4.12.14

Τέσσερα απ΄όλα.

Την Κυριακή στις εννιά το βράδυ αισθανόμουν ήδη κάπως διαλυμένη, παρότι απλά κάλεσε τους δύο κολλητούς της σπίτι, όχι τίποτα τυχαίες προσωπικότητες, τον φίλο που θα παντρευτεί και είναι ο μόνος που δεν έχει τερματίσει όταν τον βάζει συνέχεια να παίζουν Οικογένεια και τη φίλη που πριν κοιμηθεί ψελλίζει "και εγώ σ΄αγαπώ Χλόη"και την παίρνει ο ύπνος με χαμόγελο, αυτούς λοιπόν τους έφερε να περάσουν όλη τη μέρα μαζί της/μας.
Φτιάξαμε το δέντρο, οι μικροί το τίγκαραν από τη μέση και κάτω γιατί μέχρι εκεί έφταναν, σ'ένα κλαδί επτά τεράστιες μπάλες και δίπλα ένα μικρό καμπανάκι, διαλύοντας όλους τους κανόνες στολίσματος που υπαγορεύουν όχι πολλά μαζί και τα πιο μικρά πάνω, μετά πήγαμε όλοι και αγοράσαμε δύο τούρτες για να υπάρχει και κάστανο και φράουλα στο σπίτι, ποτέ δεν ξέρεις, κάποιος μπορεί να πέσει κάτω με επιληπτικό σοκ και να πρέπει να του βρέξω με μους κάστανο τα χείλη, πήγαμε στο μαγαζί όπου γεμίσαμε ένα τραπέζι με πίτσες και γυρίσαμε πίσω με τα πόδια, τρέχοντας, με ένα καρότσι και ένα ψεύτικο μωρό με μεγάλα γαλάζια μάτια, έναν τεράστιο αρκούδο, σαπουνόφουσκες, μπουφάν, μπαλόνια με κορδέλες, όλα στα χέρια και τέσσερα παιδιά με ποδοβολητά.  Πώς κάνετε τέσσερα παιδιά χωρίς να είστε η Μαρί Σαντάλ (μην έχει και παραπάνω αυτή) ή η Βικτώρια Μπέκαμ, σοβαρά.
Μετά ήρθαν οι παππούδες, σβήσαμε τις δύο τούρτες με ένα γαλάζιο μαραμένο κεράκι, ένα ροζ και δύο μικρά ρεσώ γιατί δεν μπορούμε και να τα θυμόμαστε όλα σε αυτή τη ζωή, τραγουδήσαμε ελληνικά, ιταλικά, όχι κινέζικα και μετά υποτίθεται κάτσαμε να πιούμε κανα ποτήρι κρασί σαν άνθρωποι, δεν το καταφέραμε, μέχρι που έφυγαν όλοι και μπόρεσα να τη χώσω μες στην αγκαλιά μου και να της ψιθυρίσω ευχές και πόσο την αγαπάω.  Της τα είπα όλα για να με διαβεβαιώσει με την καθησυχαστική της φωνή ότι θα αργήσει να πεθάνει, θα είναι για πολλά πολλά χρόνια ακόμα εδώ, για να βουρκώσω λίγο περισσότερο.
Τεσσάρων χρονών η κόρη μου.  Δεν έχω κανένα μικρό παιδί πια.
Ξεκίνησα αυτό το blog με αφορμή την δεύτερη εγκυμοσύνη μου και με αιτία την επιθυμία μου να γράφω.  Από το μυαλό μου δεν πέρασαν ποτέ σχέδια για polished φωτογραφίσεις με μποέμ styling, αμοιβές από εταιρίες για προωθήσεις προϊόντων, σελίδα στο facebook με 129 χιλιάδες μέλη, αναγκαστικές πόζες με τεράστια χαμόγελα ή και άλλες γκριμάτσες, κολύμπι μέσα σε μία βαθιά θάλασσα κολακείας και αλληλοσυμπάθειας.  Για όλους αυτούς τους λόγους και για πολλούς ακόμα πιο προσωπικούς, το blog δεν το φρόντισα ποτέ ιδιαίτερα.  Δεν έψαχνα στρατηγικά τις κατάλληλες ώρες για να ανεβάσω post όταν το "κοινό" θα είναι στο γραφείο, στο κρεβάτι ή στην τουαλέτα, δεν ασχολήθηκα καθόλου με το design αρκεί να μην ήταν μια παστέλ ζαλάδα, δεν ήμουν συνεπής και τακτική στις αναρτήσεις μου, αποδείχθηκα ανίκανη στο να διατηρώ με διάφορους μηχανισμούς αμείωτο το ενδιαφέρον των ανθρώπων που έμπαιναν, δεν έβαζα φωτογραφίες, δεν σχολίαζα χωρίς λόγο σε άλλες bloggers, δεν ακολούθησα τυπικά καμία -ούτε καν απλή- "χρυσή" συμβουλή επιτυχίας όπως θα ήταν ο τίτλος του slide στα workshops. Και όμως. Κατάφερε τον ένα και μοναδικό του στόχο. Να το διαβάζει κόσμος αρκετός, που αυξάνεται διαρκώς.
Είμαι πολύ χαρούμενη για αυτό. Δεν ξέρω πώς έγινε, πραγματικά, αλλά είμαι πραγματικά χαρούμενη και περήφανη.  Από αυτό εδώ το blog-άκι κάποιοι συνειδητοποίησαν ότι μπορώ να γράψω - με εξαίρεση τους καθηγητές στο γυμνάσιο που διάβαζαν τις εκθέσεις μου στην τάξη και δεν θα το θυμούνται, τους συμμαθητές μου που εκείνη την ώρα ή άκουγαν ή κοιμόντουσαν και δεν θα το θυμούνται επίσης, τους γονείς, τους τρεις κολλητούς και τον σύζυγό μου, δεν το είχε διαπιστώσει κανένας άλλος - και μου έδωσαν μερικές ακόμα ευκαιρίες, όπως η Χρύσα στο Fashionism και η Μαρκέλλα Δήμου με σταθερή στήλη στο Τaλκ.  Με αυτά και με αυτά το blog-άκι φούντωνε, παραμένοντας ταυτόχρονα ερασιτεχνικό και άτσαλο και αφρόντιστο και όλοι έλεγαν ότι το κατευχαριστιόντουσαν. Φυσικά και παίζει να έλεγαν όλοι ψέμματα. Συνεχίζω σαν να μην.
Εκείνο το πρωί που μου έστειλε μήνυμα η Δέσποινα Τριβόλη στο κινητό το link με το πρώτο κείμενο της Arianna Huffington για την ελληνική έκδοση της Huffington Post, το πρώτο πράγμα που έκανα καθώς διάβαζα και ξαναδιάβαζα την προτελευταία παράγραφο ήταν να ξαναμπώ στο blog μου και να το παρατηρήσω με σουφρωμένα φρύδια και μία παραπάνω έκπληξη.  Όταν στην εκδήλωση στο Μουσείο της Ακρόπολης η Arianna είχε να μου πει δυο λόγια πιο προσωπικά από τους υπόλοιπους, ήθελα να το έχω εκεί δίπλα και να του κάνω ένα δυνατό πατ πατ στην πλάτη.  Όταν στο τέλος ήταν αυτό το blog που ανέφερε στην συνέντευξη τύπου ήθελα να το ζουλήξω, να το ταρακουνήσω και να του ουρλιάξω μέσα στο αυτί: σοβαρά τώρα, εσύ;;;;
Ναι, αυτό. Ναι, εγώ.
Χωρίς να θέλω να πω τίποτα λιγότερο ή περισσότερο από αυτό που γράφω και αδιαφορώντας σε αυτή τη φάση τί θεωρεί ο καθένας σημαντικό γενικά χωρίς ταυτόχρονη σκέψη για το πώς θα μειώσει την χαρά του άλλου, με τακτοποιημένους πλέον μέσα μου τους χαρακτηρισμούς κομπλεξάκι και φίλος που νοιάζεται, με άρνηση να δημιουργήσω εντυπώσεις ταπεινότητας ή ανεξάντλητου πανηγυρισμού και με διάθεση να μοιραστώ στο πιο προσωπικό μου μέσο τα χαρμόσυνα του μήνα που μας πέρασε, κάτι που αμελώ να κάνω γενικά, το λήγω εδώ.
Ήταν ένας πολύ όμορφος Νοέμβριος και ας μην έγραψα ούτε μία ανάρτηση.
Πρώτα από όλα και πριν από όλα γιατί στην εκπνοή του η κόρη μου έγινε τεσσάρων χρονών και όσο γλυκανάλατο και μονοδιάστατο κι αν φαίνεται σε μερικούς αυτό (κλείστε παρακαλώ την πόρτα φεύγοντας, ανάρρωσα πρόσφατα από πνευμονιά), για εμένα είναι ένα τεράστιο, υπέροχο θέμα που εκτός των προφανέστατων λόγων, συμπαρέσυρε μαζί του και όλο το υπόλοιπο.
Και αισθάνομαι πολύ καλά με αυτό γαμώτο.  Hell yeah.







31.10.14

Και κάπως έτσι, η ζωή τελειώνει.

Το πρώτο ξυπνητήρι χτυπάει 06.40'.
'Eξι και σαράντα ε, λέω μήπως δεν το διαβάσατε καλά. Έξι και σαράντα περίπου χτυπούσε πριν από 154 χρόνια που πήγαινα σχολείο ή στις λίγες περιπτώσεις που είχα να προλάβω κανα αεροπλάνο και δεν έπαιζε πτήση μια ανθρώπινη, φυσιολογική ώρα. 'Η αν είχα γεννήσει με ραντεβού, περίπου εκείνη την ώρα θα χτυπούσε. Τέλος πάντων, σε μεγάλα γεγονότα.
Σνουζ.
Έξι και πενήντα σηκώνομαι για να το χωνέψω, να πάω τουαλέτα, να ανοίξω κανένα παράθυρο, να σκεφτώ τί να πάρει μαζί του ο μικρός για φαγητό. Πέντε λεπτά αργότερα τον ξυπνάω, σηκώνεται σχετικά εύκολα, και ξεκινάμε τις ετοιμασίες για το σχολείο.
Δεν μου τα είχατε πει αυτά παιδιά.
Καθόμασταν και συζητούσαμε στα blogs, στις βεράντες, στα chat και στα καλοκαιρινά τα μπαρ για το πώς θα είναι η πρώτη δημοτικού, ποια είναι τα σημαντικά πράγματα που πρέπει να προσέξεις σε ένα σχολείο, τί θα γίνει με τις εξωσχολικές δραστηριότητες, αν είναι καλύτερο το δημόσιο από το ιδιωτικό, και ουσιαστικά δεν είπαμε το σημαντικότερο.
'Οτι το παιδί ξεκινάει μια καινούργια ζωή στο δημοτικό, και Η ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ.
Ναι, ναι, μην χαμογελάτε οι experts της μητρότητας, ή τα running freaks, ή οι υπερτυχερές με inhouse βοήθεια, μιλάμε ότι την έχω ακούσει στέρεο, η μέρα μου μού φαίνεται τεράστια και διπλά κουραστική και είμαι στα όρια της παραφροσύνης να ξεκινήσω πανελλαδικό κίνημα για να αρχίζει το σχολείο μία ώρα αργότερα- γιατί από το μαύρο χάραμα δηλαδή, γιατί; Σκεφθείτε το, θα γύριζαν και μία ώρα αργότερα, όλους θα σας βόλευε μια χαρά, όποτε είναι μου λέτε και το πάμε.
Λοιπόν, η μέρα μου εδώ και δύο μήνες ξεκινάει στις έξι και σαράντα και μέχρι τις οκτώ το βράδυ περίπου είμαι εκτός σπιτιού. Αυτό οδηγεί σε έναν αναπόφευκτο τρόπο ζωής, που, εχμ, τελειώνει (η ζωή.)
Γυρίζοντας, αν είναι λίγο νωρίτερα στην καλύτερη των περιπτώσεων, ασχολούμαι φυσικά μόνο με τα δύο παιδιά που έχουν να μου πουν νέα, να μου δείξουν ζωγραφιές, που με τραβάνε να τους διαβάσω, να παίξουμε, να φάμε μαζί, ιδανικά νομίζω θα ήθελαν να με κόψουν μικρά κομματάκια και να με μασουλήσουν, τραγανιστή.  Αν είναι λίγο αργότερα, τα πετυχαίνω οριακά στην ώρα του ύπνου οπότε η μόνη κίνηση που κάνω είναι να πετάξω παπούτσια και να πιάσω μαλλιά, τώρα που κρύωσε ο καιρός να βάλω και μια μακριά ζακέτα "σπιτιού" έτσι για τη λαουντζιά του θέματος και να κάτσω πλάι τους με τραγούδια και παραμύθια μέχρι να κοιμηθούν.
Και στις δύο περιπτώσεις αφού έχω πιεί ένα καφέ το πρωί το έχω πάρει πολύ αισιόδοξα, εγώ δεν ήμουν έτσι, δεν θα με πάρει από κάτω, είναι πολύ νωρίς για σύνταξη και κουβερτάκι. Και έχω ανταλλάξει μηνύματα, έχω σχεδόν κανονίσει εξόδους, έχω τσεκάρει κριτικές ταινιών στο internet και έχω υποσχεθεί βέβαια στον εαυτό μου ότι όχι κοπελιά, δεν θα λιώσεις στον καναπέ πάλι σήμερα.
Και κάθε μέρα, κάθε βράδυ, μόνο ακυρώνω. Την ώρα που μπαίνω στο σπίτι, τη στιγμή εκείνη που χαμηλώνω τα φώτα και αποφορτίζομαι από όλη την τρέλα, η μόνη δύναμη που ψάχνω να βρω είναι για να βάλω βραδινή κρέμα και να πλύνω τα δόντια μου. Στα μεγάλα κέφια κάθομαι με τον Dario όταν δεν δουλεύει και βλέπουμε σειρές - αυτό είναι στρατηγική επιλογή φυσικά γιατί μετά από 45 λεπτά που τελειώνει το επεισόδιο μπορείς να την κάνεις σιγά σιγά προς το υπνοδωμάτιο χωρίς τύψεις. 'Οταν βάζουμε ταινία παθαίνω εκείνη τη γελοιότητα που βαραίνουν τα βλέφαρα και μάταια προσπαθείς να τα σηκώσεις σαν με γερανό και ο άλλος σε κοιτάει με οίκτο, μα καλά κοιμάσαι; και εσύ πετάγεσαι, όχι όχι, βλέπω, και συνεχίζει ο σαδιστής σύζυγος, α ναι και για πες τί έγινε και εσύ διηγείσαι μια σκηνή από το κεφάλι σου επειδή εκείνη την ώρα είδες μια λέξη κλειδί και η ρόμπα η ξεκούμπωτη σε τυλίγει βέβαια σαν τη μούμια στο χαλοουίν (δεν πιστεύω να μην γιορτάζετε χαλοουίν μη γίνει της πουτάνας εδώ μέσα.)
Δεν τα είπαμε αυτά παιδιά, αλλά εγώ είμαι εδώ για εσάς, τους μελλοντικούς γονιούς των παιδιών του δημοτικού. Αν είστε λίγο στη φάση τη δική μου, όχι τόσο hyper active γενικά και με δουλειές που δεν τελειώνουν νωρίς, προετοιμαστείτε για το τέλος της ζωής όπως την ξέρατε. Προετοιμαστείτε για να πίνετε δύο μπίρες στα μεγάλα κέφια καπάκι μετά το γραφείο, να διαλέγετε την πιο νωρίς παράσταση από τη μεταμεσονύκτια που παραδοσιακά είναι πιο και γαμώ και να μεταφράζετε στο μυαλό σας την Παρασκευή ως την ημέρα "που βγαίνει η κούραση όλης της εβδομάδας" - τί μαλακία κλισεδούρα έκφραση, εγώ την Παρασκευή την ήξερα ως την ημέρα των μεγάλων εξόδων, έβγαινες ρετάλι αμέσως μετά τη δουλειά και λόγω κούρασης έλιωνες εύκολα, στα δυόμιση ποτά και μετά τραλαλα όλα ήταν όμορφα.
Αλλά όχι, τώρα που το παιδί σας πάει α' δημοτικού και η ζωή σας τελειώνει, η Παρασκευή είναι η μέρα που κοιμάσαι από τις εννιά μαζί με τα παιδιά. Η Χαμένη Μέρα, δηλαδή. Χαμένη, μαζί με 'σενα.
Χαχ, νομίζετε ότι είμαι υπερβολική. Μπορεί και να είμαι. Μπορεί και να συνηθίσω τελικά και να γυρίσω απρόβλεπτα να σας κεράσω σφηνάκι σε κάποια μπάρα σε ένα εξάμηνο. Μαζί με το σφηνάκι θα σας αναλύσω και μήπως να το παίρναμε αλλιώς, μήπως ρε παιδί μου ήταν καλύτερα να γεννούσαμε στα είκοσι έτσι όπως μας προτείνει η βιολογία, να τραβολογούσαμε παντού το παιδί ή να το παρατούσαμε από εδώ κι από εκεί (νταξ μωρέ, στο περίπου) με άγνοια κινδύνου και κοντά στα mid 30s να μην είχαμε κανένα τέτοιο ζόρι - άσε που επειδή θα είμαστε πολύ κουλ φυσικά εννοείται θα βγαίναμε και με το παιδί και τους φίλους του. Σκεφθείτε το.
Πάντως όταν το παιδί ξεκινάει το δημοτικό, η ζωή όπως την ξέρατε μέχρι τώρα, έστω για λίγο, έστω για όσο, τελειώνει.
Και ο εαυτός σας, πιο αποφασιστικά από ποτέ, μεγαλώνει.







7.10.14

Αλεγκρ(ί)α


Πριν από μερικές μέρες έφερα στο σπίτι ένα πολύ μικρό κατάμαυρο γατάκι.
Δεν είχα ποτέ κατάμαυρο γατάκι, ούτε είχε τύχει να φροντίζω μαύρη γάτα, οπότε όταν μου είπαν τα παιδιά - ο W. το είδε και στον ύπνο του λέει - ότι θα ήθελαν το καινούργιο γατάκι να είναι μαύρο, είπα να έχω αυτό ως το μοναδικό κριτήριο. Α ναι, και να είναι οπωσδήποτε αδεσποτάκι, ιδανικά θα ήθελα να το βρω να κλαίει τρομαγμένο και απαρηγόρητο στην νησίδα στη μέση της Κηφισίας και εγώ να γινόμουν με αυτοθυσία ο Σωτήρας - αυτό το τελευταίο δεν μου έκατσε. Καλά, προτιμούσα και γάτο με μεγάλο κεφάλι και λιονταρίσια φάτσα γιατί γενικά είναι πιο όμορφοι και αρχοντικοί. Ούτε αυτό μου έκατσε βέβαια.
Παρότι δεν υπήρχε κανένας χρονικός ή άλλος περιορισμός και ενώ έλεγα ότι θα το ψάξω να βρω μια μούρη να μου κάνει κλικ ή καμία ψυχοπονιάρικη, άθλια σιτουασιόν, το γατάκι τελικά δεν το διάλεξα. Συναντήθηκα με την κυρία που το περιμάζεψε στο Ολυμπιακό στάδιο, πήρα ένα πολύ μικρό τυχαίο κατάμαυρο γατάκι μέσα σε ένα κουτί μεταφοράς, που λίγο έκλαιγε λίγο έπαιζε με το παλιό φουλάρι της κυρίας στο κουτί, και το πήγα σπίτι.  Χωρίς να το έχω δει καν, ήταν βράδυ, ήταν μαύρο και παρόλο που άναβα το φως πάνω από τον καθρέφτη, μέσα στο κουτί μπορούσα να διακρίνω μόνο μια στρογγυλή μουτζούρα.
Στη διαδρομή δεν έβαλα μουσική για να μη φοβηθεί. Σκεφτόμουν τις τελευταίες μέρες της Λούνας και ένιωθα μόνο τύψεις, καθόλου αγάπη για το μωρό στο κουτί, παρά μόνο τύψεις που τώρα ξέρω περισσότερα, που θα είμαι καλύτερη, που έχω εξηγήσει στα παιδιά σωστότερα, που θα πηγαίνω στο γιατρό συχνότερα.
'Οταν έφτασα σπίτι έτυχε και πάρκαρα στην ίδια ακριβώς θέση, μπροστά από την πολυκατοικία, όπως εκείνη τη Δευτέρα.  Έχω αρκετές φορές υπάρξει τυχερή και έχω βρει αυτή την ίδια θέση, αλλά δεν μου χτύπησε καμπανάκι ποτέ πριν.  Σχεδόν πέταξα το κουτί - που είναι κλουβί μάλλον μεταφοράς, αλλά μου τη δίνει να το λέω κλουβί - στο πεζοδρόμιο. Εκείνη τη Δευτέρα είχα γυρίσει σπίτι βράδυ με ένα παρόμοιο κουτί και την γριά γάτα μου μέσα, πεθαμένη, είκοσι φορές πιο βαριά.  Αυτό το πούπουλο όλο ζωή εκεί μέσα, με το σπασμένο μωρουδίστικό του κλάμα, με ενόχλησε.  Γιατί ήταν αυτό και δεν ήταν η γάτα μου.
Στο σπίτι βέβαια έγινε πάρτυ.  Τα παιδιά έχασαν το μυαλό τους κανονικά, ξεκίνησαν το ζούληγμα, το κυνηγητό, τα τραγούδια, το αράδιασμα ονομάτων (με χειρότερο όταν η μικρή πέταξε ΝΑ ΤΗΝ ΠΟΥΜΕ ΝΤΟΡΑ), τις αγκαλιές, τα χοροπηδητά, τους ρόλους.  Ο γιος μου έκανε κατασκευές και έβαζε την γάτα να τις δοκιμάζει - ένα τούνελ από χαρτόνι, μια τσουλήθρα με μαξιλάρια και η κόρη μου το έπαιζε μαμά, το σκέπαζε, το νανούριζε, το χτένιζε.
Έκρηξη ευτυχίας.
Και όσο και αν συνέκρινα στην αρχή αυτό το μικρό πλάσμα με την υπέροχη γάτα του παρελθόντος, και όσο και αν έλεγα ότι αυτές οι τύψεις δεν θα με εγκαταλείψουν ποτέ - μέχρι και γιατί του ψώνισα τόσα πράγματα ενώ εκείνη είχε λιγότερα, με πήρε και εμένα το ωστικό κύμα και άρχισα να αγαπώ το κατράμι γατάκι λίγο. Και κάθε μέρα λίγο περισσότερο. 
Για να φτάσω να σκεφτώ τελικά ότι φυσικά μπορείς να αγαπάς κάτι και όταν αυτό πεθάνει.
Και φυσικά μπορείς να το αντικαταστήσεις με κάποιον τρόπο στη ζωή σου, με όποιον τρόπο σε πληγώνει απαλότερα, πολλαπλασιάζοντας αγάπη και φροντίδα, χωρίς όμως ποτέ να το αντικαθιστάς και στο μυαλό σου.

Στον έρωτα όμως δεν πρέπει να πηγαίνει έτσι, γιατί ως πότε να αγαπάς κάτι που πέθανε, ως πότε να κρατάς στο μυαλό σου θέσεις. Εκεί, τις σκοτώνεις τις γάτες όταν γεράσουν. 

Για μία φίλη. Τα φιλιά μου.

πι.ες: Το γατόνι το είπαμε τελικά Αλέγκρα, όπως κέφι χορός μπρίο δηλαδή.


3.9.14

Προεμμηνορροϊκό σύνδρομο, το γνωστό.


Είναι μάλλον επειδή περιμένω περίοδο, ζεσταίνομαι υπερβολικά τα βράδια, έχω κράμπες στους μηρούς και περιμένω στη γωνία το πρώτο ανυποψίαστο θύμα που θα μου φέρει αντίρρηση ή θα κορνάρει μόλις ανάψει το πράσινο. Για να του ουρλιάξω φυσικά.
Γενικά προσπαθώ να μη φωνάζω, ούτε εκείνο το κρίσιμο λεπτό που ο σφυγμός χτυπάει σαν τρελός στους κροτάφους μου, το όποιο επιχείρημα ορθώνεται απέναντί μου κρατάει ταμπέλα "είμαι μια αδιανόητη παπαριά" και το σώμα μου αδειάζει από συναίσθημα γιατί γεμίζει από θυμό και δεν μας χωράει όλους. Γενικά δεν τα καταφέρνω πάντα και έτσι είμαι μάλλον εγώ, όπως αντίστοιχα κάτι άλλοι άνθρωποι μπορούν να κοιτάξουν με το βλέμμα του βοδιού το συνάδελφο στη δουλειά που θα προσβάλλει τη νοημοσύνη τους χωρίς δεύτερη σκέψη και αυτό όχι επειδή δεν το έπιασαν αλλά επειδή δεν θέλουν να ασχοληθούν. Σε φάσεις που τους θαυμάζω αυτούς.
Αλλά, όχι, Ο.Χ.Ι, το pms δεν είναι μύθος. Αντίστοιχα μπορεί να σου πει κάποιος ότι δεν είναι και δικαιολογία αλλά δεν μπορεί,θα είναι. Είμαστε σίγουρες πλέον ότι είναι οπότε μην αντιτίθεστε και σε αυτό. Τουλάχιστον έτσι είπα εγώ στον εαυτό μου όταν έγινε ΤΟ περιστατικό.
Βρίσκομαι στην κουζίνα της μαμάς μου που έχει φτιάξει το καλύτερο παστίτσιο όλων των εποχών. 'Εξω η ζέστη μου φαίνεται αφόρητη, η κοιλιά μου είναι πρησμένη για τους λόγους που είπαμε πριν καν φάω την πρώτη μπουκιά και έχω πάει με τα παιδιά στο σπίτι των παππούδων για βόλτα γιατί πρώτον βαριούνται, δεύτερον βαριέμαι και τρίτον θα φάω το καλύτερο παστίτσιο όλων των εποχών - πάμε άλλη μία με χειροκρότημα.  Έχουμε κάτσει, όλοι οι υπόλοιποι χαρωποί, εγώ με μούτρα χωρίς λόγο και με εκνευρισμό φυσικά, και ο γιος μου με διάθεση να βοηθήσει στο σερβίρισμα αρπάζει από το συρτάρι δύο τεράστιες ασημένιες κουτάλες από τη συλλογή που διατηρεί η μαμά μου, γνωστή αλλιώς και ως η εθισμένη-στα-ακριβά-σερβίτσια-που-δεν-έχουμε-τί-να-τα-κάνουμε. Και επειδή δεν έχουμε τί να τα κάνουμε άλλωστε, αρχίζει και κοπανάει τις κουτάλες με τη μανία του Πάνα σε διονυσιακό όργιο ενώ με κοιτάει με σαρδόνιο χαμόγελο. 'Η έτσι τουλάχιστον νομίζω εγώ.
Πιάνω το κεφάλι μου. Νομίζω ότι ένα σφυρί έχει βυθιστεί στο κρανίο μου αριστερά και πολτοποιεί νεύρα και μυαλά ενώ από πίσω περιμένει να μπει ένα τρυπάνι. Μιλάω χαμηλά μάλλον γιατί ακόμα και ο ήχος της φωνής μου μού προκαλεί δυσφορία.
- Βάλτερ. Σταμάτα.
Ο μικρός Πάνας με γράφει, εννοείται. Η γιαγιά του το επαναλαμβάνει λιγότερο αποφασιστικά, κολλάει και ένα "αγοράκι μου" δίπλα, ο θόρυβος συνεχίζεται απειλητικός.
- Σταμάτα σε παρακαλώ, με πονάει το κεφάλι μου.
Ο τόνος μου ανεβαίνει.
- Δεν είναι δικές σου οι κουτάλες, ούτε δικό σου το σπίτι για να μου πεις τί θα κάνω, μου απαντάει εκείνος με μία αμφίβολη σιγουριά, ξέρει ότι περπατάει σε τεντωμένο σκοινί αλλά θέλει να με ρίξει πριν σκάσει πάνω μου σαν το καρπούζι.
Σηκώνομαι και πηγαίνω κοντά του. Μου κοπανάει τις κουτάλες μες στα μούτρα, μου φαίνεται πιο θρασύς και από το τελευταίο κακομαθημένο κωλόπαιδο, ένα μικρό τέρας που θέλει επίμονα να με γονατίσει, να με τρελάνει, να με εξευτελίσει.
- Σταμάτα σου είπα!
Φωνάζω.  Game over.  Το ξέρω ότι έχω χάσει.
Βάζει τη γλώσσα ανάμεσα στα δόντια και φυσάει φτύνοντας σάλια, μια φρικτή συνήθεια που απέκτησε, ανέπτυξε και τελικά άφησε πίσω του υποτίθεται κατά τη διάρκεια του νηπιαγωγείου όταν του εξήγησα επανειλημμένα και ήρεμα πόσο άσχημο και περιφρονητικό είναι αυτό για το συνομιλητή του.
Με περιφρονεί, να, αυτό κάνει, εμένα που έχω δώσει τα πάντα, που τον αγαπώ τόσο, που με πονάει η μέση, η κοιλιά και το κεφάλι μου γιατί θα αδιαθετήσω, που μισώ τη ζέστη και το ξέρει, που είμαι η μανούλα του που τραγουδάει τσιρίζοντας στο αυτοκίνητο για να τον κάνει να γελάει, που θέλω να του δώσω μία και να του ανοίξω το κεφάλι στα τέσσερα.
Και του δίνω. 'Οχι τέτοια, μία προφανώς πιο ελαφριά αλλά αρκετά προσβλητική στο στόμα για να βάλει τη γλώσσα μέσα, για να σταματήσει να κάνει αυτή την αηδία που σιχαίνομαι, γιατί δεν έχω διάθεση να του ξαναεξηγήσω.  Γιατί έχω ξεχάσει την ηρεμία μου σε άλλο όροφο.
Το δυστύχημα είναι ότι φοράω δύο δαχτυλίδια. Το οποίο είναι περίεργο, γιατί γενικά δεν φοράω σχεδόν ποτέ δύο δαχτυλίδια, και αν συμβεί αυτό αυτά δεν είναι ποτέ χοντροκομμένα και φθηνά.  Αλλά φοράω δύο χοντροκομμένα, φθηνά δαχτυλίδια που το ένα από πίσω έχει μία εξοχή από αυτές τις αόρατες που σου καταστρέφουν συνέχεια τα πουλόβερ, αλλά εγώ δεν το ξέρω ή δεν το θυμάμαι, γιατί δεν φοράω καθόλου συχνά αυτό το μαλακισμένο δαχτυλίδι. Και του σκίζω το χείλος.
Η πρώτη μαχαιριά έρχεται από τα βλέμματα των γονιών μου. Ο μπαμπάς μου νομίζω ψελλίζει κιόλας, μα είσαι καλά, τί έκανες, και η δεύτερη από την κόρη μου που γυρνάει στο πιάτο της και αρχίζει να τρώει το παστίτσιο αμίλητη λες και είναι το τελευταίο μας γεύμα. Να κάνει σαν να μην έγινε τίποτα, "to make it go away". Θλιβερό.
Πριν εξαφανιστεί στο δωμάτιο μέσα, και τελικά φάει εκεί, ο γιος μου με αποτελειώνει.
Με μάτια βουρκωμένα, χέρια που τρέμουν και φλέβες που τινάζονται στον λαιμό, με κοιτάει με κάτι σαν απαξίωση, δυστυχία και ανεξέλεγκτο θυμό για να μου πει την ατάκα που έγραψε μέσα μου για πάντα.  Τουλάχιστον έτσι νομίζω τώρα, ότι είναι για πάντα.
"Αν δεν υπήρχες εσύ, όλα θα ήταν καλύτερα. Να φύγεις από το σπίτι μας και να μην ξαναγυρίσεις".
Δεν ξέρω τί από όλα βίωσα με μεγαλύτερη δυσκολία, τί από όλα με γέμισε περισσότερες ενοχές. 'Οτι τον χτύπησα, ότι είχε μέσα του τόσο συσσωρευμένο θυμό, ότι ξεστόμισε τόσο σκληρά λόγια, ότι για άλλη μια φορά ήμουν ανεπαρκής και δεν τα κατάφερα, ότι αν κοντραριζόμαστε έτσι τώρα πώς θα καταλήξουμε σε μερικά χρόνια;
Δεν έφαγα ούτε μία μπουκιά από το καλύτερο παστίτσιο του κόσμου.  Η κόρη μου προσπάθησε δυο τρεις φορές να με διασκεδάσει, η μαμά μου να σταματήσει να με κοιτάει με αποδοκιμασία, ο μπαμπάς μου με τρόμο. Έβγαλα το δαχτυλίδι και το πέταξα και αποφάσισα εκείνη τη στιγμή, εκείνη την ώρα, ότι είμαι η χειρότερη μαμά του κόσμου.  Και άρα, για αυτό εκείνος γίνεται έτσι.  'Οπως και να το δεις, φταίω εγώ.
Εντάξει μπορεί να το βίωσα λίγο βαριά, και μπορεί αν δεν είχε γίνει το ατύχημα με το δαχτυλίδι και ο γιος μου δεν το έπαιζε και λίγο drama queen βγάζοντας πιο σπαρακτικές κραυγές και από ζώο στο σφαγείο, το impact πάνω μου να μην ήταν το ίδιο.
Είναι καλό πάντως που ήταν αυτό, γιατί ακόμα και αν δεν έχω βρει απόλυτα τον τρόπο να διαχειριστώ εκείνο το κρίσιμο λεπτό που όλο το σύμπαν έχει συνωμοτήσει εναντίον μου και η μόνη λύση είναι να τρέξω επιτόπου σε κανένα λιβάδι με μπάφο στο χέρι και σανδάλια μέχρι το επόμενο πρωί -άρα, καμία λύση πιθανή στον ορίζοντα- έχω βρει τη δύναμη να το παλεύω. Είμαι τόσο απρόβλεπτη σε αυτά που όλες μου ο φίλες με κοιτάνε χαμογελώντας ενώ στο μπολ έχει δημιουργηθεί μία ρευστή μύξα με απροσδιόριστο χρώμα από αμφίβολα υλικά η οποία έχει καταλήξει με παφλασμό στο πάτωμα πιτσιλίζοντας ό,τι βρίσκεται εκεί γύρω και μου λένε, είναι φοβερό είσαι τόσο ήρεμη με τα παιδιά, μπράβο, και είναι και κάποιες περιπτώσεις, ευτυχώς ελάχιστες, που φέρομαι σαν καμία καταπιεσμένη ανέραστη με χίλια προβλήματα φορτωμένα στην πλάτη της και δυσοίωνο οικογενειακό παρελθόν.
Ή μπορεί να μη χρειάζεται καν να κάθομαι να σκέφτομαι και να γράφω για αυτά. Μπορεί να έπρεπε να ξαναπώ τί υπέροχα περάσαμε το καλοκαίρι και τί έξυπνα παιδιά έχω, πόσο σπουδαίο είναι να περνάς μαζί τους χρόνο και να τα μαθαίνεις να μη φοβούνται τις βουτιές από τα βράχια, πόσο θες κάθε Σεπτέμβρη να ξέρουν και να θυμούνται τί φανταστικά καλοκαίρια ζήσατε μαζί και να μην αμφισβητούν την εικόνα της τέλειας μαμάς με τα αλμυρά μαλλιά και τα χαζά χορευτικά στην άμμο, ούτε για ένα λεπτό.
Μπορεί να έπρεπε να γράψω όλα αυτά, να έχω ποστάρει και μία τιρκουάζ φωτογραφία και να τελείωνε το θέμα.
Γιατί απλά, μπορεί να έφταιγε το pms. Πόσο κουτή δικαιολογία.





14.7.14

Μπουστάρισμα.

Λίγο σλόου η κατάσταση τελευταία σε αυτό εδώ το μπλογκ, έτσι είναι όταν λείπουν τα παιδιά, πλακώνεσαι στις εξόδους με φίλους, στις σειρές και στα βιβλία, στο κυριακάτικο χάζεμα στο κρεβάτι και δεν έχεις καινούργιες ζωγραφιές, αγκαλιές, ούτε καινούργια μυαλά για να γράψεις κάτι, κάπως σαν ο χρόνος να παγώνει ή μάλλον σαν να τον καταλαβαίνεις πιο ξέφρενα όταν τα κυνηγάει και εκείνος μαζί σου. Αλλά το σπίτι είναι τακτοποιημένο. Και δεν βάζουμε και πολλά πλυντήρια.
Με αυτή την άνεση του τύπου παιδιά όποτε θέλετε κρασί, καφέ, κοκτέιλ, γκομενική ανάλυση, εγώ είμαι εδώ για εσάς με ώρες για φάγωμα και βενζίνη στο ρεζερβουάρ, συνάντησα προχθές μια πολύ καλή μου φίλη και μαμά δις, ζαλισμένη από τα πήγαινελα στους γιατρούς γιατί όταν έχεις δύο παιδιά και νομίζεις ότι τα έχεις κάνει όλα και μπορείς επιτέλους να χαθείς σε κανα νησί, α τότε βγαίνουν κι άλλα και δεν μπορείς να χαθείς πουθενά αν δεν τελειώσεις με τις γαμωεξετάσεις. Η αλήθεια είναι, αυτή δεν είναι η περίπτωση της φίλης μου που είναι τυπική, ότι περιμένεις και λίγο πριν κλείσεις τα εισιτήρια του πλοίου να κλείσεις και κάτι ξεχασμένα τσεκ απ οπότε καλά να πάθεις. Αυτή είναι η περίπτωση η δική μου.
Η φίλη λοιπόν, από τότε που ο γιος ήταν 18 μηνών τραβιέται με αναπτυξιολόγους γιατί τότε διαπιστώθηκε από την παιδίατρο ότι το μωρό δεν μεγάλωνε ικανοποιητικά. Η φίλη είναι συνεπής στα ραντεβού της και στις εξετάσεις, ακούει και προσπαθεί να συντονιστεί με ό,τι της λένε για διατροφή, για ώρες ύπνου, για αθλήματα - βέβαια αν έχεις και λίγο εμπειρία από παιδιά καταλαβαίνεις ότι όλο αυτό είναι υπερδύσκολο, το γάλα, το κολύμπι, ο ύπνος από τις 20.30' το αργότερο, οι διατάσεις, όλα αυτά μαζί, αλλά κάνεις το καλύτερό σου για να αποφύγεις τη φαρμακευτική θεραπεία με αυξητική ορμόνη ή για να κερδίσεις ακόμα περισσότερο από το αποτέλεσμα που θα είχαν οι ενέσεις από μόνες τους.  Τέλος πάντων, εγώ προφανώς και δεν είμαι γιατρός απλά έχει τύχει να διαβάσω 2-3 άρθρα για αυτή τη θεραπεία στο Παίδων και σε άλλα τρία νοσοκομεία στην Ελλάδα αν δεν κάνω λάθος, αλλά ήθελα να καταλάβω αν η έλλειψη της ορμόνης δημιουργεί στο παιδί και άλλου τύπου παθολογικά ή ιατρικά προβλήματα ή αν ουσιαστικά αντιμετωπίζει το "πρόβλημα" του "είναι κοντός". Από ότι μου είπε η φίλη μου, αφορά ίσως και στην αδυναμία κατασκευής ισχυρών οστών - δεν ξέρω ακριβώς σε τί μεταφράζεται αυτό πρακτικά, ίσως σε περισσότερα σπασίματα ή και πόνους σε μεγαλύτερες ηλικίες; - αλλά περισσότερο στο τελευταίο και μάλιστα, με τη φράση "είναι κοντός" να προσδιορίζει πλέον όταν αναφερόμαστε στην καινούργια γενιά Ελλήνων, κάποιον που είναι λίγο πιο κάτω ή μέχρι το 1,75, καμία σχέση με Tyrion Lannister δηλαδή. Και πριν βιαστείτε να πείτε α, υπερβολή - εγώ δηλαδή αυτό είπα και δικαιούμαι βέβαια κάπως, καθώς έχω έναν όχι ψηλό σύζυγο και ένα γιο που αναμένεται να ξεπεράσει λίγο τον μπαμπά του και άρα ταυτόχρονη παντελή αναισθησία σε τέτοια ζητήματα που τίποτα δεν έχουν αφαιρέσει από την γαματοσύνη των δυο τους - σκεφθείτε λίγο θέματα που ίσως έχετε αντιμετωπίσει εσείς σαν παιδιά, στην περίπτωση που δεν ήσασταν ο λεγόμενος χρυσός μέσος όρος.
Στραβές μύτες, μεγάλα στήθη, παχυσαρκία, σπυράκια, τρίχες στα πόδια, ήταν μόνο μερικά από τα χαρακτηριστικά που απέκλιναν από την ομοιομορφία και προκαλούσαν σχόλια. Για κάποιους αυτά τα σχόλια έσκαγαν σαν τη βροχή στο ποτάμι, κυλούσε αυτό και τα έπαιρνε μαζί τους, για κάποιους άλλους αποτελούσαν καθοριστικούς παράγοντες της συμπεριφοράς τους, με μόνιμο άγχος να διορθωθούν με όποιο τρόπο το συντομότερο δυνατό και να φέρουν ανακούφιση και απαλλαγή από τα κόμπλεξ του κοντού, της χοντρής, του σπυριάρη, της μυτόγκας.
Φυσικά όλοι γουστάρουμε τους ανθρώπους με την ισχυρή αυτοπεποίθηση, εκείνους που ειλικρινά περνάνε καλά με τον εαυτό τους και κολυμπάνε στο ποτάμι με τα "ελαττώματά" τους αγκαλιά γιατί έχουν παράλληλα κοφτερό μυαλό, αίσθηση του χιούμορ, μεγάλο χαμόγελο και ωραία μάτια εκπαιδεύοντάς μας όλους ανεπαίσθητα να βλέπουμε μόνο αυτά, πόσο υπέροχοι, αλλά ποιος δικαιούται και να κατακρίνει εκείνους που για όλους τους πιθανά λάθος λόγους πάλεψαν σε μια προεφηβεία ή και πιο μετά να κλείσουν τα αυτιά τους και φρόντισαν να προσεγγίσουν όλους τους αυστηρούς κριτές, τους ίδιους μάλλον πρώτα, μετά από συνταγογραφήσεις, διορθωτικές επεμβάσεις και εξαντλητικές δίαιτες.
Χμ, για κάτσε όμως λίγο, αφού όλοι λοιπόν γουστάρουμε εκείνους τους αληθινά ακομπλεξάριστους, χωρίς να αναφέρομαι σε ακραίες παθολογικές καταστάσεις, τους εμφανέστατα ατελείς, τους άνετους, ίσως θα έπρεπε να στρέψουμε όλη μας την ενέργεια στην επίτευξη αυτού του στόχου. 'Ισως η ευλάβεια στην αντιμετώπιση των διαδικασιών, ο υπέρμετρος σεβασμός στις εξετάσεις, η αγωνία για το τικάρισμα στις καμπύλες των αναπτυξιολόγων να αποδειχθούν μεγαλύτερο φορτίο για το παιδί που μεγαλώνει και αυτοπροσδιορίζεται μέσα από τις επισκέψεις στους γιατρούς από τους 4 πόντους που πιθανότατα θα χάσει αν η προσπάθεια επικεντρωθεί στο να αγαπάει τα γήπεδα με παρκέ, την παρμεζάνα στο μεσημεριανό φαγητό και τον ύπνο νωρίς τα βράδια.
Και ενώ μπήκα για πολύ λίγο σε σκέψεις γιατί σκέφτηκα τον W. σε περίπτωση που περνάει έτσι για την ιατρική ματιά από το γραφείο της αναπτυξιολόγου και εκείνη σουφρώσει τα χείλια της, σε μερικά χρόνια να μπλέξει σε έναν καυγά και κάποιος ίσως να του φωνάξει "τί να μας πεις κι εσύ ρε τάπα", και εκείνος γυρίσει να μου πει "μαμά αφού το ήξερες, σου το είχε πει η γιατρός, γιατί δεν έκανες κάτι;" ε αυτό που έκανα ήταν να αλλάξω πλάνα. 
Προτίμησα να σκεφτώ τον W. σε μερικά χρόνια να είναι ερωτευμένος και να ζωγραφίζει με μουσικές στο δωμάτιό του, να έχει φίλους που τον αναζητούν και δεν τον αφήνουν να μείνει μέσα τα Σάββατα, να κάνει την αδελφή του να ξεκαρδίζεται με τα δικά τους τα αστεία, να λάμπουν τα μάτια του όταν μας διηγείται τις ιστορίες του τα βράδια, να κοιτάζεται στον καθρέφτη και να τον ταλαιπωρεί μόνο εκείνη η τούφα που πετάει στα αριστερά - έλα ρε μαμά που δεν την βλέπεις, σιγά που είμαι κούκλος, μα είναι μαλλί τώρα αυτό.  Εξιδανίκευση θα μου πείτε και μπορεί να έχετε και δίκιο, αλλά να, δεν μπορώ να τα προλάβω όλα δηλώνω αδυναμία.
Δηλώνω και λίγο χαζοχαρούμενη βέβαια, ο καθένας άλλωστε (δεν) ονειρεύεται ό,τι σκατά θέλει για το μέλλον του παιδιού του, ελπίζοντας μόνο όταν του στρώσει η τούφα εκεί μπροστά στον καθρέφτη, όταν θα έχουμε συζητήσει άλλα χίλια - γιατί θα συζητάμε βέβαια, θα έχουμε και αυτή τη σχέση - να γυρίσει και να μου πει λίγο πριν φύγει για τη συναυλία, α δεν σου είπα, σήμερα ένας στο σχολείο με είπε κοντό, καλός μαλάκας.