεύσω" τα παιδιά μου πώς να γίνουν οι συμπολίτες που επιθυμώ να έχω γύρω μου, που εμπιστεύομαι να ψηφίζουν και για εμένα, που γουστάρω να συναναστρέφομαι, να μαθαίνω, να διαφωνώ. Δεν είμαι ρομαντική, ακτιβίστρια, ιδεολόγος ή χίπης, απλά βρήκα αυτόν τον τρόπο να επενδύσω στις εκλογές και τις αποφάσεις του μέλλοντος.
Θα ξεκινήσω μαθαίνοντάς τους ότι ο φανατισμός πονάει σαν μαστίγιο με εφτά ουρές, πρώτα τους ίδιους και μετά τα θύματά του, ο σεβασμός στις προσωπικές ελευθερίες συντελεί σε θαύματα και ότι η μεγαλύτερη κατάρα είναι το να είσαι αποδεκτός με μόνο κριτήριο τη σιωπή σου, όχι όμως να γίνεσαι αποδεκτός σιωπηλά.
Και βλέπουμε.
Θα φτιάξω και ένα παραμύθι για εκείνα τα ανθρωπάκια που βολόδερναν με τον άνεμο σαν κόκκοι σκόνης στη λεωφόρο και δεν τους έβλεπε κανείς και μετά γυρνούσαν στα σκονισμένα σκοτεινά σπίτια τους και κλειδαμπάρωναν τις πόρτες ουρλιάζοντας για να μην μπουν άλλοι, ευγενείς, πολιτισμένοι, μαύροι και άσπροι, gay και straight, αριστεροί και δεξιοί, χριστιανοί και άθεοι, που ήθελαν μόνο να τους δείξουν ότι έχει πλάκα να μαθαίνουμε με αυτόν τον τρόπο τον κόσμο μας τον μικρό και τελικά πέθαναν έτσι, ολομόναχοι. Πνίγηκαν από τα ουρλιαχτά τους.
Κάτσε γιατί γίνεται creepy αυτό για παραμύθι, μήπως πρέπει να το αλλάξω λίγο.