Προχωράω με μία φίλη μου κάπου στην Ερμού, τα τρία παιδιά μας κάνουν αγώνες τρεξίματος μπροστά και ο γιος μου βέβαια κερδίζει συνέχεια με άνεση τα μικρά κοριτσάκια - καθόλου ιππότης, φτάνει στο τέρμα και τα κοιτάει με σαρδόνιο χαμόγελο ενώ διαμαρτύρεται κιόλας που τους λέμε μπράβο.
Μιλάμε λίγο για δουλειά και μου αναφέρει χαρούμενη ότι περιμένει να την απολύσουν.
Εγώ δεν θα ήμουν μάλλον τόσο χαρούμενη. Τώρα βέβαια το λέω αυτό, που το πέρασα, τότε που έγινε ήμουν κι εγώ τρισευτυχισμένη, σίγουρη ότι πρόκειται μπροστά μου να ξεδιπλωθεί ένας καινούργιος υπέροχος κόσμος. Καλά, μπορεί εγώ να μην τον ξεδίπλωσα.
Στην αναμενόμενη ερώτηση "και τί θα κάνεις" - εκεί δηλαδή που παίρνω την αναμενόμενη απάντηση, αρχικά φριλά(ν)τζες - μου μιλάει για την κόρη της. Ότι θα περνάνε χρόνο μαζί και θα κάνουν πολλά περισσότερα μαζί, ότι τα απογεύματα δεν θα είναι αγώνας δρόμου μεταξύ του γραφείου και του σπιτιού-μπάχαλου με την κοπέλα να την περιμένει στην πόρτα, την τσάντα της να ανοίγει στο δρόμο και εκείνη να μη γυρίζει ούτε να κοιτάξει γιατί πρέπει να προλάβει, να προλάβει να δει την κόρη της, να την κάνει μπάνιο και να της ξεμπλέξει τα μαλλιά, να προλάβει έστω μισό παραμύθι για καληνύχτα. Ακούγονται λίγο μελό σε κάποιους όλα αυτά, μπορεί και να είναι, μπορεί όμως να περιγράφουν και συγκρατημένα την πραγματικότητα μιας νέας μαμάς που μεγαλώνει ένα παιδί μόνη της χωρίς να ζουν οι παππούδες του στο κάτω διαμέρισμα.
Τη βλέπω μόνο δύο τρεις ώρες την ημέρα, μου λέει με παράπονο, και έχω τύψεις.
Κάνω υπολογισμό με δάχτυλα, είμαι κοντά στο δίωρο, εγώ τους βλέπω 45 λεπτά το πρωί και συνήθως μία με μιάμιση ώρα το βράδυ. Στα καλά μου, και όχι και τις πέντε καθημερινές της εβδομάδας. Και δεν νιώθω τύψεις γι'αυτό.
Σκέφτομαι διάφορα πάλι, με ξανα-αναμενόμενο το ότι είμαι μία χάλια μάνα, και πώς μπορώ να ξεχνάω τί ωραία που ήταν η ζωή μου όταν είχα χρόνο και για εμένα και ταυτόχρονα και για την οικογένειά μου, αλλά δεν είχα ούτε χρήματα ούτε απασχόληση, και παρόλα αυτά μου έλειπαν μόνο πολύ συγκεκριμένα πράγματα που δεν είμαι ακόμα απόλυτα σίγουρη ότι στην ουσία τους κερδίζονται από μία δουλειά σε ένα ωραίο γραφείο.
Κουνάω το κεφάλι μου για να φύγει από μπροστά το τυψειόμετρο, αυτό που καθορίζει υποτίθεται αν αγαπάω,αν θέλω,αν μπορώ,αν κάνω τελικά. Δεν υπάρχει μαμά ναι, και μπαμπάς, χωρίς τύψεις. Είναι έτσι προγραμματισμένο το τσιπάκι. Αναλόγως το μοντέλο οικογένειας, το καθημερινό πρόγραμμα και τις προτεραιότητες, μην σκεφθείτε μόνο αναλογίες χρόνου, σκεφθείτε επιλογές και αποφάσεις, μικρές θυσίες που δεν έγιναν, ακόμα και ρούχα που δεν φορέθηκαν, ή προσκλήσεις για πάρτυ που κρύφτηκαν, στάζει η σταγόνα στο τυψειόμετρο του γονιού και άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο, είναι και αυτό τελικά που τον καθορίζει.
Τι κι αν κάνω πρόσθεση με τα δάχτυλα και βγάζω μετά μέσο όρο τα 108 περίπου λεπτά της ημέρας που μας αντιστοιχούν, ξέρω ότι τα σαββατοκύριακά μου είναι αφιερωμένα εκεί αποκλειστικά και αν κάτι προκύψει τότε, θα το ξεπετάξω, θα κοιτάξω ρολόι, θα σνομπάρω την τελευταία γουλιά καφέ και θα αφήσω την τελευταία κουβέντα της φίλης μου να κρέμεται στο στόμα σαν σταλακτίτης στο σπήλαιο του Διρού.
Και αν προγραμματίζω με τρέλα τετραήμερο για συναυλία στο εξωτερικό, και ενθουσιάζομαι που τα αεροπορικά τα πετύχαμε σε ανεκτή οικονομική φάση και τα εισιτήρια της συναυλίας δεν χάθηκαν κάπου στις Άλπεις και βρήκαν το δρόμο τους προς το ταπεινό Παγκράτι (δεν φταίω, με τρομοκράτησαν οι άλλοι, με αυτό το άγχος ξυπνούσα τα πρωινά), στο επόμενο καρέ έχω αποφασίσει ότι δεν πρόκειται να ξεστομίσω στα παιδιά την πόλη του βασικού προορισμού επειδή πολύ απλά δεν θα έχω τί να απαντήσω στο "και γιατί όχι και εμείς" και στο μεθεπόμενο χαζεύω μια οικογένεια που γυρνάει τον κόσμο προσφέροντας στα πολύ μικρά παιδιά της εμπειρίες και εικόνες που δεν πρόκειται να δω ούτε σε άλλες πέντε ζωές. Που θα τις ζήσω εννοείται.
The family without borders και παρότι έγινε πολλή κουβέντα στο fb περί χορηγών και καταπίεσης κλπ, εγώ αυτούς εδώ από τη μία τους αγάπησα και από την άλλη τους μίσησα γιατί τίγκαραν το γαμω-τυψειόμετρό μου.
Ταλαιπωρία σου λέω να είσαι μαμά. Μεγάλη ταλαιπωρία.
27.3.14
13.3.14
Women are alright.
'Εχω τρεις φίλες, την Μ., την Α. και την Ν. με κοινό χαρακτηριστικό ότι είναι όλες πάνω από 40 και δεν έχουν παιδιά.
Η Μ. έχει γκόμενο, κάτσε, σχέση έχει εδώ και αρκετά χρόνια και περνάει μια χαρά, οι άλλες δύο όχι, δεν έχουν. Εδώ και αρκετά χρόνια. Αν θα έπρεπε να τους βρω ένα κοινό χαρακτηριστικό θα ήταν ότι ξοδεύουν υπερβολικές ώρες στο γραφείο, χωρίς να είμαι σίγουρη αν αυτό προέκυψε λόγω μιας κάποιας ανάγκης να γεμίζουν τον χρόνο τους και να μην αισθάνονται "μόνες" ή αν ήταν ξεκάθαρη επιλογή. Και χωρίς να με νοιάζει κιόλας, περνάω υπέροχα και με τις τρεις τους.
Κάποτε ξέρεις δεν ήταν καθόλου θεμιτό να λες πως δεν είσαι μαμά, με ό,τι αυτό συμπεριλαμβάνει συνειρμικά όσον αφορά στον τρόπο που σκέφτεσαι ή στο πώς περνάς τις μέρες σου. Η αφοσίωση, η τρυφερότητα, η τεκνοποίηση ήταν οι απόλυτοι παράγοντες επιτυχίας και καταξίωσης- τα ξέρουμε, τα διαβάζουμε, και δυστυχώς τα βιώνουμε και ακόμα και τώρα που υπάρχουν δεύτερες σκέψεις απέναντι σε μία γυναίκα μετά τα σαράντα (αυτό έχει μεταβληθεί πολύ, το ηλικιακό όριο της αποδοχής) που δεν έχει παιδιά.
Μετά ήρθε το κούλνες μέσα από την καριέρα. Η ερώτηση του "πόσα παιδιά έχεις" έδωσε τη θέση της στο γκρι τουίντ ταγιέρ, και το "πού δουλεύεις" έγινε η ταμπέλα με νέον και ηχητικό εφέ χειροκρότημα που αναβόσβηνε πάνω από τα γυναικεία κεφάλια με τα μπομπέ χτενίσματα και τα μακριά νύχια.
'Οταν υποτίθεται κατακτήθηκε και αυτό, και με όποια τρέλα δημιούργησε στο πέρασμά του, η Μ., η Α. και η Ν. έμειναν λίγο "undefined position". Ναι, τα λύσαμε τα ψυχολογικά μας, η μητρότητα είναι ταυτόχρονα φυσιολογική και υπέροχη, η καριέρα είναι ανεξαρτησία, δύναμη, δημιουργικότητα, αλλά τώρα πια που όλα φαίνονται αυτονόητα, και παρόλο που στην κοινωνία μας θα έπρεπε να ασχολούμαστε με πολύ πιο πολύπλοκα θέματα από το live and let live, οι άτεκνες straight 40αρες που δεν είναι διευθύντριες σε πολυεθνική ψάχνουν να βρουν μια θέση στο τραπέζι που όταν γυρίσουν την πλάτη και καληνυχτίσουν δε θα την αναπληρώσει η λύπηση.
Τα σχόλια είναι "η καημένη, ο χρόνος της τελειώνει" ή "που θα βρει τώρα γκόμενο αυτή" ή ακόμα και "δεν εξηγείται διαφορετικά, σίγουρα έχει κάποιο πρόβλημα". 'Ολοι κουνούν τα κεφάλια με μία αδιόρατη θλίψη για το προδιαγεγραμμένο μέλλον τριών γυναικών που προφανέστατα έχουν κάνει μία επιλογή με την οποία δεν συμπλέει η πλειοψηφία.
Δεν είναι αναγκαστική επιλογή. Οι δύο ελεύθερες φίλες μου έχουν περάσει από σχέσεις στο παρελθόν, και έχουν διαλύσει και 1-2 λίγο πριν το μεγάλο χαρμόσυνο γεγονός - μη χασκογελάτε,όλοι ξέρουμε ποιο είναι αυτό - είναι κοινωνικές, αστείες, μένουν μόνες τους, διαβάζουν βιβλία και κάνουν γιόγκα/εθελοντισμό/ποδήλατο/πλέξιμο - τυχαία παραδείγματα, αλλά είναι εκεί έξω σε όλο αυτό το κάπως current trend ή το "γίνονται πράγματα" της Βάνας Μπάρμπα. Η Μ. από την άλλη αν ήθελε παιδιά θα τα είχε. Με όποιο τρόπο. Αν πάρα, μα πάρα πολύ το θες βρίσκεις τον τρόπο. Κανένας κοινωνικός σχολιασμός δεν μπορεί να σε αποτρέψει, άλλωστε ξέρεις ότι σχολιάζεσαι εξίσου και για το ανάποδο και γύρω από το όνομά σου γράφονται τα πιο υποθετικά σενάρια.
Θα ήθελα, έστω από ανθρώπους με παιδεία, με ταξίδια στο διαβατήριο τους και μερικά βιβλία στη βιβλιοθήκη τους,να πάψουν να αναφέρονται στις γυναίκες φίλες μου ως τελειωμένες ή προβληματικές. Να σταματήσουν να αναρωτιούνται τί διάολο τρέχει και ποιο εξάρτημα έχει χαλάσει.
Θα ήθελα να σηκωθούν νοητά και να χειροκροτήσουν εκείνες τις γυναίκες που έχουν αποδεχτεί τον εαυτό τους έτσι όπως ακριβώς είναι. Που έχουν πάψει να κυνηγούν ταμπέλες με επαίνους, εικόνες περιοδικών ή βιτρίνες καταστημάτων. Που έχουν μασήσει, καταπιεί και χωνέψει ότι δεν θα γίνουν ποτέ υπέροχες μαμάδες ή υψηλά αμοιβόμενα στελέχη και που αν το μέλλον τις τρομάζει θα βρουν μια φιλική αγκαλιά να χωθούν μέσα, ίσως πανικοβλημένες, αλλά πιο ισορροπημένες από όλες εκείνες που το μόνο που ακούν κάθε πρωί είναι το ρολόι που χτυπάει.
Και αυτός ο ήχος, ο τόσο μονότονος, τις οδηγεί στις πιο βίαιες επιλογές μόνο για να καταφέρουν να κρατήσουν στα χέρια τους μία βαριά πινακίδα που θα γράφει SUCCESS. Θα κουραστούν όμως τα χέρια τους μετά από χρόνια.
Η Μ. έχει γκόμενο, κάτσε, σχέση έχει εδώ και αρκετά χρόνια και περνάει μια χαρά, οι άλλες δύο όχι, δεν έχουν. Εδώ και αρκετά χρόνια. Αν θα έπρεπε να τους βρω ένα κοινό χαρακτηριστικό θα ήταν ότι ξοδεύουν υπερβολικές ώρες στο γραφείο, χωρίς να είμαι σίγουρη αν αυτό προέκυψε λόγω μιας κάποιας ανάγκης να γεμίζουν τον χρόνο τους και να μην αισθάνονται "μόνες" ή αν ήταν ξεκάθαρη επιλογή. Και χωρίς να με νοιάζει κιόλας, περνάω υπέροχα και με τις τρεις τους.
Κάποτε ξέρεις δεν ήταν καθόλου θεμιτό να λες πως δεν είσαι μαμά, με ό,τι αυτό συμπεριλαμβάνει συνειρμικά όσον αφορά στον τρόπο που σκέφτεσαι ή στο πώς περνάς τις μέρες σου. Η αφοσίωση, η τρυφερότητα, η τεκνοποίηση ήταν οι απόλυτοι παράγοντες επιτυχίας και καταξίωσης- τα ξέρουμε, τα διαβάζουμε, και δυστυχώς τα βιώνουμε και ακόμα και τώρα που υπάρχουν δεύτερες σκέψεις απέναντι σε μία γυναίκα μετά τα σαράντα (αυτό έχει μεταβληθεί πολύ, το ηλικιακό όριο της αποδοχής) που δεν έχει παιδιά.
Μετά ήρθε το κούλνες μέσα από την καριέρα. Η ερώτηση του "πόσα παιδιά έχεις" έδωσε τη θέση της στο γκρι τουίντ ταγιέρ, και το "πού δουλεύεις" έγινε η ταμπέλα με νέον και ηχητικό εφέ χειροκρότημα που αναβόσβηνε πάνω από τα γυναικεία κεφάλια με τα μπομπέ χτενίσματα και τα μακριά νύχια.
'Οταν υποτίθεται κατακτήθηκε και αυτό, και με όποια τρέλα δημιούργησε στο πέρασμά του, η Μ., η Α. και η Ν. έμειναν λίγο "undefined position". Ναι, τα λύσαμε τα ψυχολογικά μας, η μητρότητα είναι ταυτόχρονα φυσιολογική και υπέροχη, η καριέρα είναι ανεξαρτησία, δύναμη, δημιουργικότητα, αλλά τώρα πια που όλα φαίνονται αυτονόητα, και παρόλο που στην κοινωνία μας θα έπρεπε να ασχολούμαστε με πολύ πιο πολύπλοκα θέματα από το live and let live, οι άτεκνες straight 40αρες που δεν είναι διευθύντριες σε πολυεθνική ψάχνουν να βρουν μια θέση στο τραπέζι που όταν γυρίσουν την πλάτη και καληνυχτίσουν δε θα την αναπληρώσει η λύπηση.
Τα σχόλια είναι "η καημένη, ο χρόνος της τελειώνει" ή "που θα βρει τώρα γκόμενο αυτή" ή ακόμα και "δεν εξηγείται διαφορετικά, σίγουρα έχει κάποιο πρόβλημα". 'Ολοι κουνούν τα κεφάλια με μία αδιόρατη θλίψη για το προδιαγεγραμμένο μέλλον τριών γυναικών που προφανέστατα έχουν κάνει μία επιλογή με την οποία δεν συμπλέει η πλειοψηφία.
Δεν είναι αναγκαστική επιλογή. Οι δύο ελεύθερες φίλες μου έχουν περάσει από σχέσεις στο παρελθόν, και έχουν διαλύσει και 1-2 λίγο πριν το μεγάλο χαρμόσυνο γεγονός - μη χασκογελάτε,όλοι ξέρουμε ποιο είναι αυτό - είναι κοινωνικές, αστείες, μένουν μόνες τους, διαβάζουν βιβλία και κάνουν γιόγκα/εθελοντισμό/ποδήλατο/πλέξιμο - τυχαία παραδείγματα, αλλά είναι εκεί έξω σε όλο αυτό το κάπως current trend ή το "γίνονται πράγματα" της Βάνας Μπάρμπα. Η Μ. από την άλλη αν ήθελε παιδιά θα τα είχε. Με όποιο τρόπο. Αν πάρα, μα πάρα πολύ το θες βρίσκεις τον τρόπο. Κανένας κοινωνικός σχολιασμός δεν μπορεί να σε αποτρέψει, άλλωστε ξέρεις ότι σχολιάζεσαι εξίσου και για το ανάποδο και γύρω από το όνομά σου γράφονται τα πιο υποθετικά σενάρια.
Θα ήθελα, έστω από ανθρώπους με παιδεία, με ταξίδια στο διαβατήριο τους και μερικά βιβλία στη βιβλιοθήκη τους,να πάψουν να αναφέρονται στις γυναίκες φίλες μου ως τελειωμένες ή προβληματικές. Να σταματήσουν να αναρωτιούνται τί διάολο τρέχει και ποιο εξάρτημα έχει χαλάσει.
Θα ήθελα να σηκωθούν νοητά και να χειροκροτήσουν εκείνες τις γυναίκες που έχουν αποδεχτεί τον εαυτό τους έτσι όπως ακριβώς είναι. Που έχουν πάψει να κυνηγούν ταμπέλες με επαίνους, εικόνες περιοδικών ή βιτρίνες καταστημάτων. Που έχουν μασήσει, καταπιεί και χωνέψει ότι δεν θα γίνουν ποτέ υπέροχες μαμάδες ή υψηλά αμοιβόμενα στελέχη και που αν το μέλλον τις τρομάζει θα βρουν μια φιλική αγκαλιά να χωθούν μέσα, ίσως πανικοβλημένες, αλλά πιο ισορροπημένες από όλες εκείνες που το μόνο που ακούν κάθε πρωί είναι το ρολόι που χτυπάει.
Και αυτός ο ήχος, ο τόσο μονότονος, τις οδηγεί στις πιο βίαιες επιλογές μόνο για να καταφέρουν να κρατήσουν στα χέρια τους μία βαριά πινακίδα που θα γράφει SUCCESS. Θα κουραστούν όμως τα χέρια τους μετά από χρόνια.
25.2.14
Gambling στα σχολεία.
Βρίσκομαι στην άχαρη θέση να "ψάχνω" σχολείο για το γιο μου που το Σεπτέμβριο ξεκινάει το δημοτικό.
Δεν θα ήθελα καθόλου να ψάχνω. Θα ήθελα να ζω σε μια χώρα που τα ιδιωτικά σχολεία θα ήταν ένα αυστηρό ελιτίστικο προνόμιο των πάμπλουτων, να μην μπορούσα καν να τα κρυφοκοιτάξω, και τα δημόσια θα λειτουργούσαν όλα με βασικές, κοινές προϋποθέσεις και αξίες που δεν θα με έβαζαν σε διαδικασία ούτε σκέψης, ούτε επιλογής, γιατί απλά θα πήγαινα μια ωραία μέρα κρατώντας τον από το χέρι και φορώντας σαγιονάρες, να τον γράψω σε εκείνο που θα ήταν πιο κοντά στο σπίτι μου. Για να κοιμάται περισσότερο, για να έχει φίλους που θα τους χτυπάει το κουδούνι και θα κατεβαίνουν, για να περπατάει τα πρωινά και να μπαίνει στην αυλή τρέχοντας με φόρα.
Δεν με υποχρεώνει βέβαια κανένας απολύτως να "κρυφοκοιτάξω" κανένα ιδιωτικό σχολείο και ας ανήκει στη λεγόμενη κατηγορία μεσαίας κλίμακας, ακόμα κι αν δεν είναι στην ομάδα των ιδιωτικών - σταρ με τις μεγαλειώδεις εγκαταστάσεις, υπάρχει ένα δημόσιο σχολείο πολύ κοντά στο σπίτι μου και από αντίδραση και μόνο στα εξωφρενικά δίδακτρα - να σημειώσω εδώ ότι θεωρώ πως όλα, μα ανεξαιρέτως όλα τα ιδιωτικά σχολεία είναι επιεικώς υπερεκτιμημένα - θα μπορούσα να βάλω τις σαγιονάρες μου, να μπουκάρω μέσα ρίχνοντας μια ματιά στο πώς είναι στημένες οι τάξεις και να απολαύσω το ξεκίνημα του παρανοϊκού ταξιδιού στην ελληνική εκπαίδευση. Έτσι όπως σχεδόν "απόλαυσα" και το δικό μου.
Αν μη τι άλλο αναγνωρίζω ότι μέσα από το δικό μου ταξίδι έγινα πιο δυνατή, πιο σκεπτική απέναντι στους κάθε λογής άρχοντες και πιο θρασεία. Για εμένα αυτά ήταν μεγάλα προσόντα, νομίζω ότι στην πραγματικότητα είμαι ντροπαλή και λιγομίλητη.
Εκεί που ξεκινάω να χαλαρώνω, να πείθω τον εαυτό μου ότι έχω ένα εξαιρετικό παιδί που θα τα καταφέρει οπουδήποτε και με όποιον τρόπο, γεννιούνται μέσα μου μεγάλα ερωτηματικά. Ακούω ιστορίες για σχολεία, και κοίτα γαμώτο πώς έχω γίνει, συγκρατώ όλα τα αρνητικά. Μιλάω με δασκάλους ή άλλους γονείς σφυρίζοντας αδιάφορα, φορώντας τη μάσκα μιας παραδοσιακής μαμάς που εκτιμάει την πρωτιά και την πειθαρχία, που αναγνωρίζει στο πρόσωπό τους τον αδιαπραγμάτευτο ηγέτη στην τάξη, που συμφωνεί ότι το νεαρό της ηλικίας σημαίνει συχνά άγνοια και ανεπάρκεια. Με τρόμο διαπιστώνω ότι δεν με μαλώνει κανείς για αυτές τις σκέψεις. Ότι υπάρχει κόσμος (συμπεριλαμβανομένων και κάποιων δασκάλων εκεί έξω) που χασμουριούνται και φτύνουν μέσα από τα σάπια δόντια τους φράσεις όπως - έλα μωρέ, τί να καταλάβουν τώρα τα παιδιά.
Μπορεί αυτός να είναι ένας. Ή πέντε συνολικά, ή άντε δώδεκα.
Και αυτή η ας υποθέσουμε μικρή ομάδα καταφέρνει να με τρομοκρατεί μόνο και μόνο επειδή πρόκειται να ασχοληθεί πνευματικά με ό,τι πολυτιμότερο έχω σε αυτή τη ζωή. Τα παιδιά μου.
Μην μασάς μου λένε, πλέον λειτουργούν αξιολογήσεις, επιτροπές, καταγγελίες στα υπουργεία, ναι κι εγώ πιστεύω ότι γινόμαστε καλύτεροι, αλλά λίγο περίεργο το συναίσθημα να ξεκινάω μια σχολική χρονιά ατσαλωμένη με όπλα ως άλλη Ζήνα η αμαζόνα, αντί να συγκινούμαι από ενθουσιασμό και προσμονή πίσω από τους σχολικούς τοίχους. 'Ηθελα να γράψω κάγκελα αλλά με πήγε αλλού η καταραμένη η προκατάληψή μου.
Αυτό είναι τύχη ακούω συνέχεια. Ο καλός δάσκαλος που σέβεται απόλυτα τους μαθητές του και διαρκώς ενημερώνεται, άρα και εξελίσσεται φέρνοντας στην τάξη καινοτομίες και πνευματικά ερεθίσματα είναι τύχη, τύχη, τύχη. Τύχη όταν αναφερόμαστε στο αυτονόητο. Σαν να παίζω με τζόκερ τον μισθό μου κάθε μήνα δηλαδή. Ας είναι.
Α, μου λένε, όλα τα δημόσια καλά είναι, αρκεί να μην έχετε πολλά ξένα παιδάκια στη γειτονιά. Μάλιστα. Μα εμείς δεν είμαστε άνθρωποι ανοιχτόμυαλοι και προοδευτικοί, που στο σπίτι παίζουμε με μαύρα μωρά και ντύνουμε μικρές Ασιάτισσες, που διαβάζουμε αυτά τα παραμύθια που μιλάνε για την ισότητα όλων των ανθρώπων και την ειρήνη, που ακούμε νανουρίσματα από την Αφρική και κολλάμε αυτοκόλλητα με παραδοσιακές φορεσιές όλων των λαών της Γης; Μα εμείς δεν είμαστε αυτοί που κοιτάμε την υδρόγειο σφαίρα και διακηρύττουμε ότι εδώ υπάρχει χώρος για όλους τους ανθρώπους σε ό,τι και αν πιστεύουν, που έχουμε συνδρομές νονών σε όλες τις σχετικές ΜΚΟ, που συμπεριφερόμαστε σε όλους τους συμπολίτες μας με ευγένεια, που προσφέρουμε, μοιράζουμε, συμπονούμε; Είμαστε, δεν το αρνείται κανείς αυτό, και άλλωστε και για αυτό κοιμόμαστε ήσυχοι τα βράδια.
Αλλά από την άλλη, το δικό μου το παιδί είναι ξεχωριστό. Είναι έξυπνο, καλλιτεχνικό, ανήσυχο, συναισθηματικά ώριμο, είναι _ είναι _ είναι _ (στα κενά συμπληρώνετε λέξεις για τα δικά σας παιδιά κατά βούληση). Τι θα γίνει όταν τα υπόλοιπα παιδιά δεν είναι στο ίδιο "επίπεδο", δεν έχουν πάρει τα ίδια εφόδια από την προσχολική τους πορεία, δεν έχουν γονείς που θέλουν/μπορούν να ασχοληθούν λίγο παραπάνω, που ο σύλλογος γονέων είναι μια ανύπαρκτη ομάδα ανέκδοτο γιατί το κύριο μέλημά τους είναι τα καλά γράμματα και η υπακοή, άλλωστε αγωνίζονται μόνο για να βγάλουν πέρα την ημέρα, τις λιγοστές αυτές ώρες να υπάρχει στο τραπέζι φαγητό και στο σαλόνι θέρμανση. Ποιος να τολμήσει να επισημάνει - και ορθά κατά τη γνώμη μου - ότι "τραβάνε τα άλλα παιδιά πίσω" (και τί σημαίνει άραγε αυτό το "πίσω;") όταν όλοι σαν σώφρονες ενήλικες στηρίζουμε θεωρητικά τα δικαιώματα των αδυνάτων και των μη προνομιούχων. 'Όταν ακόμα και ένας συμμαθητής δεν καταλαβαίνει, όλη η ομάδα πρέπει να σκύψει πάνω του και να τον βοηθήσει. Αυτό θα ήταν μια ωραία φιλοσοφία που θα ένωνε την τάξη αντί να τη χώριζε, που εκεί η γνώση θα λειτουργούσε σαν μεγάλη αγκαλιά αντί σαν παράγοντας διάκρισης, που κανείς δε θα βαριόταν σαν ένας διαρκής παθητικός ακροατής, αλλά θα γινόταν ένας ενεργητικός συμμετέχων με σπουδαίο ρόλο. Να δείξει, να βοηθήσει, να ανοίξει δρόμους. Πού όμως γίνεται αυτό; A, μου λένε, τύχη είναι και αυτό δεν το ήξερες; 'Αμα θέλει ο δάσκαλος γίνεται, αλλιώς τελειώνει τη δουλίτσα του, τα μισά κοιμούνται και έπειτα γυρίζει σπίτι του να κοιμηθεί και αυτός. Απροκάλυπτα δηλαδή.
Να τον πας σε πειραματικό, μου λένε, εκεί δεν έχει πολλά "ξένα", οι δάσκαλοι περνάνε σεμινάρια και δοκιμάζονται πρώτα όλα τα καινούργια παιδαγωγικά προγράμματα. Καλό ακούγεται, μόνο που παίρνουν 12-15 αγόρια στην πρώτη δημοτικού μεταξύ εικοσαπλάσιου και βάλε αριθμού αιτήσεων. Α, τύχη και εδώ. Για βύσματα δε θέλω να μιλήσω γιατί φυσικά δεν μου το έχει παραδεχτεί και κανένας. Κλήρωση και στα πειραματικά, εγώ πάλι πρέπει να είμαι από τους λίγους που συμφωνώ με το θεσμό των εξετάσεων για εισαγωγή σε αυτά τα σχολεία, αλλά ας είναι. Προς το παρόν θα πρέπει να αρκεστώ σε επικλήσεις να είμαστε τυχεροί. Τυχεροί σε όλα.
Τυχεροί στο δάσκαλο, τυχεροί στο διευθυντή, τυχεροί στους συμμαθητές, στους γονείς τους, στα κτίρια, στη διάθεση, τυχεροί στην εκπαίδευση, στη ζωή, στην ελευθερία, εμείς που νομίζαμε ότι αυτά εδώ τα παιδιά θα είναι τα ευνοημένα, που θα μεγαλώσουν σε μία κοινωνία με ένα σύστημα βελτιωμένο, που η πολυπολιτισμικότητα δε θα ήταν μια ωραία μοντέρνα θεωρία, αλλά θα είχε ριζώσει στις καλημέρες των σχολείων σε δύο, πέντε, εκατό διαφορετικές γλώσσες.
Τι μαλακίες λέω και πόσο ειλικρινά σαχλή αισθάνομαι που όλα τα περιμένω από ένα κράτος που ασθενεί και εγώ κάθομαι και ρωτάω τον κάθε ανθρωπάκο τις ανόητες απορίες μου, μόνο να θυμώνω μπορώ γιατί να, αυτή είναι μία κατάσταση που δεν μπορώ να την πάρω στα χέρια μου και να την υποτάξω και μου φαίνομαι τόσο Μικρή.
Πάω να τα ποντάρω όλα στο 22 -μαύρο- να τεστάρω λίγο τις υπερδυνάμεις μου.
Δεν θα ήθελα καθόλου να ψάχνω. Θα ήθελα να ζω σε μια χώρα που τα ιδιωτικά σχολεία θα ήταν ένα αυστηρό ελιτίστικο προνόμιο των πάμπλουτων, να μην μπορούσα καν να τα κρυφοκοιτάξω, και τα δημόσια θα λειτουργούσαν όλα με βασικές, κοινές προϋποθέσεις και αξίες που δεν θα με έβαζαν σε διαδικασία ούτε σκέψης, ούτε επιλογής, γιατί απλά θα πήγαινα μια ωραία μέρα κρατώντας τον από το χέρι και φορώντας σαγιονάρες, να τον γράψω σε εκείνο που θα ήταν πιο κοντά στο σπίτι μου. Για να κοιμάται περισσότερο, για να έχει φίλους που θα τους χτυπάει το κουδούνι και θα κατεβαίνουν, για να περπατάει τα πρωινά και να μπαίνει στην αυλή τρέχοντας με φόρα.
Δεν με υποχρεώνει βέβαια κανένας απολύτως να "κρυφοκοιτάξω" κανένα ιδιωτικό σχολείο και ας ανήκει στη λεγόμενη κατηγορία μεσαίας κλίμακας, ακόμα κι αν δεν είναι στην ομάδα των ιδιωτικών - σταρ με τις μεγαλειώδεις εγκαταστάσεις, υπάρχει ένα δημόσιο σχολείο πολύ κοντά στο σπίτι μου και από αντίδραση και μόνο στα εξωφρενικά δίδακτρα - να σημειώσω εδώ ότι θεωρώ πως όλα, μα ανεξαιρέτως όλα τα ιδιωτικά σχολεία είναι επιεικώς υπερεκτιμημένα - θα μπορούσα να βάλω τις σαγιονάρες μου, να μπουκάρω μέσα ρίχνοντας μια ματιά στο πώς είναι στημένες οι τάξεις και να απολαύσω το ξεκίνημα του παρανοϊκού ταξιδιού στην ελληνική εκπαίδευση. Έτσι όπως σχεδόν "απόλαυσα" και το δικό μου.
Αν μη τι άλλο αναγνωρίζω ότι μέσα από το δικό μου ταξίδι έγινα πιο δυνατή, πιο σκεπτική απέναντι στους κάθε λογής άρχοντες και πιο θρασεία. Για εμένα αυτά ήταν μεγάλα προσόντα, νομίζω ότι στην πραγματικότητα είμαι ντροπαλή και λιγομίλητη.
Εκεί που ξεκινάω να χαλαρώνω, να πείθω τον εαυτό μου ότι έχω ένα εξαιρετικό παιδί που θα τα καταφέρει οπουδήποτε και με όποιον τρόπο, γεννιούνται μέσα μου μεγάλα ερωτηματικά. Ακούω ιστορίες για σχολεία, και κοίτα γαμώτο πώς έχω γίνει, συγκρατώ όλα τα αρνητικά. Μιλάω με δασκάλους ή άλλους γονείς σφυρίζοντας αδιάφορα, φορώντας τη μάσκα μιας παραδοσιακής μαμάς που εκτιμάει την πρωτιά και την πειθαρχία, που αναγνωρίζει στο πρόσωπό τους τον αδιαπραγμάτευτο ηγέτη στην τάξη, που συμφωνεί ότι το νεαρό της ηλικίας σημαίνει συχνά άγνοια και ανεπάρκεια. Με τρόμο διαπιστώνω ότι δεν με μαλώνει κανείς για αυτές τις σκέψεις. Ότι υπάρχει κόσμος (συμπεριλαμβανομένων και κάποιων δασκάλων εκεί έξω) που χασμουριούνται και φτύνουν μέσα από τα σάπια δόντια τους φράσεις όπως - έλα μωρέ, τί να καταλάβουν τώρα τα παιδιά.
Μπορεί αυτός να είναι ένας. Ή πέντε συνολικά, ή άντε δώδεκα.
Και αυτή η ας υποθέσουμε μικρή ομάδα καταφέρνει να με τρομοκρατεί μόνο και μόνο επειδή πρόκειται να ασχοληθεί πνευματικά με ό,τι πολυτιμότερο έχω σε αυτή τη ζωή. Τα παιδιά μου.
Μην μασάς μου λένε, πλέον λειτουργούν αξιολογήσεις, επιτροπές, καταγγελίες στα υπουργεία, ναι κι εγώ πιστεύω ότι γινόμαστε καλύτεροι, αλλά λίγο περίεργο το συναίσθημα να ξεκινάω μια σχολική χρονιά ατσαλωμένη με όπλα ως άλλη Ζήνα η αμαζόνα, αντί να συγκινούμαι από ενθουσιασμό και προσμονή πίσω από τους σχολικούς τοίχους. 'Ηθελα να γράψω κάγκελα αλλά με πήγε αλλού η καταραμένη η προκατάληψή μου.
Αυτό είναι τύχη ακούω συνέχεια. Ο καλός δάσκαλος που σέβεται απόλυτα τους μαθητές του και διαρκώς ενημερώνεται, άρα και εξελίσσεται φέρνοντας στην τάξη καινοτομίες και πνευματικά ερεθίσματα είναι τύχη, τύχη, τύχη. Τύχη όταν αναφερόμαστε στο αυτονόητο. Σαν να παίζω με τζόκερ τον μισθό μου κάθε μήνα δηλαδή. Ας είναι.
Α, μου λένε, όλα τα δημόσια καλά είναι, αρκεί να μην έχετε πολλά ξένα παιδάκια στη γειτονιά. Μάλιστα. Μα εμείς δεν είμαστε άνθρωποι ανοιχτόμυαλοι και προοδευτικοί, που στο σπίτι παίζουμε με μαύρα μωρά και ντύνουμε μικρές Ασιάτισσες, που διαβάζουμε αυτά τα παραμύθια που μιλάνε για την ισότητα όλων των ανθρώπων και την ειρήνη, που ακούμε νανουρίσματα από την Αφρική και κολλάμε αυτοκόλλητα με παραδοσιακές φορεσιές όλων των λαών της Γης; Μα εμείς δεν είμαστε αυτοί που κοιτάμε την υδρόγειο σφαίρα και διακηρύττουμε ότι εδώ υπάρχει χώρος για όλους τους ανθρώπους σε ό,τι και αν πιστεύουν, που έχουμε συνδρομές νονών σε όλες τις σχετικές ΜΚΟ, που συμπεριφερόμαστε σε όλους τους συμπολίτες μας με ευγένεια, που προσφέρουμε, μοιράζουμε, συμπονούμε; Είμαστε, δεν το αρνείται κανείς αυτό, και άλλωστε και για αυτό κοιμόμαστε ήσυχοι τα βράδια.
Αλλά από την άλλη, το δικό μου το παιδί είναι ξεχωριστό. Είναι έξυπνο, καλλιτεχνικό, ανήσυχο, συναισθηματικά ώριμο, είναι _ είναι _ είναι _ (στα κενά συμπληρώνετε λέξεις για τα δικά σας παιδιά κατά βούληση). Τι θα γίνει όταν τα υπόλοιπα παιδιά δεν είναι στο ίδιο "επίπεδο", δεν έχουν πάρει τα ίδια εφόδια από την προσχολική τους πορεία, δεν έχουν γονείς που θέλουν/μπορούν να ασχοληθούν λίγο παραπάνω, που ο σύλλογος γονέων είναι μια ανύπαρκτη ομάδα ανέκδοτο γιατί το κύριο μέλημά τους είναι τα καλά γράμματα και η υπακοή, άλλωστε αγωνίζονται μόνο για να βγάλουν πέρα την ημέρα, τις λιγοστές αυτές ώρες να υπάρχει στο τραπέζι φαγητό και στο σαλόνι θέρμανση. Ποιος να τολμήσει να επισημάνει - και ορθά κατά τη γνώμη μου - ότι "τραβάνε τα άλλα παιδιά πίσω" (και τί σημαίνει άραγε αυτό το "πίσω;") όταν όλοι σαν σώφρονες ενήλικες στηρίζουμε θεωρητικά τα δικαιώματα των αδυνάτων και των μη προνομιούχων. 'Όταν ακόμα και ένας συμμαθητής δεν καταλαβαίνει, όλη η ομάδα πρέπει να σκύψει πάνω του και να τον βοηθήσει. Αυτό θα ήταν μια ωραία φιλοσοφία που θα ένωνε την τάξη αντί να τη χώριζε, που εκεί η γνώση θα λειτουργούσε σαν μεγάλη αγκαλιά αντί σαν παράγοντας διάκρισης, που κανείς δε θα βαριόταν σαν ένας διαρκής παθητικός ακροατής, αλλά θα γινόταν ένας ενεργητικός συμμετέχων με σπουδαίο ρόλο. Να δείξει, να βοηθήσει, να ανοίξει δρόμους. Πού όμως γίνεται αυτό; A, μου λένε, τύχη είναι και αυτό δεν το ήξερες; 'Αμα θέλει ο δάσκαλος γίνεται, αλλιώς τελειώνει τη δουλίτσα του, τα μισά κοιμούνται και έπειτα γυρίζει σπίτι του να κοιμηθεί και αυτός. Απροκάλυπτα δηλαδή.
Να τον πας σε πειραματικό, μου λένε, εκεί δεν έχει πολλά "ξένα", οι δάσκαλοι περνάνε σεμινάρια και δοκιμάζονται πρώτα όλα τα καινούργια παιδαγωγικά προγράμματα. Καλό ακούγεται, μόνο που παίρνουν 12-15 αγόρια στην πρώτη δημοτικού μεταξύ εικοσαπλάσιου και βάλε αριθμού αιτήσεων. Α, τύχη και εδώ. Για βύσματα δε θέλω να μιλήσω γιατί φυσικά δεν μου το έχει παραδεχτεί και κανένας. Κλήρωση και στα πειραματικά, εγώ πάλι πρέπει να είμαι από τους λίγους που συμφωνώ με το θεσμό των εξετάσεων για εισαγωγή σε αυτά τα σχολεία, αλλά ας είναι. Προς το παρόν θα πρέπει να αρκεστώ σε επικλήσεις να είμαστε τυχεροί. Τυχεροί σε όλα.
Τυχεροί στο δάσκαλο, τυχεροί στο διευθυντή, τυχεροί στους συμμαθητές, στους γονείς τους, στα κτίρια, στη διάθεση, τυχεροί στην εκπαίδευση, στη ζωή, στην ελευθερία, εμείς που νομίζαμε ότι αυτά εδώ τα παιδιά θα είναι τα ευνοημένα, που θα μεγαλώσουν σε μία κοινωνία με ένα σύστημα βελτιωμένο, που η πολυπολιτισμικότητα δε θα ήταν μια ωραία μοντέρνα θεωρία, αλλά θα είχε ριζώσει στις καλημέρες των σχολείων σε δύο, πέντε, εκατό διαφορετικές γλώσσες.
Τι μαλακίες λέω και πόσο ειλικρινά σαχλή αισθάνομαι που όλα τα περιμένω από ένα κράτος που ασθενεί και εγώ κάθομαι και ρωτάω τον κάθε ανθρωπάκο τις ανόητες απορίες μου, μόνο να θυμώνω μπορώ γιατί να, αυτή είναι μία κατάσταση που δεν μπορώ να την πάρω στα χέρια μου και να την υποτάξω και μου φαίνομαι τόσο Μικρή.
Πάω να τα ποντάρω όλα στο 22 -μαύρο- να τεστάρω λίγο τις υπερδυνάμεις μου.
14.2.14
Ε, τί άλλο.
Γενικά σήμερα οι μισοί χαίρονται και οι μισοί ξερνάνε, έτσι ακριβώς.
Ενώ με ξέρετε τί άνθρωπος είμαι, το ξερατό δεν το καταλαβαίνω και απόλυτα όταν αφορά σε ανθρώπινο συναίσθημα και όχι αυστηρά στη γλυκερή αρκουδοβελουτοκόκκινη εμπορική του εκμετάλλευση. Πιο εύκολα θυμώνω με την σιχαμένη κολακεία for a reason - στα λέω για να μου τα πεις, για να νιώσω σημαντικός/ή, να πουλήσω μούρη, κραγιόν ή αρακά μπαρμπά στάθη, να μου πιαστεί το στόμα από το χαμόγελο γιατί μου πάει, να μου κάνεις πολλά φαβ να τα δουν όλοι, να τσιμπήσω κανα κοπλιμέντο γιατί στο real life εντυπωσιάζω όσο το μυρμήγκι, να αρχίσω να μετράω σαν μονάδα influence. Sorry, μαλακοinfluence ήθελα να πω. Και να μετράω βασικά. Αλλά αυτή είναι μία άλλη ανάρτηση.
Το αστείο της ημέρας ήταν που πήγα στο super market το πρωί και εκεί στα ταμεία μοιράζανε δωρεάν καρτούλες με καρδούλες για να συμπληρώσεις τα κενά και να δώσεις στον/στην αγαπημένο/η σου, μια ευγενική προσφορά του Carrefour στα μαύρα χρόνια της οικονομικής κρίσης - πω πω τραγικό μου φάνηκε. Θέλετε καρτούλα Βαλεντίνου; με ρώτησε η ταμείας. Όχι, ευχαριστώ, της απάντησα με πληγωμένο χαμόγελο. Με λυπήθηκε. Αλήθεια σας λέω, σαν να άκουσα τη φωνή της μέσα στα αυτιά μου "την κεράτωσε και είναι μόνη, μαλακία που το είπα, ΤΗΝ ΚΑΗΜΕΝΗ" και εμένα να απαντάω τσιριχτά πόσο τρισάθλιο και κακομοίρικο πια να πάρω τυπωμένη καρτούλα καρφούρ για να πω σε κάποιον ότι είμαι ερωτευμένη μαζί του, γιατί να τις σκέφτεστε αυτές τις παπαριές εεε;;;
Εντάξει τώρα εγώ δεν είμαι για Βαλεντίνους - δεν ήμουνα και ποτέ, αλλά ειδικά την τελευταία δεκαετία ψηφίζω σθεναρά για τη συγκεκριμένη μέρα την αντίδραση της απάθειας, αν και πριν λίγο συγκινήθηκα που είδα στο δρόμο μια γιαγιά κοντά στα 80 να περπατάει με ένα χαμόγελο στο στόμα και ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι. Στα γηρατειά μου αρέσει ο ρομαντισμός, νομίζω ότι δίνει ζωή και δύναμη, ξεκουράζει το μυαλό από τις βαριές σκέψεις, ξανανιώνει την καρδιά και το βλέμμα, υποδηλώνει αν όχι διάρκεια, τουλάχιστον θέληση.
Και με τα παιδιά μου θα λιώσω.
Τους σκέφτομαι να προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε ένα θυελλώδη - στο μυαλό τους - νεανικό έρωτα. Τον Πρώτο Σοβαρό. Τον Μεγάλο Αξέχαστο.
Μου φαίνεται ότι ο γιος μου θα παρασυρθεί στη δίνη, θα υποφέρει και θα κλάψει. Δεν του λέω ποτέ να μην κλαίει "γιατί είναι αγόρι και τα αγόρια δεν", μου μοιάζει τρομερή καταπίεση όλο αυτό, να μην αφήνεις τον άλλον να αποφορτίζεται από τη στεναχώρια του, να ξεφορτώνει κάπως, να τρανταχτεί, να σπάσει. Η κόρη μου ίσως και να είναι λίγο πιο συγκρατημένη, κάπως πιο εγωίστρια, να κρατάει και ένα μικρό κομμάτι του εαυτού της ανέγγιχτο και αποστασιοποιημένο, αλλά μάλλον κάποιες φορές θα χρειαστεί να παλέψει περισσότερο. ´Ισως πάλι και να την μπερδεύω με εμένα.
Θα τους ζηλεύω για αυτούς τους Αιώνιους Νεανικούς έρωτες. Θα τους ζηλεύω που η μονάδα μέτρησης της ημέρας τους θα είναι ένα τηλέφωνο, ένα φιλί, μια βόλτα, που το κριτήριο της εικόνας τους στον καθρέφτη θα είναι η ματιά κάποιου άλλου και όχι η δική τους, που δεν θα τους νοιάζει η κίνηση, η κρίση, η καριέρα, η αποκατάσταση, το ενοίκιο, οι αρρώστιες, αλλά μόνο ένα "σε θέλω" και η Γη να στροβιλίζεται. Θα ζηλεύω τη δραματική συνειδητοποίηση του ότι τίποτα δεν είναι υπό έλεγχο.
Θα ζηλεύω την παγκόσμια πρώτη στους Παθιασμένους έρωτες. Το σημάδι ότι τώρα πια, τίποτα δεν μπορεί να είναι όπως πριν.
Καλώς ήρθατε και προσδεθείτε παιδιά, η βόλτα στο ρολερκόστερ των σχέσεων θα είναι η ζωή σας όλη και μαντέψτε, δεν μπορείτε να κατεβείτε, παρά μόνο να κατουρηθείτε από το hype ή να πλαντάξετε από τον φόβο σας, μέχρι να πιάσετε ευθεία.
Εγώ τώρα ζαλίστηκα από τις βόλτες, λέω να στοχεύσω στο τριαντάφυλλο στα ογδόντα. Δεν είναι διόλου απίθανο ;)
πι.ες: Αλλαγή κλίματος, περνάμε και μια βόλτα στο Fashionism που έγραψα εδώ, διάολε, και αυτό κάτι έχει να πει για έρωτες.
Ενώ με ξέρετε τί άνθρωπος είμαι, το ξερατό δεν το καταλαβαίνω και απόλυτα όταν αφορά σε ανθρώπινο συναίσθημα και όχι αυστηρά στη γλυκερή αρκουδοβελουτοκόκκινη εμπορική του εκμετάλλευση. Πιο εύκολα θυμώνω με την σιχαμένη κολακεία for a reason - στα λέω για να μου τα πεις, για να νιώσω σημαντικός/ή, να πουλήσω μούρη, κραγιόν ή αρακά μπαρμπά στάθη, να μου πιαστεί το στόμα από το χαμόγελο γιατί μου πάει, να μου κάνεις πολλά φαβ να τα δουν όλοι, να τσιμπήσω κανα κοπλιμέντο γιατί στο real life εντυπωσιάζω όσο το μυρμήγκι, να αρχίσω να μετράω σαν μονάδα influence. Sorry, μαλακοinfluence ήθελα να πω. Και να μετράω βασικά. Αλλά αυτή είναι μία άλλη ανάρτηση.
Το αστείο της ημέρας ήταν που πήγα στο super market το πρωί και εκεί στα ταμεία μοιράζανε δωρεάν καρτούλες με καρδούλες για να συμπληρώσεις τα κενά και να δώσεις στον/στην αγαπημένο/η σου, μια ευγενική προσφορά του Carrefour στα μαύρα χρόνια της οικονομικής κρίσης - πω πω τραγικό μου φάνηκε. Θέλετε καρτούλα Βαλεντίνου; με ρώτησε η ταμείας. Όχι, ευχαριστώ, της απάντησα με πληγωμένο χαμόγελο. Με λυπήθηκε. Αλήθεια σας λέω, σαν να άκουσα τη φωνή της μέσα στα αυτιά μου "την κεράτωσε και είναι μόνη, μαλακία που το είπα, ΤΗΝ ΚΑΗΜΕΝΗ" και εμένα να απαντάω τσιριχτά πόσο τρισάθλιο και κακομοίρικο πια να πάρω τυπωμένη καρτούλα καρφούρ για να πω σε κάποιον ότι είμαι ερωτευμένη μαζί του, γιατί να τις σκέφτεστε αυτές τις παπαριές εεε;;;
Εντάξει τώρα εγώ δεν είμαι για Βαλεντίνους - δεν ήμουνα και ποτέ, αλλά ειδικά την τελευταία δεκαετία ψηφίζω σθεναρά για τη συγκεκριμένη μέρα την αντίδραση της απάθειας, αν και πριν λίγο συγκινήθηκα που είδα στο δρόμο μια γιαγιά κοντά στα 80 να περπατάει με ένα χαμόγελο στο στόμα και ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι. Στα γηρατειά μου αρέσει ο ρομαντισμός, νομίζω ότι δίνει ζωή και δύναμη, ξεκουράζει το μυαλό από τις βαριές σκέψεις, ξανανιώνει την καρδιά και το βλέμμα, υποδηλώνει αν όχι διάρκεια, τουλάχιστον θέληση.
Και με τα παιδιά μου θα λιώσω.
Τους σκέφτομαι να προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε ένα θυελλώδη - στο μυαλό τους - νεανικό έρωτα. Τον Πρώτο Σοβαρό. Τον Μεγάλο Αξέχαστο.
Μου φαίνεται ότι ο γιος μου θα παρασυρθεί στη δίνη, θα υποφέρει και θα κλάψει. Δεν του λέω ποτέ να μην κλαίει "γιατί είναι αγόρι και τα αγόρια δεν", μου μοιάζει τρομερή καταπίεση όλο αυτό, να μην αφήνεις τον άλλον να αποφορτίζεται από τη στεναχώρια του, να ξεφορτώνει κάπως, να τρανταχτεί, να σπάσει. Η κόρη μου ίσως και να είναι λίγο πιο συγκρατημένη, κάπως πιο εγωίστρια, να κρατάει και ένα μικρό κομμάτι του εαυτού της ανέγγιχτο και αποστασιοποιημένο, αλλά μάλλον κάποιες φορές θα χρειαστεί να παλέψει περισσότερο. ´Ισως πάλι και να την μπερδεύω με εμένα.
Θα τους ζηλεύω για αυτούς τους Αιώνιους Νεανικούς έρωτες. Θα τους ζηλεύω που η μονάδα μέτρησης της ημέρας τους θα είναι ένα τηλέφωνο, ένα φιλί, μια βόλτα, που το κριτήριο της εικόνας τους στον καθρέφτη θα είναι η ματιά κάποιου άλλου και όχι η δική τους, που δεν θα τους νοιάζει η κίνηση, η κρίση, η καριέρα, η αποκατάσταση, το ενοίκιο, οι αρρώστιες, αλλά μόνο ένα "σε θέλω" και η Γη να στροβιλίζεται. Θα ζηλεύω τη δραματική συνειδητοποίηση του ότι τίποτα δεν είναι υπό έλεγχο.
Θα ζηλεύω την παγκόσμια πρώτη στους Παθιασμένους έρωτες. Το σημάδι ότι τώρα πια, τίποτα δεν μπορεί να είναι όπως πριν.
Καλώς ήρθατε και προσδεθείτε παιδιά, η βόλτα στο ρολερκόστερ των σχέσεων θα είναι η ζωή σας όλη και μαντέψτε, δεν μπορείτε να κατεβείτε, παρά μόνο να κατουρηθείτε από το hype ή να πλαντάξετε από τον φόβο σας, μέχρι να πιάσετε ευθεία.
Εγώ τώρα ζαλίστηκα από τις βόλτες, λέω να στοχεύσω στο τριαντάφυλλο στα ογδόντα. Δεν είναι διόλου απίθανο ;)
πι.ες: Αλλαγή κλίματος, περνάμε και μια βόλτα στο Fashionism που έγραψα εδώ, διάολε, και αυτό κάτι έχει να πει για έρωτες.
4.2.14
Βέγκι.
Μια φορά κι έναν καιρό στην Αθήνα ζούσε ένα κοριτσάκι που έφτιαχνε συνέχεια με το μυαλό του πολλές ιστορίες, όπως και πολλά άλλα κοριτσάκια και αγοράκια της ηλικίας της. Οι ιστορίες αυτές ήταν συχνά μελαγχολικές, το κοριτσάκι δεν παρατηρούσε τις εικόνες, αλλά τις διάβαζε και όταν τις διηγείτο στον εαυτό της στεναχωριόταν βαθιά, όταν τις εξωτερίκευε δεν μπορούσε να αποφύγει τα κλάματα, προσπαθούσε να διαχειριστεί αυτά τα βαρίδια ευαισθησίας που κούραζαν τους ώμους της και κρυβόταν να ξεκουραστεί στις αγκαλιές των γονιών της - δεν ήξερε αν αυτό θα περνούσε, αλλά πέρασε, ή έστω μετατοπίστηκε.
Το κοριτσάκι έκλαιγε για την άσφαλτο γιατί υπέθετε ότι πονούσε αφόρητα αφού τόσα πολλά αυτοκίνητα την πατούσαν καθημερινά. Έκλαιγε για τα φύλλα από τα δέντρα που έπεφταν στα πεζοδρόμια γιατί υπέθετε ότι ήταν μωρά που αποχωρίζονταν βίαια τη μαμά τους και εκείνη δεν μπορούσε να τα ξαναπάρει κοντά της, μόνο να τα βλέπει να απομακρύνονται, να εξαφανίζονται, να χάνονται. Έκλαιγε για τον παλιό το χρόνο που έφευγε και κανείς δεν τον αναζητούσε πια. Λίγα λεπτά πριν τις δώδεκα έτρεχε στο δωμάτιό της, έγραφε σε ένα μικρό χαρτάκι "1984 σ'αγαπώ, θα σε θυμάμαι" και το κρατούσε πάνω της μέχρι τα ρούχα να πλυθούν οπότε και το έβαζε στο συρτάρι της μαζί με άλλα μικρά χαρτάκια - ενθύμια χρόνων που πέρασαν και πέθαναν.
Τα παιδιά μου λατρεύουν τα δημητριακά - και ΟΧΙ, αυτό δεν είναι ένα πληρωμένο ποστ.
Το πρώτο που τους έρχεται στο μυαλό αυτόματα όταν θα πουν ότι πεινάνε είναι ένα μπωλ με γάλα και δημητριακά και άρα το κάτω ράφι του ντουλαπιού ακριβώς πάνω από την εσπρεσιέρα, στο οποίο πλέον σκαρφαλώνουν μόνα τους αφού πατήσουν σε ένα στενούλι χερούλι (η μικρή αυτό το κάνει να φαίνεται εξίσου τρομακτικό με το παρκούρ), είναι αφιερωμένο σε μεγάλες, χάρτινες, παιδικές συσκευσίες δημητριακών. Έχουμε πάρει τα πάντα, μάλλον σχεδόν τα πάντα, αν και τρώνε κολλήματα ανά τρίμηνο περίπου.
Μετά από άλλο ένα "πεινάω", εμένα έντρομη γιατί μεσημέρι έχουμε φάει έξω και άρα δεν παίζει τίποτα, που γενικώς δεν παίζουν και πολλά όταν είναι μόνο η μανούλα στο σπίτι ε, προτείνω την αγαπημένη λύση στολισμένη με καινούργιο σουπλά Πέππα πιγκ, χαίρονται τα γλυκούλια, κάνουν και δουλειές, βγάζουν το γάλα από το ψυγείο, τα κουτάλια από το συρτάρι, διπλώνουν ξεδιπλώνουν καμια δεκαριά φορές τις χαρτοπετσέτες, and dinner is served.
O W. τρώει μια δυο κουταλιές και μετά αρχίζει να το ζαλίζει. Βυθίζει το κουτάλι στο γάλα, το σηκώνει ψηλά και το ξαναρίχνει μέσα, κολλάει τη μούρη του στο μπωλ και κάτι ψιθυρίζει, ανακατέβει με το δάχτυλο σπρώχνοντας τα δημητριακά μπρος πίσω, στο τέλος παρατάει το πιάτο, τραβάει κοντά του ένα χαρτί και μαρκαδόρους που υπάρχουν πάντα και παντού και αρχίζει να ζωγραφίζει, αδιάφορος.
- Εμ, όλα καλά;
Δεν μου μιλάει, κουνάει το κεφάλι. Η αδελφή του τραγουδάει τρώγοντας, αυτά τα αυτοσχέδια δικά της χωρίς καμία ρίμα - πάντα αυτά τραγουδάει.
- Νόμιζα ότι πεινούσες.
Ξανακουνάει το κεφάλι, αριστερά δεξιά.
Σε πολύ λίγο ένα δάκρυ στάζει από το μάτι του και του μουτζουρώνει το φύλλο.
- Τι έγινε;
- Δεν μπορώ να τα φάω μαμά.
- Μα, γιατί;
- Δεν τα βλέπεις; Κοίταξε τα, κοίταξέ τα καλά, έχουν πρόσωπο.
Θέλει λίγο φαντασία, αλλά θα μπορούσαν να έχουν ένα κάποιο "πρόσωπο", ελαφρώς στραβοχυμένο, μπορεί και μονόφθαλμο, με αρκετές ελιές. Ή φακίδες.
- Δεν μπορώ να φάω τίποτα που με κοιτάει έτσι, στεναχωριέμαι πάρα πολύ.
Του εξηγώ τα αυτονόητα, του λέω τα δικά μου όταν ήμουν μικρή και έτσι πείθεται και αποφασίζει να φάει αλλά την επόμενη φορά, όχι αυτή, και με την προϋπόθεση να τα βγάλει μία φωτογραφία "για να μην ξεχαστούν", όταν θα τα έχει στείλει στην κοιλιά του.
Η Κλο συνεχίζει ακάθεκτη, η μόνη απορία που μάλλον πέρασε φευγαλέα από το μυαλό της είναι γιατί αυτοί οι δύο αγκαλιάζονται έτσι πάνω από ένα μπωλ με γάλα και αφάγωτα δημητριακά, επίσης γιατί φωτογραφίζουν τα δημητριακά, BFD, και τέλος τί σκατά συζητάνε που πείθει τη μαμά να πετάξει φαγητό και να φτιάξει τοστ.
Γεμίζει το κουτάλι της και τον φωνάζει.
- Βάλτερ, Βάλτερ, κοίταααα!
Χραπ, και εξαφανίζει τα δημητριακά στο στόμα της.
- Έτσι τρώγονται τα προσωπάκια, του λέει κριτσανιστά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
